Η Έλλη Παπαδημητρίου (1906-1993), γεννημένη στη Σμύρνη, με σπουδές Γεωπονικής στην Αγγλία, μετά το 1922 εγκαθίσταται στην Αθήνα, περιθάλπει τους εκπατρισμένους Μικρασιάτες και αργότερα συλλέγει, μαζί με τη Μερλιέ, μαρτυρίες για την Καταστροφή. Από το 1936 εντάσσεται στην Αριστερά και αρχίζει να εκδίδει ποίηση, ενώ μετά τον Εμφύλιο επιδίδεται και στην κριτική θεάτρου, τη φωτογραφία και την πεζογραφία. Υπήρξε πολυδιάστατη προσωπικότητα και έχει αφήσει το αποτύπωμά της και σε ό,τι αφορά το αστικολαϊκό τραγούδι. Συμμετείχε στις συζητήσεις που έγιναν στους κόλπους της Αριστεράς για το ρεμπέτικο (δεκαετίες 1960-1970), αξιολογώντας θετικά το είδος, εξαίροντας «το πάθος και την έμπνευση των κοινών ανθρώπων […] σε γλώσσα μουσικά άρτια με σχήματα μουσικά λεπτά και στερεά που ξεπερνούνε την πρόσκαιρη, εποχιακή και τοπική σημασία». Θεωρεί το ρεμπέτικο ως «υγιέστατη φυσιολογική μουσική μας κληρονομιά» και σαν πλούτο για τη χώρα το γεγονός ότι παρήχθη «είδος μουσικό για τους πολλούς σ’ επίπεδο εξαίρετο». Οι θέσεις που διατύπωσε διαχρονικά (σε ικανή απόσταση από τα περιρρέοντα αριστερά προτάγματα της εποχής) απέβλεψαν όχι μόνο στον αποστιγματισμό αλλά και στην υπεραξίωση του ρεμπέτικου.
Στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών απόκειται το Αρχείο της Παπαδημητρίου, όπου και περιέχεται κείμενό της, που γράφτηκε, όπως λέει η ίδια, το 1936 για έναν «Αυθαίρετο Οδηγό της Ελλάδας», και ξαναγράφτηκε το 1954 για το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο.
Το κείμενο τιτλοφορείται «Τα σύγχρονα λαϊκά τραγούδια» και παραθέτω ένα αποσπασματικό δείγμα γραφής:
[…]Σε καλά ουζοπωλεία τραγουδούσανε γυναίκες με όργανα σαντούρι, ούτι, μπουζούκι, μπαγλαμά.. Έτσι αρχίσανε τα λεγόμενα τώρα «μπουζούκια» και τα συγκροτήματα. Και τώρα και τότες […] τραγουδιστές και τραγουδίστριες με όνομα ως την Τουρκία, ως την Αίγυπτο. Η ξακουσμένα Ρόζα, η Σαλονικιά, βαστούσε στο χεράκι ένα ντεφάκι καταστολισμένο, το σάλευε λίγο-λίγο και τόπαιζε σαν ξεχασμένη, σα ριπίδι, άξαφνα όμως η φωνή της καμπάνιζε, σώπαινε η βουή του καφενείου. Τα ίδια και η Μαρίκα η Πολίτισα, στο πατάρι της σαν άγαλμα. Η τέχνη αυτονών των γυναικών θέλει σοβαρό, ας είνε ανοιχτό το επάγγελμά τους, η πεταχτάδα δεν έχει και τόσο ζήτηση όπως στην Ευρώπη.[…]
…………………………….
Τέλος ΑΝ ΒΡΕΘΗ ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΣ για να φυλαχτούνε οι λαϊκές πλάκες ΘΑΧΟΜΕ ΤΗΝ ΠΙΟ ΑΜΕΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ΕΝΑΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ κατακόρυφο, χωρίς ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ, ΑΠ’ τα κέφια, τις κακομοιριές του λαού.
Η μουσική των λαϊκών τραγουδιών είνε πιο άρτια παρά η ποίησή τους. Το λεκτικό και λογικό στοιχείο ξεφτά ή παραλλάζει πρώτο, έτσι φαίνεται. Κι αφού τη μουσική γλώσσα τη μιλούνε πιο λίγοι. Αν και η χρήση και η κρίση του απλού κόσμου δεν είνε σπάνια ούτε τυχαία. Τυχαία είνε στα Ευρωπαϊκά. Που τα δέχεται σαν πρόοδο, μα του είνε ξένα. Μόνο στα δικά του αξιολογεί, ξεχωρίζει κι απαιτεί και ξέρει τι θέλει. Ξέρει και τους κανόνες. Κι η σύνδεση αυτή ανάμεσα στο συνθέτη, στο κοινό και στον εκτελεστή καθώς κι η ΣΤΕΡΕΗ μουσική αξία είνε η δύναμη των τραγουδιών αυτών∙ που ανθίζουνε ακόμα, τρικλωνίζουνε κάθε χρόνο. Ας λυσσούνε οι μισομορφωμένοι των ωδείων, ας της κολλούνε τη ρετσινιά πως είνε «χυδαία» -όπως την κολλήσανε στη γλώσσα. Οι προοδευτικοί μόνο να προσέξουνε μήπως πάρουνε «καθαρευουσιάνικα» κριτήρια μουσικά κι εμποδίσουνε απ’ τη βάση τη μουσική ανάπτυξη, με το ν’ απαρνιστούνε το μόνο ζωντανό μουσικό βάθρο.