Αστικολαϊκά παραλειπόμενα

Όχι μόνο. Επίσης στους κανόνες της ακροαματικής μουσικής και του χορού ως θεάματος, και μάλιστα με όρους υπερπαραγωγής: μέγεθος, συντονισμός στρατιωτικής ακρίβειας, εντυπωσιακά βιρτουοζιλίκια κλπ.

Δεν είναι αυτό η δυτική μουσική. Υπάρχουν και οι πολυμελείς συμφωνικές, και οι δεξιοτεχνικές απαιτήσεις, κλπ., αλλά δεν εξαντλείται εκεί ο λόγιος μουσικός πολιτισμός.

Ακόμη και από τις ημέρες μας, δεκαετίες μετά την πτώση του μπλοκ, έχω προσωπικά την εμπειρία συνάντησης μιας παρέας Ελλήνων γκαϊτατζήδων με Βουλγάρους ομολόγους τους, στη Βουλγαρία. Οι δικοί μας ήταν σαν τον φτωχό συγγενή, τα όργανά τους ανυπάκουα στο κούρδισμα, βραχνά σε σύγκριση με τα βουλγάρικα, η τεχνική των παιχτών ταπεινή και περιορισμένη, οι Βούλγαροι συγκριτικά έλαμπαν και τους επισκίαζαν, αλλά κάπου αντιλαμβανόσουν ότι οι Έλληνες κρατάνε μια επαφή με τη γη που έβγαλε αυτή τη μουσική, ενώ οι Βούλγαροι την έχουν χάσει, την έχουν ανταλλάξει με μια εντελώς άλλου είδους μουσική εκπαίδευση. Μιλαμε για την ίδια ακριβώς μουσική, έτσι; Υπήρχε ακόμη και τραγούδι που έναν στίχο τον έλεγαν οι Έλληνες στα ελληνικά κι έναν απαντούσαν οι Βούλγαροι στα βουλγάρικα, χωρίς κανείς να έχει ξανακούσει ποτέ ότι το είχαν κι οι άλλοι.

Κι όμως δεν ήταν η ίδια μουσική, ήταν μουσικές από δύο διαφορετικούς κόσμους.

Δεν έχω πλήρη εικόνα για το θέμα. Από τη μια η άποψη ότι οι έλληνες μουσικοί και χορευτές είναι όντως παραδοσιακοί ενώ οι Βούλγαροι και λοιποί ανατολικοευρωπαίοι είναι κρατικά μπαλέτα και ορχήστρες, παραείναι απλή για να είναι αληθινή 100%. Σίγουρα για τους μουσικούς υπάρχουν διάφορες επιρροές από βυζαντινή, οθωμανική, δυτική κλασσική, ποπ/ροκ κλπ. Από την άλλη θυμάμαι την συναυλία του Gasparyan που εμφανίστηκαν σαν οικογενειακό κουαρτέτο, με μπάσο ντουντούκ, τενόρο ντουντούκ κλπ σαν να ήταν σαξόφωνα.

Εντάξει, αυτά (#1300) περιγράφουν το θέμα. τα σχόλιά μου αφορούν την ιδεολογική ερμηνεία.

Τώρα, επειδή είναι σχετικό με την κουβέντα, θα ήθελα να παραθέσω μια διαφορετική περίπτωση “σοσιαλιστικού φολκλόρ”, όπου ενώ είναι φανερή η οργάνωση των συνόλων, η επιμέλεια πχ σε στολές, κάποιοι όροι “θεάματος - ακροάματος” κλπ, δεν χάνεται -όπως τουλάχιστον το βλέπω η:

Θα μπορούσε βέβαια να αναγνωριστεί μια ορισμένη κρατική παρέμβαση στους στίχους, αλλά και πάλι θα πηγαίναμε σε άλλο θέμα, εδώ λόγος γίνεται για τη διατήρηση του πυρήνα των συστατικών της παραδοσιακής μουσικής.

Πρόκειται λοιπόν για το φολκορικό φεστιβάλ Αργυροκάστρου του 1973 στην Αλβανία. Για κάποιους λόγους που θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει, μου φαίνεται ότι η αντιμετώπιση και το αποτέλεσμα διαφέρουν από τα περιγραφόμενα παραπάνω.

Υπάρχουν όμως διαφορετικά παραδείγματα από τα διαφορετικά έθνη. Για τους Γάλλους π.χ. ο πολίτης της Γαλλίας η οποία ήταν κάτι πολύ υπαρκτό, γίνεται Γάλλος, ασχετο αν είναι από οικογένεια γερμανόφωνων προτεσταντών Αλσατών κλπ. Για τους Γερμανούς ήταν μάλλον ανάποδο, ο Γερμανός πρέπει να γίνει πολίτης της Γερμανίας η οποία ήταν μια μάλλον θεωρητική έννοια μέχρι το δεύτερο μισό του 19ο αιώνα, οπότε τα σύνορα είναι υπό διαπραγμάτευση και διαστέλλονται για να περιλάβουν τη νότια Δανία, Αλσατία κλπ. ενώ π.χ. ο Πολωνός εντός συνόρων παραμένει κάπως ξένο σώμα εκτός αν εκγερμανιστεί. Σίγουρα και στις δύο περιπτώσεις έπαιξε ρόλο και η μουσική, με διάφορες προσπάθειες να ξεφύγουν από την ιταλική επιρροή, να ενσωματώσουν εκκλησιαστικές ή λαϊκές μουσικές παραδόσεις στη λόγια κοσμική μουσική κλπ

Η Ελλάδα ακολούθησε σε ένα βαθμό το γερμανικό μοντέλο αλλά με βάση τη θρησκεία μάλλον, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Βαλκάνιους που για να ξεφύγουν από την ελληνική κυριαρχία επί της ορθοδοξίας επικεντρώθηκαν περισσότερο στη γλώσσα.

Πράγματι, στην Αλβανία δεν έχει γίνει το ίδιο που ξέρω για Ρωσία, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία. Αντιθέτως, οι Αλβανοί φαίνεται να έχουν διατηρήσει ζωντανά περισσότερα παλαιά στοιχεία της μουσικής τους παράδοσης από οποιονδήποτε, ίσως, στην Ευρώπη. Δεν έχω αναζητήσει τους λόγους, αλλά μου έχει κινήσει την προσοχή.

(Στο βίντεο τσακώνω κάποιους που περνάνε τόσο καλά χορεύοντας ώστε σκάνε αυθόρμητα πλατιά χαμόγελα, καμία σχέση με τα στημένα χορογραφικά χαμόγελα των «παραδοσιακών» «μπαλέτων».)

Η Έλλη Παπαδημητρίου (1906-1993), γεννημένη στη Σμύρνη, με σπουδές Γεωπονικής στην Αγγλία, μετά το 1922 εγκαθίσταται στην Αθήνα, περιθάλπει τους εκπατρισμένους Μικρασιάτες και αργότερα συλλέγει, μαζί με τη Μερλιέ, μαρτυρίες για την Καταστροφή. Από το 1936 εντάσσεται στην Αριστερά και αρχίζει να εκδίδει ποίηση, ενώ μετά τον Εμφύλιο επιδίδεται και στην κριτική θεάτρου, τη φωτογραφία και την πεζογραφία. Υπήρξε πολυδιάστατη προσωπικότητα και έχει αφήσει το αποτύπωμά της και σε ό,τι αφορά το αστικολαϊκό τραγούδι. Συμμετείχε στις συζητήσεις που έγιναν στους κόλπους της Αριστεράς για το ρεμπέτικο (δεκαετίες 1960-1970), αξιολογώντας θετικά το είδος, εξαίροντας «το πάθος και την έμπνευση των κοινών ανθρώπων […] σε γλώσσα μουσικά άρτια με σχήματα μουσικά λεπτά και στερεά που ξεπερνούνε την πρόσκαιρη, εποχιακή και τοπική σημασία». Θεωρεί το ρεμπέτικο ως «υγιέστατη φυσιολογική μουσική μας κληρονομιά» και σαν πλούτο για τη χώρα το γεγονός ότι παρήχθη «είδος μουσικό για τους πολλούς σ’ επίπεδο εξαίρετο». Οι θέσεις που διατύπωσε διαχρονικά (σε ικανή απόσταση από τα περιρρέοντα αριστερά προτάγματα της εποχής) απέβλεψαν όχι μόνο στον αποστιγματισμό αλλά και στην υπεραξίωση του ρεμπέτικου.

Στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών απόκειται το Αρχείο της Παπαδημητρίου, όπου και περιέχεται κείμενό της, που γράφτηκε, όπως λέει η ίδια, το 1936 για έναν «Αυθαίρετο Οδηγό της Ελλάδας», και ξαναγράφτηκε το 1954 για το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο.

Το κείμενο τιτλοφορείται «Τα σύγχρονα λαϊκά τραγούδια» και παραθέτω ένα αποσπασματικό δείγμα γραφής:

[…]Σε καλά ουζοπωλεία τραγουδούσανε γυναίκες με όργανα σαντούρι, ούτι, μπουζούκι, μπαγλαμά.. Έτσι αρχίσανε τα λεγόμενα τώρα «μπουζούκια» και τα συγκροτήματα. Και τώρα και τότες […] τραγουδιστές και τραγουδίστριες με όνομα ως την Τουρκία, ως την Αίγυπτο. Η ξακουσμένα Ρόζα, η Σαλονικιά, βαστούσε στο χεράκι ένα ντεφάκι καταστολισμένο, το σάλευε λίγο-λίγο και τόπαιζε σαν ξεχασμένη, σα ριπίδι, άξαφνα όμως η φωνή της καμπάνιζε, σώπαινε η βουή του καφενείου. Τα ίδια και η Μαρίκα η Πολίτισα, στο πατάρι της σαν άγαλμα. Η τέχνη αυτονών των γυναικών θέλει σοβαρό, ας είνε ανοιχτό το επάγγελμά τους, η πεταχτάδα δεν έχει και τόσο ζήτηση όπως στην Ευρώπη.[…]

…………………………….

Τέλος ΑΝ ΒΡΕΘΗ ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΣ για να φυλαχτούνε οι λαϊκές πλάκες ΘΑΧΟΜΕ ΤΗΝ ΠΙΟ ΑΜΕΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ΕΝΑΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ κατακόρυφο, χωρίς ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ, ΑΠ’ τα κέφια, τις κακομοιριές του λαού.

Η μουσική των λαϊκών τραγουδιών είνε πιο άρτια παρά η ποίησή τους. Το λεκτικό και λογικό στοιχείο ξεφτά ή παραλλάζει πρώτο, έτσι φαίνεται. Κι αφού τη μουσική γλώσσα τη μιλούνε πιο λίγοι. Αν και η χρήση και η κρίση του απλού κόσμου δεν είνε σπάνια ούτε τυχαία. Τυχαία είνε στα Ευρωπαϊκά. Που τα δέχεται σαν πρόοδο, μα του είνε ξένα. Μόνο στα δικά του αξιολογεί, ξεχωρίζει κι απαιτεί και ξέρει τι θέλει. Ξέρει και τους κανόνες. Κι η σύνδεση αυτή ανάμεσα στο συνθέτη, στο κοινό και στον εκτελεστή καθώς κι η ΣΤΕΡΕΗ μουσική αξία είνε η δύναμη των τραγουδιών αυτών∙ που ανθίζουνε ακόμα, τρικλωνίζουνε κάθε χρόνο. Ας λυσσούνε οι μισομορφωμένοι των ωδείων, ας της κολλούνε τη ρετσινιά πως είνε «χυδαία» -όπως την κολλήσανε στη γλώσσα. Οι προοδευτικοί μόνο να προσέξουνε μήπως πάρουνε «καθαρευουσιάνικα» κριτήρια μουσικά κι εμποδίσουνε απ’ τη βάση τη μουσική ανάπτυξη, με το ν’ απαρνιστούνε το μόνο ζωντανό μουσικό βάθρο.

1 «Μου αρέσει»

Εύστοχο. Αν αναφέρεται, όπως καταλαβαίνω, στα σμυρνοειδή τραγούδια του καφέ αμάν, έχω ακούσει περισσότερα όπου ένας στίχος ό,τι να ‘ναι επενδύει μια αξιόλογη μουσική παρά το αντίστροφο.

Και για τα “μπουζουκοειδή” ρεμπέτικα είχε την ίδια άποψη: το ρεμπέτικο είναι κατ’ εξοχήν μουσικό είδος, το στιχουργικό κομμάτι είναι δευτεροτριτεύον

Την έχω θαυμάσει γενικότερα αυτή τη γυναίκα

Α, εδώ δεν ξέρω αν θα συμφωνήσω μαζί της.

Εφόσον μιλάμε για 1936 και πίσω, χωρίς βέβαια να έχω κάνει στατιστική, νομίζω ότι στα μπουζουκοτράγουδα υπάρχει μικρότερη απόκλιση μεταξύ στίχου και μελωδίας, καθώς και τα δύο κινούνται κυρίως μέσα στο πλαίσιο μιας παράδοσης και δεν κοιτάνε τόσο να πειραματιστούν. Έχει στίχους που, ενώ δεν μπορείς να τους πεις σπουδαίους, ωστόσο με κάποιον τρόπο (μου φαίνεται εμένα τουλάχιστον) ότι έχουν ένα βάρος που τους διαφοροποιεί τελείως από οτιδήποτε σχετικό με «ό,τι να ‘ναι επένδυση της μουσικής», και αντίστοιχα μελωδίες που μπορεί να είναι προβλέψιμες και παρόμοιες μεταξύ τους αλλά προχειροδουλειές δεν είναι.

Οι συνθέτες της άλλης πλευράς, του καφέ αμάν, έπαιζαν με άλλους όρους.

Τα πειραιώτικα μπουζουκοτραγουδα, ειδικά του Μάρκου, είναι μινιμαλιστικά, με τρεις νότες που λέει ο λόγος βρίσκουν το στόχο. Το ρεπερτόριο του καφέ αμάν είναι προϊόν ενός πολύ πιο προηγμένου μουσικού πολιτισμού.

2 «Μου αρέσει»

Ε, και για τους στίχους κάτι ανάλογο ισχύει. Απλά, προβλέψιμα λόγια, συνέχεια ο ένας στίχος να δανείζεται από τον άλλο και όλοι μαζί από κοινές φόρμουλες, αλλά, όπως το λες @emc, βρίσκουν στόχο.

1 «Μου αρέσει»

Ο Βαμβακάρης, κατά την ταπεινή μου άποψη, έχει κάνει και ποίηση σε κάποια άσματα!

Μου αρέσει το γεγονός ότι οι στίχοι των ρεμπέτικων τραγουδιών συχνά αναφέρονται στη δική τους σκηνή ή στον δικό τους κόσμο, τραγουδούν για τον εαυτό τους, για τα μέρη που επισκέπτονται. Πιθανώς αυτό ισχύει και για τη ροκ μουσική, αλλά όχι με την ίδια ένταση.

1 «Μου αρέσει»

Επιστολές αναγνωστών για το ρεμπέτικο (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 29/10/1959)

1 «Μου αρέσει»

Ρεπορτάζ στα λαϊκά κεντράκια της Λάρισας (ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 28/10/1951)
Και ταμπέλα “απαγορεύονται οι ρεμπέτικοι χοροί και τραγούδια”…

Ο Μελάς διερωτάται ευλόγως για την απαγόρευση των ασμάτων (ΠΑΤΡΙΣ 19/1/1909)

1 «Μου αρέσει»

Πάλι προθήκη από το Εγκληματολογικό Μουσείο (ΘΕΑΤΗΣ 1935), όπου αν δεν κάνω λάθος εικονίζεται πλαγιασμένο και μπαγλαμαδάκι

Εδώ (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 26/7/1939) σε ανάλογο ρεπορτάζ για το Εγκληματολογικό Μουσείο παρουσιάζεται βαλσαμωμένος γλάρος-κρυψώνα ηρωίνης, αλλά όλα τα λεφτά είναι ο τίτλος της προθήκης: ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ!

Το πλαγιασμένο θα μπορούσε να είναι αυτό που παρουσιάζεται σε βιβλίο εγκληματολογίας με δίστιχο και λουλά.

Σε ρεπορτάζ με αφορμή το μακελειό Κοεμτζή (ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 4/3/1973) παρουσιάζεται μια φωτο από μπαγλαμαδοταμπουραδάκι ;

Ε, ναι. Βέβαια, μην απαιτούμε από τους δημοσιογράφους πλήρη οργανολογική και μουσικολογική ενημέρωση, ούτε οι ίδιοι την είχαν, ούτε οι αναγνώστες την απαιτούσαν.

Μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει, τί είδους αντικείμενα έχουν τοποθετηθεί πάνω στο μπράτσο του οργάνου;