Αστικολαϊκά παραλειπόμενα

Αυτό είναι; Ειρήνη Λιαδάκη ναι, Κονιτοπουλαίοι ναι, για Δόμνα Σαμίου δε βρίσκω.


Edit: Ναι, αυτό είναι… Τώρα μες στη Τζιά | Δόμνα Σαμίου

Οι λεονταρισμοί από εκεί βγήκαν σαν λέξη;

1 «Μου αρέσει»

Ναι, και σήμερα λέγονται περισσότερο από τον Λεονταρή, με αποτέλεσμα να το θεωρούμε μάλλον σαν «κάνει το λιοντάρι». Θα έβγαζε νόημα κι έτσι, αλλά δεν είναι αυτό!

Ακριβώς έτσι θυμάμαι και εγώ αυτά τα δίστιχα, <<τρώει>>

Η ένστασή μου για αυτήν την ερμηνεία είναι πως αυτό μάλλον θα ήθελε μια σουρεαλκαμενιάρικη αίσθηση ούμωρ τύπου «ωραία που 'ναι η Λιβαδειά χωρίς καμιάν αιτία», που θα παραήταν προχώ στα 1931.

Αν όντως είναι καραγκιόζικο, γιατί όχι;

Έγραφα και πιο πάνω ότι σαν κάτι τέτοιο να μου θυμίζει, καραγκιόζη εννοώ, όμως δεν ξέρω πού να το διασταυρώσω. Μικρός είχα διαβάσει πολλά για τον Καραγκιόζη, βιβλία για την ιστορία του, βιβλία με έργα, έτρεχα σε καραγκιοζοπαίχτες, μουσεία κλπ., και όλο και κάτι μου 'χει μείνει, όχι όμως με τόση διαύγεια ώστε να θυμάμαι πού έχω δει το καθετί…

Λοιπόν όντως είναι από καραγκιόζη, φέρεται δε ως τραγούδι Σταύρακα, και κάποιος χρήστης του ίντερνετ κάπου θυμάται και ότι το έλεγε χιουμοριστικά και ο πατέρας του δολώνοντας. Και έτσι όμως, είτε πρωτοβγήκε από τον μπερντέ είτε μπήκε εκεί από την πιάτσα, θα πρέπει την πρώτη φορά που κάποιος το είπε και κάποιος άλλος ή άλλοι το βρήκαν αστείο, να ήταν αντιληπτό τι ή ποιος ήταν το <<σκουλίκι>>.

Ο Σταύρακας είναι, μεταξύ άλλων, γενναίος στα λόγια και δειλός στα έργα, δηλαδή στο ξύλο, στη μάχη, στην πάλη. Ένα τέτοιο τραγούδι τον περιγράφει τόσο καλά όσο αν λέγαμε σε πεζό λόγο «αυτός ούτε μ’ ένα σκουλήκι δεν μπορεί να τα βάλει», πάνω στο οποίο μετά μπορεί κανείς να χτίσει την περαιτέρω υπερβολή του, «ούτε σκουλήκι δεν μπορεί να σκοτώσει», «ούτε σκουλήκι ψόφιο» κοκ.

Now it makes sense! (some characters)

Στην ανάρτηση 284 είχα αναφερθεί στην πρώτη καταγραφή στον Τύπο της εμφάνισης καφέ αμάν (καφέ σαντούρ) στα 1871, κάτι που επέτρεψε να αναχρονολογήσουμε όσα σχετικά γνωρίζαμε από τον Χατζηπανταζή (που έδινε χρονολογία 1873) .

Άλλο ένα δημοσίευμα της ίδιας εποχής (27/4/1871, εφημ. ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ) κάνει επίσης λόγο για καφενείο στον Ιλισσό όπου ακούγονται αμανέδες:

“Τα παρά τον Ιλισσόν καφενεία μετεβλήθησαν αληθώς εις άντρα νυμφών. Και εις το μεν αι ξανθαί του Βορρά θυγατέρες εκχαίουσαι λιγυράν φωνήν καταυλούσι τα ώτα των ακροατών∙ ήρεμος δε αλλά παθητική αρμονία μετά μελαγχολικού άσματος αίρει την ψυχήν του και τω προξενεί γλυκύθυμον μελαγχολίαν. Εις δε το έτερον τουρκική συμφωνία ποτέ μεν σφοδρά και θορυβώδης οτέ δε μελαγχολική προσελκύει εκείνους των ακροατών όσοι δεν απέβαλαν εισέτι το πάτριον αίσθημα, αλλά διατηρούσιν ακόμη την προς τον
α μ α ν έ ν κλίσιν των. Τοιουτοτρόπως οι μεν οπωσούν εξηυγενισμένοι και εξησκημένον το ους, αχθόμενοι διά την έλλειψιν ιταλικού μελοδράματος προστρέχουσιν εις τας Γερμανίδας, το δε λοιπόν πλήθος εις τους α μ α ν έ δ ε ς”

Ωραία τα λέει: οι οπωσούν (=όσο να 'ναι, έστω και ελάχιστα) εξευγενισμένοι, θα ήθελαν βέβαια Ιταλία αλλά στην αναβροχιά ας είναι και Γερμανία. Οι καθόλου εξευγενισμένοι, δηλαδή όσοι δεν έχουν αποβάλει το πάτριον αίσθημα, Τουρκιά και Καρατουρκιά.

Πάντως δε βλέπω να χρησιμοποιεί τις γνωστές σήμερα ονομασίες, ούτε καφέ σαντάν (το κάπως εξευγενισμένο) ούτε καφά αμάν ή καφέ σαντούρ (το τουρκοκαφροπάτριον).

Σικ;

Η μεταπολεμική λογοκρισία των δίσκων επαναδρομολογήθηκε δυνάμει της από 10-12-1947 κοινής απόφασης των υπουργείων Παιδείας-Δημοσίας Τάξεως και Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών. Η πρώτη συνεδρίαση της νεοσυσταθείσας Επιτροπής Λογοκρισίας έλαβε χώρα στις 11/2/1948 (βλ. και Γ. Κοκκώνη, «Η μουσική λογοκρισία στην Ελλάδα. Μια πρώτη προσέγγιση», στον τόμο Πηνελόπη Πετσίνη, Δημήτρης Χριστόπουλος [επιμ.], Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα. Καχεκτική δημοκρατία, δικτατορία, μεταπολίτευση, Καστανιώτης 2018)

Τα πρώτα τραγούδια που εγκρίθηκαν ήταν ελαφρού ρεπερτορίου και ακολούθησαν δύο δημώδη. Στο ρεμπέτικο ρεπερτόριο τη μεταπολεμική λογοκρισία εγκαινιάζει ο Γιώργος Μητσάκης, καθώς τα τραγούδια του «Ο μπεκρής/Έμπα στ’ αμάξι» είναι αυτά που εγκρίνονται πρώτα από την Επιτροπή. Αμέσως μετά ακολουθεί ο Χιώτης με τα τραγούδια «Καρδιά μου πάψε να πονάς/Το γινάτι βγάζει μάτι»


3 «Μου αρέσει»

Νόστιμο ρεπορτάζ περί κυριακάτικης διασκέδασης στην Πάτρα τον Αύγουστο του 1880. Ο συντάκτης περιγράφει καταλεπτώς τι κάνει ο Πατρινός την Κυριακή από τη στιγμή που θα ξυπνήσει μέχρι που να κοιμηθεί το βράδυ. Όταν φτάνει η στιγμή της βραδινής διασκέδασης όλοι οι δρόμοι φαίνεται πως οδηγούν εδώ, «στην κορωνίδα των διασκεδάσεων»:

Εις το Καφέ αμάν.

Εκεί πλέον είναι η κορωνίς των διασκεδάσεων∙ εκεί η ωραία Αρμένισα με τα παθητικά της τραγούδια, εκεί το «βάλαν φωτιά στα Γιάννινα», εκεί εκείνο το βιολί το υπερβαίνον και αηδόνας, εκεί το βλέμμα της Σοφίας, εκεί…ανεστενάζεις χωρίς να θέλης, εκεί τέλος πάντων και ο πλέον άθεος πείθεται αδιστάκτως περί της υπάρξεως του Δημιουργού. Τι άλλο θέλεις; Αμανές περίφημος, φωνή ό,τι εξαίσιον, βιολίον θείον, ηδυπαθέστατον και καλλονή θεσπέσιος. Τι δύνασαι να ζητήσης άλλο; Θεών και θεώμενος, ακούων και ακουόμενος…όταν αναστενάζεις;…μένεις εκεί έως τις 1.30 π.μ., έπειτα έχεις άλλην λαμπράν διασκέδασιν.

Τον ύπνον.

Ε, δεν διασκεδάζει κανείς λαμπρά εις τας Πάτρας;

3 «Μου αρέσει»

Ο Γιώργος Ροβερτάκης υπήρξε σημαντικός συντελεστής του αστικολαϊκού τραγουδιού: σπουδασμένος μουσικός, πιανίστας, ακορντεονίστας και συνθέτης.

Από τη δυσεύρετη σήμερα αυτοβιογραφία του, που επιμελήθηκαν το 1973 οι Τάσος Σχορέλης και Μίμης Οικονομίδης, παραθέτω λίγες σελίδες, που μας δίνουν παραστατικά την ατμόσφαιρα στο ρεμπέτικο επιτελεστικό πλαίσιο της εποχής μετά το 1925. Αξίζει να συγκρατήσουμε, μεταξύ άλλων, και την εκτίμησή του ότι τότε “το ρεμπέτικο το παίζαν άλλα όργανα: πιάνο, βιολί, κιθάρα”.




4 «Μου αρέσει»

Πιάνο έπαιζε ο άνθρωπος! Αν δεν παινέσεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει…

Σημαντική μαρτυρία:

Την τύπωσα σε πάρτες και πούλησα 10 000 κομμάτια

Σουξέ έγινε «από πάλκο σε πάλκο» φυσικά.

Λϊγες σελίδες και από την επίσης δυσεύρετη αυτοβιογραφία του Ρούκουνα (Τ. Σχορέλη-Μ. Οικονομίδη, Κώστας Ρούκουνας. Ένας ρεμπέτης, 1974):






5 «Μου αρέσει»

Ο Steve Frangos είναι γνωστός ερευνητής και συγγραφέας πολλών άρθρων για την ελληνική αστικολαϊκή μουσική στις ΗΠΑ.

Από τις πρώτες του δουλειές (1992) πρέπει να είναι και η μεταπτυχιακή διπλωματική του εργασία για τον Γ. Κατσαρό, που τη διαβάζουμε εδώ:

2 «Μου αρέσει»

Πολύ ενδιαφέρον, αλλά δυστυχώς χωρίς ούτε μια νότα μέσα, όπως συνέβαινε με αρκετές εργασίες “μουσικού” ενδιαφέροντος που αφορούσαν την Ελλάδα και γινόντουσαν στην Ελλάδα… είχα δλδ μια ελπίδα για καμιά ευχάριστη έκπληξη.

Μια που συζητιέται σε άλλο νήμα μην τυχόν η λέξη «αμανές» ανάγεται σε «Μακεδόνα Αμάν», εδώ ένα τεκμήριο ότι μάλλον η αρχική λέξη στα νεοελληνικά ήταν «μανές» και όχι «αμανές».
Από την εξαίρετη κωμωδία του Χουρμούζη, Μαλακώφ (1865):

ΚΑΤ. Εφέρετε καὶ μουσικὴ κοκκῶνα Τερεζίνα ;

ΤΕΡ. Τὴν ἔφεραν κόρη μου ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔφεραν, δυό μάλιστα μούζικαις ἤτανε, ἡ μιὰ ̓σώπαινε, κ ̓ ἡ ἄλλη ἄρχιζε,καὶ μ ̓ αὐτὸ κομμάτι ἐξεχνούσαμε πὲς τὴ στενοχωριά ποὔχαμε.

ΦΕΤ. ἔπαιζαν καὶ μανέδες κοκκῶνα Τερεζίνα ;

ΚΑΤ. Καλὲ τί μανεδίζεις τσατσά Φεταή; Μουσικὴ καὶ μανέδες πειὰ, σὰ γλυκό με σπανακόῤῥιζες!

ΦΕΤ. Καὶ ζέρ ! φράγκικο ζουρνά μούζικα, ποὺ μποροῦνε νὰ παίξουνε ἔτσι χαβάδες; θυμοῦμαι μιὰ βολὰ Βλάγκα ‘πήγαμε ς ̓ τὴ Χαρὰ τζελεπῆ Μητάκου Φερμελετζη! κ’ εἴχανε παιγνίδια βιολί, σαντοῦρι, τέφι, καὶ ταμποῦρι, κ ̓ ἔπαιζαν ἐκεῖνα πεστρέφια, κ’ ἐκεί νους, μανέδες που σάστιζες ν ̓ ἀκοῦς καὶ μετερχανέ* ἄκουσα μια βολὰ, κι ̓ ἀκόμ ̓ αὐτιά μου βοΐζουνε ! κουζάκι μου** τι ὄμορφο τοῦ ἔπαιζε καὶ μετερχανές !

ΣΜΑΡ. Οὐ τσατσά Φεταὴ μὲ τὸν Μετερχανέ σου, δὲ ’μπορῶ νὰ σ ̓ ἀκούω ! μετερχανὲς μὲ νταβούλια καὶ ζουρνάδες δὲν ξέρω τί ὀμορφιά είχε !

ΦΕΤ. ὄχι φράγκικο τώρα ζουρνάδες εἶναι ὄμορφοι ! καὶ φράγκικα μανέδες α ου, α ου.

*Μουσικὴ τῶν Παπάδων πρίν.
** Αρνάκι μου ψυχίτσα μου.

3 «Μου αρέσει»