Αστικολαϊκά παραλειπόμενα

Όντως -και καλό θα ήταν να μπει λήμμα στο Ρεμπέτικο Γλωσσάρι

Σε ενδιαφέρον “ουσιολογικό” ρεπορτάζ από τον Νοέμβριο του 1925

συναντάμε το παρακάτω σκίτσο με λεζάντα τον γνωστό στίχο:

3 «Μου αρέσει»

Σε ρεπορτάζ περί του πώς γλεντάει ο κοσμάκης τον Νοέμβριο 1926


συναντάμε ωραία φάση με τον Μήτσο/Μήστο με τον μπαγλαμά του, ο οποίος και σκιτσάρεται καταλλήλως:

4 «Μου αρέσει»

Σε αυτό το ρεπορτάζ (Ιούνιος 1928) από επίσκεψη στον τεκέ της Καλλιοπάρας («Μια νύχτα με τα παιδιά της…Καλλιοπάρας»), στην αρχή παρατίθενται οι παρακάτω στίχοι:

Τρίζουν τα βραχιολάκια σου

στα παχουλά χεράκια σου

Μπουρδούσαινα, Μπουρδούσαινα

έλα στο νου σου πούσαινα

για να ακολουθήσει το εξής σχόλιο:

«Περνώντας στην Παληά στρατώνα, στη Λαχαναγορά, στα περί την περιοχήν του Βαρβακείου ταβερνεία, θάχετε ακούσει χίλιες φορές ως τώρα, στο γνωστό λικνιστικό τόνο, την επωδό αυτή, των ιδιορρύθμων τραγουδιών, των αδερφακίστικων τύπων, των βλάμηδων, που παρά την πρόοδο, που καλπάζουσα περνά από τον τόπο μας, δεν έχουν εκλείψει, ούτε φαίνεται να εκλείψουν ποτέ, γιατί αποτελούν φαίνεται παράδοσι σ’ αυτό τον τόπο, που όλοι έχουμε τον αδερφακισμό μέσα μας»

Ακολούθως σχολιάζεται πως όσοι αρέσκονται στα χασικλίδικα άσματα τους τραβάει και η ανάλογη ζωή:

Όσον αφορά τη συγκεκριμένη επίσκεψη στον τεκέ, η υποδοχή γίνεται στιχουργημένη:

Κι εδώ σκιτσαρισμένη η είσοδος στον τεκέ της Καλλιοπάρας:

4 «Μου αρέσει»

Σε χρονογράφημα από το 1936 («Κατηγορούμενε, εγέρθητι!») ο σύζυγος φέρνει στο σπίτι ένα γραμμόφωνο προς διασκέδαση και ξεκινάει να βάζει πλάκες:

«Και τι πλάκες, ω Αλλάχ! Ανωτάτη μουσική! Τύφλα να έχη ο Μπετόβεν! Ήρχισεν λοιπόν ο αλιτήριος Έδισον να βρυχάται ανά την συνοικίαν την αιθερίαν και υπερλυρικήν μελωδίαν του:
Κυρ διοικητά!/τι με βαράααααααας/αφού εσύ το ξέρεις,
ή ακόμα –ψόφα Μόζαρτ:
Χάιντε του καημένου/του Μποχώρη,
ή επίσης –αυτοκτόνησε Βάγνερ:
Μπάρμπα Στράτο, μπάρμπα Στράτο/βάλε ναργιλέ αφράτο.
Δηλαδή: Όπερα! Όπερα! Όπερα!»

Στο πάνω πάτωμα όμως καθόταν ένας παλαιός δάσκαλος κιθάρας, «ο οποίος κάτι τέλος πάντων ένιωθε από μούζικαν. Μόλις ήκουσε την θείαν αρμονίαν των ντουζενίων, εξηγριώθη ο τάλας. Επήγε και έκαμε τα δέοντα παράπονα προς τον ιδιοκτήτην του φωνογράφου:

-Κύριε…

-Πες τον πόνο σου!

-Δε βάζεις, ευλογημένε, στο γραμμόφωνό σου και κανένα άλλο κομμάτι;

-Άλλο; Σαν τι;

-Ξέρω κι εγώ; Άλλο! Όλο μόρτικα βάζεις!

-Μόρτικα; Μόρτικα είναι αυτά;

-Αμ τι είναι;

-Το μυαλό σου και μια λίρα! Και του μπογιατζή ο κόπανος!»

1 «Μου αρέσει»

Όχι πως κατέχω εξαντλητικά όλη τη δισκογραφία μέχρι το 1936, αλλά απ’ όσα ξέρει ο κάθε στοιχειωδώς ασχολούμενος, παρατηρώ:

  • Κυρ διοικητά!/τι με βαράααααααας/αφού εσύ το ξέρεις, = κυρ αστυνόμε μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις
  • Μπάρμπα Στράτο, μπάρμπα Στράτο/βάλε ναργιλέ αφράτο = βρε συ Στράτο, βρε συ Στράτο / φτιάξε ναργιλέ αφράτο
  • ντουζενίων = ?

Τα έχουμε ξανασυζητήσει περί “ντουζενίων”=σκοπών/μελωδιών/χαβάδων/τραγουδιών κλπ

Πώς λέγεται εκείνο το παιχνίδι με την λέξη που ο πρώτος ψιθυρίζει στο αφτί του διπλανού του και ο τελευταίος λέει κάποια λέξη εντελώς διαφορετική;

Μα το θυμάμαι. Γι’ αυτό δεν το μπόλνταρες;

Και σχολίασα ότι ο συντάκτης δεν το έχει ψάξει εξαντλητικά.

Και με το δίκιο του από μια πλευρά. Ούτε εγώ θα έψαχνα πώς ακριβώς πάνε οι στίχοι ενός τραγουδιού που απεχθάνομαι, ιδίως αν ζούσα στην εποχή των 78 στροφών. Αν δε, για να βρω τι ακριβώς είναι το ντουζένι, έπρεπε να κάνω έρευνα πεδίου στους ρεμπετομουσικούς, ανθρώπους που περιφρονούσα όσο και τη μουσική τους, πάλι θα το απέφευγα.

Βέβαια, αυτό θα αφαιρούσε λεπτολογική ακρίβεια από το γραπτό μου. Μα ποια λεπτολογική ακρίβεια, μια καρικατούρα δεν κάνω; Σάμπως ο Χ πολιτικός είναι ακριβώς όπως τον δείχνουν οι σκιτσογράφοι (εννοώ τόσο «ακριβώς» να μην ξέρεις αν βλέπεις γελοιογραφία ή φωτογραφία); Όχι βέβαια, υπάρχουν και οι φωτογράφοι, και τους θέλουμε για άλλη δουλειά.

σπασμένο γραμμόφωνο (μηδέποτε επισκευασθέν)

Εδώ βέβαια είναι εκούσια προσαρμογή. Μετάλλαξη μέσω ανασύνθεσης από κακής μνήμης πρέπει να υπάρχει εδώ

Το ήξερα, δεν θυμάμαι από που,

Αχώριστα συντρόφια μας η κάμα και η τσίκα
Τό ‘να σκοτώνει τον εχθρό και τ’ άλλο καίει την πίκρα

που θα πρέπει να είναι και η οριτζινάλε μορφή, εκτός αν αποτελεί διασκευή/διόρθωση του παραπάνω. Διαισθητικά, δεν σας κάνει όμως για «σπασμένο γραμμόφωνο» η πρώτη στροφή του «Αδυνάτισα ο καημένος»; Ή μόνο εμένα μου κάνει ότι το αρχικό αδέσποτο δίστιχο θα πρέπει να έλεγε «στα» ή «το» αντί «στο δεκαδύο», δηλαδή ότι η αναφορά ήταν σε χρονολογία και όχι κάποιο διοικητικό τοπωνύμιο, και έφτασε στον Κωστή μεταλλαγμένο; (θέλω να πιστεύω ότι ο ίδιος θα είχε το ούμωρ να το κρατήσει)

Εδώ το «σκουλίκι» είναι αλυσίδα;

Εγώ το ψιλοθυμάμαι ως χαλασμένο τηλέφωνο.

Ο Πέτρος Πικρός (Χαμένα κορμιά, 1929) το παραδίδει ως εξής:

Αχώριστα συντρόφια μας,
η κάμα και η τσίκα…
Το ’να σκοτώνει τον οχτρό
και τ’ αλλο τρώει την πίκρα

Προσωπικά πάντως “αρχικό αδέσποτο δίστιχο” δεν έχω συναντήσει στις αναζητήσεις μου. Πολύ πιθανόν το εν λόγω δίστιχο να είναι επινόηση του Μπέζου -όπως και όλοι οι στίχοι του τραγουδιού: π.χ. ο στίχος “Σαν η μάπα μου θα στρώσει/και θα γίνω πάλε φίνος” δεν μου μοιάζει καθόλου αδεσποτογενής…

Ως προς την προβληματική περί “δέκα δύο”, δεν θα συμφωνούσα. Ανέκαθεν το εκλάμβανα ότι σημαίνει προδήλως ένα συγκεκριμένο Τμήμα της Χωροφυλακής (το Δέκα Δύο= 12ο) όπου ο ήρωας του τραγουδιού τις “μάζεψε” δεόντως…

Δεν μπορώ να δω πώς καλύπτεται η σημασιολογική απόσταση από το ένα στο άλλο…

Συμφωνώ. Μετρικά είναι εκτός παράδοσης.

Το παραδοσιακό ρεμπέτικο στηρίζεται πάντα και αποκλειστικά στο δίστιχο (ακόμη κι αν μερικές φορές τα γράφουμε, κακώς, ως τετράστιχα). Δίστιχο σημαίνει δύο στίχοι με τον ίδιο αριθμό συλλαβών, με το ίδιο μέτρο, ομοιοκατάληκτοι μεταξύ τους. Ο αριθμός συλλαβών είναι σχεδόν πάντα ή 8 ή 15, και το μέτρο σχδόν πάντα ή ιαμβικό, τατά τατά…, ή τροχαϊκό, τάτα τάτα…

Εδώ έχουμε τετράστιχο, με τους δύο πρώτους στίχους να μην ομοιοκαταληκτούν με τίποτε και τους δύο δεύτερους να ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους. Ή, άμα θέλετε, ένα ανομοιοκατάληκτο δίστιχο και ένα δεύτερο, ομοιοκατάληκτο:

Σαν η μάπα μου θα στρώσει
και θα γίνω πάλε φίνος
θα μασάω απ’ το τσαντάκι
διφραγκάκι διφραγκάκι.

Το «δεκαδύο» όμως είναι μετρικά στρωτό, σύμφωνα πάντα με την παράδοση:

Αδυνάτισα ο καημένος απ’ το ξύλο το πολύ
που 'φαγα στο δεκαδύο μες στη χωροφυλακή.

Κανονικότατο τροχαϊκό 15σύλλαβο ομοιοκατάληκτο δίστιχο. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να είναι προϋπάρχον αδέσποτο. Νομίζω δε, εξίσου και από άποψη νοηματική, θεματολογική και λεξιλογική.

Απλώς δεν παραδίδεται άλλοθεν, επομένως κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι είναι αδέσποτο.

Όσο για το αν θα μπορούσαν στο ίδιο τραγούδι του Μπέζου να συνυπάρχουν στίχοι αδέσποτοι με στίχους αποδεδειγμένα προσωπικούς, νομίζω ότι ναι, θα μπορούσαν.

Άρα τελικά δεν έχουμε καμί ααπόδειξη ότι δεν είναι αδέσποτο, ούτε καν -κατά τη γνώμη μου- κανένα επιχείρημα που να βαραίνει προς οποιαδήποτε από τις δύο αντίθετες πιθανότητες. Μπορεί να είναι αδέσποτο, τέρμα.

Αν κάποιος κάπου εντοπίσει παλιότερη καταγραφή του ίδιου διστίχου ως ανώνυμου, τότε αποδεικνύεται η μία πιθανότητα. Αν όχι, δεν αποδεικνύεται τίποτε και μένουμε εσαεί με την απορία.


[Για λίγο καλύτερη εικόνα, ας δούμε τον «Γιάννη χασικλή» του ιδίου:

Μέσα στου Συγγρού τη φυλακή
βρίσκεις λουλά και τουμπεκί.

Μετρικά ανώμαλο με βάση την παράδοση (ένας στίχος 9σύλλαβος τροχαϊκός + ένας 8σύλλαβος ιαμβικός). Θα μπορούσε να αποκατασταθεί κόβοντας το «μέσα» σε «μες»: τότε θα ήταν δύο 8σύλλαβα ιαμβικά, όπως σε χιλιάδες ρεμπέτικα. Όμως δε θα ταίριαζε στη μουσική.

Θα ταίραζε όμως σε άλλες. Μη μου πείτε ότι «μες στου Συγγρού τη φυλακή / βρίσκεις λουλά και τουμπεκί» δε θα μπορούσε άριστα να είναι αδέσποτο! Δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή να το έχω όντως ακούσει σε άλλο τραγούδι, αλλά μου ακούγεται εντελώς κλασικού μουρμούρικου τύπου.

Άρα: παραδοσιακό δίστιχο, τροποποιημένο κατά μη παραδοσιακό τρόπο προκειμένου να ταιριάξει στη μουσική, η οποία με τη σειρά της κι αυτή πατάει πολύ γερά στην παράδοση (δρόμος - ρυθμός - συνολική αισθητική), αλλά αποκλίνει κιόλας από αυτήν στο ζήτημα του πώς κατανέμει τις συλλαβές στη μελωδία (αυτό το «βρίσκεις» που είναι κάπου ανάμεσα στις δύο μουσικές φράσεις είναι το στοιχείο της πρωτοτυπίας, της έκπληξης, της απομάκρυνσης από την παράδοσης).

Πάμε παρακάτω:

Έχει φίνους χασικλήδες
που 'ναι όλοι μερακλήδες.

Εντελώς παραδοσιακότροπο. Κι αν δεν το είχε πει ποτέ ο σοφός ανώνυμος λαός, πάντως θα μπορουσε να το έχει πει.

Μετά είναι το ρεφρέν (επίσης παραδοσιακότροπο), και μετά επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: ένα παραδοσιακό(τροπο) με πειραγμένο μέτρο κι ένα ως έχει, και μετά τρίτη φορά το ίδιο.

Αυτός είναι ο τρόπος / ένας από τους τρόπους που συνδιαλέγεται ο Μπέζος, ως επώνυμος εξατομικευμένος (μορφωμένος, αστός) συνθέτης με συνειδητοποιημένη την έννοια της πρωτοτυπίας, της έκπληξης, με την ανώνυμη προφορική παράδοση.]

Μήπως αναφέρεται σε μαγκούρα με πτυσσόμενη λεπίδα, που κάπου νομίζω έχω διαβάσει πως υπήρξε εξάρτημα επτανήσιων μπράβων;

Κι εγώ, αλλά υποθέτω από την συζήτηση το «σπασμένο γραμμόφωνο» ως εναλλακτικό/παράλληλο ιδίωμα.

Τώρα που αναφέρθηκε νομίζω ότι το πέτυχα στο «Τουμπεκί» του ιδίου, και δεν είμαι πια σίγουρος αν έλεγε «καίει» ή «τρώει»

Η αλυσίδα είναι μακρουλή, αζώντανη/ασκότωτη, και περιοριστική, ακριβώς όπως ένα ψόφιο σκουλίκι που δεν αφήνει κάποιον να φύγει. Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

Απλά, ένα σκουλήκι ψόφιο. Είναι ένας αστείος στίχος.

Το καλοκαίρι του 1911 ανεβαίνει στο θέατρο η «ηθογραφική σάτιρα» Τζιώτικο ραβαΐσι του Τίμου Δεπάστα. Τη μερίδα του λέοντος της παράστασης κλέβει ο τύπος του Λεονταρή, ενός χαρακτήρα ψευτοπαλληκαρά που μιλάει λαϊκομάγκικα, αλλά μόλις δει τα ζόρικα μαζεύεται. Το έργο αυτό είχε τεράστια επιτυχία, η δε λέξη «λεονταρής» αυτονομήθηκε και κατέληξε μέχρι τις μέρες μας να σημαίνει τον ψευτοπαλληκαρά.

Σε ένα σημείο του κειμένου ακούμε τον Λεονταρή να τραγουδάει:

Τα παιδιά της γειτονιάς σου με πειράζουνε

Γκιουπ γκα πα γκλαρί με λένε και με σκάζουνε

Να τα πιάσω να τα δείρω τα μπερμπάτικα

Να τους δώσω δυο χαστούκια να ’ναι χάσικα

Γενικότερα τώρα, το κείμενο της παράστασης διανθιζόταν από κάποια «άσματα» στιχουργημένα από τον Δεπάστα σε μουσική, καθώς φαίνεται, του Α. Μαστρεκίνη.

Το πολύ ενδιαφέρον είναι πως το ακροτελεύτιο άσμα του έργου έμελλε να ζήσει μέχρις τις μέρες μας. Οι στίχοι ήταν οι εξής:

Εδώ μεσ’ τη Τζιά μεσ’ το μικρό Παρίσι

δεν θα μείνει πια ελεύθερο κορίτσι

Δεν θα μείνει κόρη καμμιά γεροντοκόρη (δις)

Και θα παντρευτεί κάθε λιμοκοντόρος

και θε να γενεί πολύ μεγάλος ντόρος

Θα γίνει ραβαΐσι π’ ανάμνηση θ’ αφήσει (δις)

Δεν γνωρίζω ποια ήταν η πρωτότυπη μουσική με την οποία είχε επενδυθεί το στιχούργημα, ωστόσο θυμάμαι να το τραγουδάει η μάνα μου στη μελωδία με την οποία έγινε γνωστό το τραγούδι στα 1965 όταν κυκλοφόρησε σε μικρό δίσκο στο όνομα του Γ. Κονιτόπουλου, σε μουσική επιμέλεια Δόμνας Σαμίου και τραγουδισμένο από την Ειρήνη Λιαδάκη (αγνοώ εάν υπάρχει προγενέστερη ηχογράφηση).

Εδώ οι στίχοι του δισκογραφημένου τραγουδιού:

Τώρα μες στη Τζιά μες στο μικρό Παρίσι

δε θα μείνει πια ανύπαντρο κορίτσι.

Δε θα μείνει κόρη,κόρη γεροντοκόρη.

Και θα παντρευτεί κάθε λιμοκοντόρος

και θα γίνει εδώ ο πιο μεγάλος ντόρος.

Θα γίνει ραβαϊσι, π’ ανάμνηση θ’ αφήσει.

Και θα παντρευτεί καθείς με την αράδα

κι έτσι θα ’χουμε χαρές κάθε βδομάδα.

Δε θα μείνει κόρη, κόρη γεροντοκόρη.

Το τραγούδι χαρακτηρίζεται στην ετικέτα «συρτό νησιώτικο». Συγκρίνοντας τα δύο στιχουργήματα, παρατηρούμε πάμπολλες ομοιότητες αλλά και κάποιες διαφορές, ενώ έχει προστεθεί και δίστιχο το οποίο δεν υπήρχε στο πρωτότυπο άσμα.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η διαχρονική σκυταλοδρομία του εν λόγω τραγουδιού από στόμα σε στόμα, με αφετηρία το αστικό περιβάλλον της τότε Αθήνας και κατάληξη την προσγείωσή του ως οιονεί τζιώτικο παραδοσιακό τραγούδι.

Όσο για τα εύσημα στον αυθεντικό ποιητή του κειμένου… τα έφαγε η μαρμάγκα!

ΥΓ. Βλέπω τώρα ότι είχε κυκλοφορήσει το έργο από την εταιρεία της κυρίας Κούλας!

Το έχει κανείς άραγε; Μήπως ακούγαμε τον αφηγητή να τραγουδάει τα εμβόλιμα άσματα…

1 «Μου αρέσει»

Το Τζιώτικο Ραβΐσι, δηλαδή το συγκεκριμένο τραγούδι (γνωστό με τον τίτλο ολόκληρου του έργου) πράγματι λέγεται στην Τζια, έχει μείνει ως ντόπιο παραδοσιακό. Ο σκοπός ταυτίζεται κατά το ήμισυ με το Κάτω στον γαλό (Νεραντζούλα φουντωτή), αλλά διαφοροποιείται στο δεύτερο ήμισυ.

Είναι πολύ αγαπητό στους τσαμπουνιέρηδες (η Τζια έχει παρα πολλούς τσαμπουνιέρηδες, είναι από τα μέρη όπου η τσαμπούνα ποτέ δεν υποχώρησε ιδιαίτερα). Το παίζουν και τα βιολιά, και το έχει δισκογραφήσει ο εξαιρετικός Αντωνάκης Ζουλός (δίσκος Τα Τζιώτικα).

Θα είχα περιέργεια να άκουγα πώς είναι το ορίτζιναλ όπως το έγραψε ο συνθέτης.

Εντυπωσιακό να μην είναι γνωστός με σιγουριά ο συνθέτης! Το έργο δεν είναι καθόλου άγνωστο - εγώ μεν το έμαθα από τις τζιώτικες τσαμπούνες, αλλά έχω ακούσει/διαβάσει να το αναφέρουν και σε κύκλους τελείως άσχετους από Τζια και από τσαμπούνες.