Συντονισμός δεν είναι να σου παίξω εννέα όγδοα, τονισμένα έτσι και γκρουπαρισμένα αλλιώς, και να κάνεις τα αντίστοιχα βήματα. Αυτό είναι το στοιχειώδες, που η κάθε πλευρά θα το 'κανε κι από μόνη της.
Συντονισμός είναι ότι αυτό που θα κάναμε ούτως ή άλλως, μουσικοί και χορευτές, θα το κάνουμε μαζί. Θα το συνδημιουργήσουμε, παίζοντας και χορεύοντας πράγματα που υπήρχαν ήδη αλλά εκείνη τη στιγή τα αναδημιουργούμε. Δε σημαίνει ότι θα παίξεις άλλα πράγματα, ή θα χορέψεις άλλα πράγματα. Τα ίδια θα κάνεις, αλλά… αλλιώς!
Για τα νησιώτικα, πολλοί παλιοί μουσικοί έχουν το παράπονο ότι ενώ παλιά στα πανηγύρια τον συρτό τον χόρευε μία παρέα, και τον μπάλο ένα ζευγάρι, και ξέρανε για ποιον παίζουνε και με ποιον να συντονιστούν, μετά βγήκαν τα μαγαζιά όπου όλοι οι χοροί είναι για όλους ταυτόχρονα, ακολούθησαν και τα πανηγύρια το ίδιο στυλ, και πλέον παίζουν στον αέρα. Περισσότερη συμμετοχή, περισσότερη μοναξιά. (Εδώ ταιριάζει και η χαρακτηριστική λεπτομέρεια ότι η παραδοσιακή θέση των μουσικών μιας ζυγιάς ήταν στο κέντρο του χορού, αντικριστά μεταξύ τους. Εκτός από το να επικοινωνούν ο ένας με τον άλλον, εξασφαλίζουν ότι τουλάχιστον ο ένας θα έχει οπτική επαφή με τον πρώτο του χορού όπου κι αν έχει φτάσει, π.χ. πίσω από την πλάτη του άλλου!)
«… Εκείνα τα χρόνια στα γλέντια οι μουσικοί και τραγουδιστές είχαμε επαφή με αυτόν που χόρευε, με τις κινήσεις του. Σήμερα μπαίνουν 100 άνθρωποι και δε βλέπεις ποιος χορεύει, χτυπιέται ο ένας με τον άλλο. Αυτό είναι απαράδεκτο. Εχουν αλλάξει κατά πολύ τα σημερινά γλέντια…» έλεγε με νόημα ο Πετρολούκας σε συνέντευξή του στον Ριζοσπάστη, τέτοιες μέρες, Ιούνη μήνα, πριν από ακριβώς είκοσι χρόνια…
Κι όμως αυτή η απόλυτη σύνδεση με το ρυθμό είναι πιθανόν να μην είναι κάποια φυσική ιδιότητα του μουσικού, αλλά καλλιεργημένη μέσα από το άκουσμα αυτής της συγκεκριμένης μουσικής (ή άλλων παρόμοιων με σαφή ρυθμικά σχήματα). Στην αφρικανική πολυρυθμία δεν έχουν πρόβλημα οι μουσικοί να πάζουν 3/8 πάνω σε 2/8 ταυτόχρονα ή και 5/8 από πάνω που να οδηγεί σε συνγκοπή. Άρα ο μουσικός μπορεί να εκπαιδευτεί να “φεύγει” από το ρυθμό αν χρειάζεται ή τουλάχιστον να μπορεί να πάιξει ταυτόχρονα ασύμβατους ρυθμούς μεταξύ τους και να μένει στο δικό του ρυθμό.
Βέβαια. Μιλάμε πάντα για τους ρυθμούς που σου είναι οικείοι. Έχει Αφρικανούς που κάτι τέτοια αδιανόητα, πολυρρυθμικά κλπ. (ή και απλούς ρυθμούς αλλά με εσωτερική διαίρεση και τονισμούς που εμείς θα βραχυκυκλώναμε) τα έχουν ψωμοτύρι. Οι οποίοι όμως δεν ξέρω αν θα καταλάβαιναν το χασάπικο, ένα-δύο-ένα-δύο…
Δεν ξέρω αν εκτός από το επίκτητο, το πολιτισμικό, ότι δηλαδή ο καθένας καταλαβαίνει τους ρυθμούς που ξέρει, υπάρχει και εγγενής φυσική ροπή του ανθρώπου προς τον ρυθμό. Αλλά δε νομίζω ότι εδώ μας ενδοαφέρει αυτό. Αυτό που μας ενδιαφέρει, και που συνδέεται με τον Μάρκο, είναι ότι αν υπάρχουν ορισμένοι ρυθμοί που τους ξέρεις καλά, π.χ. το ζεϊμπέκικο τάδε, το απτάλικο δείνα κλπ., τότε είτε ξέρεις επιπλέον και να τους μετρήσεις είτε όχι, εξίσου σωστά θα τους παίξεις, κι εξίσου εύκολα θα αντιληφθείς και θα αποφύγεις το λάθος.
Σαν τη μητρική γλώσσα που λέγαμε και πιο πριν: μπορεί να μην ξέρεις τι χρόνος και τι έγκλιση είναι το κάθε ρήμα που λες όταν μιλάς, ωστόσο αυθορμήτως τα βάζεις πάντοτε στον σωστό χρόνο και έγκλιση.
Το τερματίζω λίγο το εκτός θέματος, αλλά είναι νομίζω ενδιαφέρον και αυτό. Ο άνθρωπος και μάλιστα ακόμα και οι πρόγονοί του τα πρωτεύοντα θηλαστικά έχει ιδιαίτερη ικανότητα στο να αναγνωρίζει επαναλαμβανόμενα μοτίβα στη φύση. Αυτά τα χρησιμοποιεί για όλες του τις ανάγκες από τον προσανατολισμό με βάση οπτικά μοτίβα, μέχρι το να αναγνωρίζει τον κίνδυνο από ήχους και περίεργους συνδυασμούς. π.χ. Όταν ένας άλφα-θηρευτής πλησιάζει πέφτει μούγκα στο δάσος και όσο πιο γρήγορα το καταλάβεις, τόσο το καλύτερο. Η μουσική όμως και η γλώσσα που στηρίζονται πάνω στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα ξεκινούν από μία ανάγκη που έχουν λίγα ζώα και είναι η ανάγκη των γονιών να συνενοούνται με τα μικρά. Όλα τα πρωτεύοντα περνάνε μεγάλο χρονικό διάστημα σε παιδική ηλικία. Αυτό τους δίνει χρόνο να αναπτυχθούν, αλλά έχει το ελάττωμα οτι χρειάζονται υποστήριξη από κάποιον ενήλικο. Αυτό το χαρακτηριστικό δημιούργησε την ανάγκη για να τους τραβάει κάποιος την προσοχή και να επικοινωνεί μαζί τους και έτσι γεννήθηκε πρώτα το τραγούδι και μετά η γλώσσα. Έτσι λοιπόν η πρώτη σύνθεση της ανθρωπότητας ήταν το μητρικό τραγούδι.
Ξανά συγνώμη για το εκτός θέματος, αλλά έθεσες ένα θέμα που βρίσκω ενδιαφέρον.
Σε μία μουσική εγκυκλοπαίδεια, γραμμένη μάλλον σε εποχές όπου το αποικιοκρατικό πνεύμα κρατούσε ακόμη καλά, έχω διαβάσει το εξής (από μνήμης):
Στους αυτόχθονες της Αμερικής έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις όπου ο ίδιος άνθρωπος τραγουδάει σ’ έναν ρυθμό και αυτοσυνοδεύεται στο τύμπανο σε άλλον ρυθμό. Δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί αν αυτό οφείλεται σε εξαιρετικά οξυμένη μουσική αντίληψη ή το αντίθετο, σε πλήρη αρρυθμία!!!
Αν είναι δυνατόν, αυτόχθων Αμερικανός να έχει εξαιρετικά οξυμένη μουσική αντίληψη! Κι εμείς οι Δυτικοί, που ήρθαμε να τους εξανθρωπίσουμε, τί θα κάνουμε; θα μάθουμε απ’ αυτούς; Ε, όχι δα!..
Νομίζω ότι από Έλληνες για ελληνικά έχουμε διαβάσει πολύ χειρότερα. Ο αμανές, τα χασικλήδικα, …
1 «Μου αρέσει»
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
54
Ναι αλλά γενικώς τα πρωτεύοντα, και μάλιστα τα κοντινότερα σε εμάς, δεν είναι καθόλου μουσικά όντα. Το κελάηδημα των ωδικών πτηνών μάλλον είναι κοντινότερο ανάλογο.
Ξαναδιαβάζοντάς το σχόλιο διαπίστωσα οτι δεν είναι σαφές το συμπέρασμα. Συγνώμη για αυτό. Το συμπέρασμα είναι οτι κάτι υπερ-εξειδικευμένο όπως το ζειμπέκικο σαν ρυθμικό μοτίβο, δεν είναι δυνατόν να είναι κωδικοποιημένο στο γεννετικό υλικό. Τα πράγματα που κωδικοποιούνται εκεί αφορούν την εμπειρία των 10άδων εκατομυρίων χρόνων της εμπειρίας των πρωτευόντων και των εκατομυρίων χρόνων του ανθρώπου σε ελεύθερη κατάσταση. Αν λοιπόν δεν μπορείτε να φανταστείτε με τίποτα σε τι θα μπορούσε να βοηθήσει μια ικανότητα έναν τροφοσυλλέκτη-κυνηγό να επιβιώσει και να μεγαλώσει τα παιδιά του, τότε το πιο πιθανό είναι οτι δεν κληροδοτείται.
Προσωπικά μετά από διάβασμα κυρίως της ζωής του Μότσαρτ όπως έχει καταγραφεί σήμερα και όχι η βλακώδης απεικόνιση ενός ημίτρελλου ιδιοφυούς που υπάρχει στην γνωστή ταινία Αμαντέους (η οποία προέρχεται από θεατρικό έργο του 19ου αιώνα), δεν πιστεύω καν οτι υπάρχει μουσικό ταλέντο στο γεννετικό υλικό. Αυτό που υπάρχει είναι μουσικό μεράκι, χρόνος (με λυμένα τα προβλήματα βιοπορισμού σε τουλάχιστον στοιχειώδες επίπεδο) και η απαραίτητη αυτοπειθαχία που χρειάζεται για να στρωθείς και να μάθεις μουσική. Μέσα στο μεράκι εντάσσω και το “γιατί;”.
Ο άνθρωπος όμως γενικά είναι ιδιαίτερα ικανός στο να συνδέει επαναλαμβανόμενα μοτίβα γύρω του ηχητικά και μη ηχητικά και να τα συνδέει μεταξύ τους βγάζοντας σύνθετα συμπεράσματα. Αυτό συμβαίνει γιατί το χρειάζεται. Το πουλί έχει τρεις διαστάσεις για να κινηθεί, οπότε η ζωή του είναι πιο απλή. Το τραγούδι των πουλιών είναι πράγματι ωραίο αλλά δεν είναι κάτι τόσο σύνθετο όπως η μουσική.
Δεν είχα αντιληφθεί πότε μπήκε το DNA στη συζήτηση. Α το αφήσουμε να ξαναβγεί, δε νομίζω ότι μας αφορά. (Και για τους λόγους που εξηγεί σαφέστατα ο Άγγελος, αλλά ακόμη και χωρίς λόγους!)
Απλώς να πω ότι, εφόσον μιλάμε στενά για μουσική και όχι για τα ένστικτα επιβίωσης του τροφοσυλλέκτη παππού μας, δεν είναι και τόσο εξειδικευμένο πράγμα ο ρυθμός του ζεϊμπέκικου. Μπορεί να φαντάζει έτσι όταν πάμε να το αναλύσουμε: εννέα χρόνοι, διηρημένοι σε τρία δυάρια και ένα τριάρι, το τριάρι μπορεί να είναι είτε πρώτο είτε τελευταίο, από δε τα δυάρια το δεύτερο είναι στάνταρ αλλά το πρώτο και το τρίτο μπορούν να υποδιαιρούνται περαιτέρω είτε έτσι είτε έτσι... Ναι, αν καταλαβαίνεις μουσική χωρίς να έχεις ξανακούσει ζεϊμπέκικο είναι λίγο κάψιμο, αλλά αν το ακούς μια ζωή είναι απλό.
Και πολλά άλλα απλά πράγματα φαίνονται υπερεξειδικευμένα όταν προσπαθούμε να τα περιγράψουμε. Τόσο εξειδικευμένα ώστε δικαιολογημένα παρασύρεται κανείς να φανταστεί ότι δεν μπορεί να είναι αυθόρμητα λαϊκά συλλογικά δημιουργήματα αλλά προϊόντα του γραφείου. Έχετε διαβάσει την Εισαγωγή του Μαυροειδή, για τα διαστήματα; Ο υπολογισμός σε σεντς της διαφοράς ανάμεσα στα ίδια διαστήματα όπως έχουν διαφορετικά οριστεί κατά καιρούς και όπως εκτελούνται στην πράξη, σε συνδυασμό και μ’ ένα περιθώριο απόκλισης από τόσο μέχρι τόσο, είναι για να σκίζεις τα πτυχία του. Αλλά ο άλλος απλώς παίζει λύρα σαν τον δάσκαλό του!
Ναι, συμφωνώ οτι το ζειμπέκικο είναι αρκετά πολύπλοκο και θα ήταν ενδιαφέρον αν γνωρίζαμε από που προέκυψε. Όχι πότε και από ποιούς πρωτοεμφανίστηκε, αλλά περισσότερο γιατί; Όπως το ίδιο και για το καλαματιανό, ακόμα και το τσάμικο είναι αρκετά πολύπλοκο. Σίγουρα όλα αυτά συνδέονται με τους χορούς και με το χορό δεν το χω πολύ. Αλλά υποθέτω οτι δεν μπορείς να κάνεις και πολλές φιγούρες σε 2/4 ή 3/4, άρα αμα το 'χει η κούτρα σου να κάνεις φιγούρες, πρέπει να χορέψεις Τσάμικο, Καλαματιανό, Ζειμπέκικο. Μπορεί όμως και να μην είναι έτσι. Η ρούμπα (δηλαδή το κλάβε) πάντως βγαίνει από υπέρθεση δύο απλών ρυθμών και βγαίνει από τη φάση μαζεύονται όλοι μαζί και χτυπούν ο καθένας όπως νομίζει μέχρι να βγει κάτι το ωραίο, το οποίο το κρατάνε και το επαναλαμβάνουν. Υπάρχει ένας δίσκος με ζωντανή ηχογράφηση από το καρναβάλι του Σαντιάγο της Κούβας, όπου κυριολεκτικά ο καθένας χτυπάει κάτι διαφορετικό ή τραγουδάει ή παίζει και ακούγεται χαμός.
Αν ισχύει η θεωρία των πολεμιστών ζειμπέκων, θα μπορούσε ο σκοπός του ζειμπέκικου να είναι απλά η φιγούρα, κάτι που όλοι οι πολεμιστές ανα τους αιώνες έκαναν πολύ.
Ο καλαματιανός είναι παραλλαγή του συρτού. Τρεις χτύποι, ο πρώτος με διάρκεια τριών μικρών χρόνων, ο δεύτερος είναι που κάνει τη διαφορά -τρεις χρόνους στον συρτό, δύο στον καλαματιανό- και ο τρίτος δύο.
Είχα διαβάσει για μια πρόσφατη έρευνα στα χωριά της Καλαμάτας ότι, εκτός που δε χρησιμοποιούσαν τη λέξη «καλαματιανό» και τα έλεγαν όλα συλλήβδην συρτά, επιπλέον δεν τα ξεχώριζαν και καθόλου. Πληροφορητές που είχαν προλάβει χορούς χωρίς όργανα, με αντιφωνικό τραγούδι από τους χορευτές, είτε δεν καταλάβαιναν ολωσδιόλου την ερώτηση για τους δύο διαφορετικούς ρυθμούς, είτε μπορεί και για κάποια τραγούδια να δήλωσαν ότι τα λέγανε κι έτσι, τα λέγανε και αλλιώς. (Όπως τα θυμάμαι άκρες μέσες.)
Και αυτοπροσώπως έχω δει ανθρώπους να συζητάνε:
-Μωρέ πώς το λέγαμε εκείνο το τραγούδι; Έτσι (τραγουδάει συρτό) ή έτσι; (τραγουδάει καλαματιανό)
-Αφού το ίδιο λες!
Ούτε το τσάμικο, χωρίς όργανα και σχετικά γρήγορο, είναι περίπλοκο.