Το λαούτο στην Κύπρο: πέρα από τις συγχορδίες

Ένας λαουτάρης που θαυμάζω εδώ και χρόνια, παίζοντας για τηλεοπτικές χορογραφίες μεν, καλούς χορευτές δε και το σημαντικότερο με πολύ καθαρή ηχοληψία, ώστε να ακούμε τι ακριβώς παίζει. Δεν ξέρω αν αυτό το παίξιμο είχε υπόψη ο Πέπε γράφοντας

Σε ορισμένα νησιά έχουν αναπτύξει μια τεχνική στο λαούτο όπου παίζουν ταυτόχρονα και μελωδία και αυτοσυνοδεία. Είναι κάτι αρκετά παραπλήσιο προς το παλιό παίξιμο του μπουζουκιού, όπου σε ορισμένα σημεία του ρυθμού βαράνε και τις ανοιχτές. Μόνο που στο μπουζούκι αυτό γινόταν όταν ήταν κύριο ή και μοναδικό όργανο, ενώ στο λαούτο γίνεται όταν από πάνω υπάρχει βιολί ή λύρα.
.

Έσυρα το μήλον, με αντρικό καρτζιλαμά μια και είναι στον ίδιο ρυθμό

//youtu.be/qV6FSHvDNUM

//youtu.be/CjUEDHCnHWg

Ο καλαματιανός δεν είναι παραδοσιακός, αλλά μελοποίηση από τον Αχιλλέα Λυμπουρίδη ποιήματος του Δημήτρη Λιπέρτη

//youtu.be/8SbT8aMShSg

Σούστα, με το φκιολάρη να χρησιμοποιά και τον Καρροτσέρη

//youtu.be/9EygODH_zpY

Στο τρίτο βίντεο εννοώ ακριβώς αυτό. Στο τέταρτο, όπως γίνεται συνήθως με τις πολύ γρήγορες μελωδίες, η ίδια τεχνική απλοποιείται (παίζουν μόνο τις πολύ βασικές νότες της μελωδίας) για να μην υστερήσει το ρυθμικό στοιχείο. Στα δύο πρώτα δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι ακούω, αλλά μάλλον πάλι για το ίδιο πρόκειται. Πάντως ειδικά στο δεύτερο ο ρυθμός σκοτώνει! Πολύ καλός λαουτιέρης πράγματι.

Δεν το έχω ξανακούσει στην Κύπρο αυτό το παίξιμο. Έχω ακούσει τρία άλλα:
-Σκέτο ρυθμό με «συγχορδίες», ή τουλάχιστον πιασίματα πολλών χορδών ταυτόχρονα που όμως δεν έχουν καμία σχέση με την δυτική-αρμονική έννοια των συγχορδιών. Σε διάφορες ηχογραφήσεις του 7πλού σιντί του ΠΛΙ, και σε όλο το σιντί «Λεμεσός» του Λυκείου Ελληνίδων. Εντυπωσιακό παίξιμο, με πολύ χαρακτηριστικά ιδιωματικά στοιχεία στη ρυθμική αντίληψη - πολλές φορές είναι δύσκολο να πεις αν ακούς τριάρι ή τεσσάρι ή εννιάρι, και όμως είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για λάθος ή αβεβαιότητα του παίχτη αλλά για το τοπικά σωστό παίξιμο που χρειάζονται ο βιολιτζής και οι χορευτές για να αποδώσουν.
-Κανονική μελωδία με συνοδεία από τη διπλανή ανοιχτή, σε σόλο λαούτο. Διαφέρει από αυτό που συζητάμε εδώ κατά το ότι η πενιά «σημαδεύει» τη μελωδική χορδή, ενώ εδώ στα βιντεάκια τις σημαδεύει όλες (εδώ είναι πιο «βούρτσα», όπως το λένε στην Κρήτη -αλλά και πάλι η «βούρτσα» δεν είναι ακριβώς αυτό) …τέλος πάντων, η γλώσσα μου δε φτάνει να τα περιγράψει όλα με ακρίβεια. Πάντως εννοώ πενιές που θυμίζουν αρκετά σάζι. Σε μια -δυο ηχογραφήσεις του ως άνω 7πλού.
-Άθλια ματζορομίνορα ακόρντα με νεοναξιώτικη γλυκανάλατη ρυθμική, σ’ ένα σημερινό λαουτιέρη που «εκπροσωπούσε» την κυπριακή παράδοση σε εκδήλωση μαζί με αξιόλογους συμπατριώτες του. Με ενόχλησε τόσο που δε θα ήθελα να πω περισσότερα.

[εκτός θέματος: «σούστα» λέτε το χασαποσέρβικο;]

Ναι, υποθέτω η σούστα μας είναι ο χασαποσέρβικος σας :). Ο καροτσέρης κανονικά χορεύεται διαφορετικά.

Υπάρχει και το νέο είδος του έντεχνου λαουτάρη που δεν παίζει μουσική στο παραδοσιακό πλαίσιο για χορευτές αλλά είτε δικές του συνθέσεις είτε διασκευές παραδοσιακών σαν προσωπική δημιουργία. Παραδείγματα: Ευαγόρας Καραγιώργης, Λάρκος Λάρκου, Αλκίνοος Ιωαννίδης κλπ. Γενικά προσεγγίζουν το λαούτο σαν οργανο που παίζει είτε κυρίως μονοφωνικά (χωρίς τον ισοκράτη άλλων χορδών και τη ρυθμική πενιά με τον παραδοσιακό τρόπο) είτε συγχορδίες και αρπίσματα α λα ακουστική κιθάρα. Η εντύπωση μου είναι ότι αυτοί οι παίχτες προσεγγίζουν το όργανο χωρίς να έχουν μελετήσει τα παραδοσιακά παιξίματα, ή και προσπερνώντας τα ως μονότονα/λάθος/παράφωνα, ξεχνώντας ότι το όργανο από μόνο του δεν μπορεί να δώσει παραδοσιακό χρώμα χωρίς το κατάλληλο παίξιμο. Αυτό δεν είναι κριτική για την ποιότητα της συνθετικής και ερευνητικής δουλιάς ειδικά του Καραγιώργη. Είναι φανερό ότι ψάχνει συνέχεια την παραδοσιακή κυπριακή μουσική και τον θεωρώ αξιόλογο συνθέτη στις δικές του δημιουργίες. Σαν οργανοπαίκτης ειδικά στον δίσκο του “με δίχως τ’ αννοιχτάριν” ακυρώνει την κριτική μου :).

Ένας ερασιτέχνης κλαριντζής, με ρεπερτόριο «γενικώς παραδοσιακό», ο οποίος κατά σύμπτωση είναι Κύπριος, μου είχε πει: «Δεν ξέρω πολλά τσάμικα και τέτοια, το κλαρίνο το παίζω απλώς σαν όργανο».

Αυτό το σαν όργανο είναι πολύ βασική έννοια. Δεν το λένε πολλοί, αλλά νομίζω ότι ο συγκεκριμένος βρήκε τις κατάλληλες λέξεις για να πει αυτό που και άλλοι κάνουν χωρίς να το ονομάζουν κάπως.
Τα περισσότερα όργανα μπορούν να κάνουν σχεδόν τα πάντα. Το καθένα έχει βέβαια τους περιορισμούς του (που κατά περίπτωση ένας μεγάλος παίχτης μπορεί και να τους διευρύνει), αλλά συνήθως μέσα σ’ αυτούς τους περιορισμούς μπορεί να χωρέσει οποιοδήποτε κομμάτι, είτε παραδοσιακό της Α ή Β περιοχής, είτε «γενικώς πααραδοσιακό», είτε και από άλλα μουσικά είδη. Οπότε, μπορείς να περάσεις στο λαούτο ή στο κλαρίνο ή σε κάθε όργανο κομμάτια που κατά παράδοση δεν ανήκουν στο ρεπερτόριο του οργάνου. Σ’ αυτή την περίπτωση αυτό που προσθέτεις στο κομμάτι από το όργανο είναι κυρίως το ηχόχρωμά του (του οργάνου). Πάνω σ’ αυτή τη λογική καθιερώθηκαν άλλωστε, αρχικά, και τα παραδοσιακά όργανα που ενσωματώθηκαν σε διάφορα τοπικά ιδιώματα προερχόμενα από άλλες μουσικές, όπως π.χ. το ίδιο το κλαρίνο (κάποιος έμαθε κλαρίνο σε μια στρατιωτική μπάντα ή ποιος ξέρει πού αλλού, και άρχισε να περνάει τα κομμάτια του χωριού του που τα έπαιζαν οι ζουρνάδες ή οι φλογέρες, και σιγά σιγά δημιουργήθηκε ολόκληρη παράδοση).
Από την άλλη, υπάρχει και ο τρόπος να παίζεις το κλαρίνο όχι σαν όργανο αλλά σαν κλαρίνο. Αυτό σημαίνει να ακολουθείς μια ήδη υπάρχουσα παράδοση με το ρεπερτόριό της και την αισθητική της. Να παίζεις δηλαδή πράγματα που τα έχεις ήδη ακούσει με κλαρίνο. Εμβαθύνοντας σ’ αυτό το στυλ, φτάνει κανείς να παίζει πράγματα που μόνο με το κλαρίνο παίζονται. Για παράδειγμα, ένα μοιρολόι ή ένας σκάρος μπορεί να βγαίνουν και στο σαξόφωνο που λέει ο λόγος, αλλά δε θα είναι το ίδιο, εκτός αν ο παίχτης κάνει την πιστότερη δυνατή μίμηση κλαρίνου -οπότε ουσιαστικά δεν παίζει σαξόφωνο πια!
Με το λαούτο αντίστοιχα μπορείς να κάνεις πράγματα που δεν έχουν ξαναγίνει στο συγκεκριμένο όργανο, και αυτό δεν αποκλείεται να φέρει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Όμως υπάρχουν κάποια παιξίματα που είναι αποκλειστικώς λαουτιέρικα και δεν αποδίδονται με άλλο όργανο. Όπως π.χ. αυτό το αυτοσυνοδευόμενο μελωδικό παίξιμο στα παραπάνω βιντεάκια (που με παραλλαγές της ίδιας λογικής το βρίσκουμε σε πολλά νησιά). Ο λαουτιέρης σ’ αυτά παίζει το λαούτο σαν λαούτο. Οι άλλοι που περιγράφεις, mc, προφανώς το παίζουν σαν όργανο.

Η διαφορά είναι ανάμεσα στο εύρος και το βάθος. Ο πιστά παραδοσιακός, πέρα από τους εγγενείς περιορισμούς του οργάνου του, αποδέχεται και κάποιους άλλους που θα μπορούσε να τους ξεπεράσει αλλά επιλέγει να μην το κάνει. Για παράδειγμα δεν παίζει σε οποιοδήποτε τόνο, ούτε χρησιμοποιεί κάθε πιθανή πενιά, αλλά μόνο όσες υπήρχαν ήδη στο στυλ της περιοχής του. Έτσι τελικά κινείται μέσα σ’ ένα αρκετά μικρού εύρους πεδίο, το οποίο όμως (αν είναι καλός παίχτης) εξερευνά εις βάθος. Ο μουσικός αφετέρου που παίζει το λαούτο σαν όργανο διευρύνει το πεδίο αυτό: δοκιμάζει τι θα γίνει αν παίξει σε άλλους τόνους, αν βάλει κι άλλες πενιές, και μπορεί (αν είναι κι αυτός καλός παίχτης) να καταλήξει σε πράγματα που ούτε τα φανταζόμασταν. Αν όμως δε διαλέξει να εμβαθύνει σ’ έναν περιορισμένο τομέα αυτού του ευρέος πεδίου, τον ντόπιο βιολιτζή/χορευτή/ακροατή δεν πρόκειται να τον πιάσει.

Καθώς παίζω τσαμπούνα, το έχω διαπιστώσει αυτό με τα τουμπάκια. Οι νησιώτες τουμπακάρηδες ξέρουν ο καθένας τους 2-3 ρυθμούς του νησιού του. Το ρεπερτόριό τους εξαντλείται σε 10 δευτερόλεπτα, και πολλά λέω. Όταν όμως είναι καλοί και παίζουν με καλό τσαμπουνιέρη από το ίδιο νησί, μπορούν να ξεσηκώσουν οποιονδήποτε (και εκτός νησιού) στο χορό. Από την άλλη, σύγχρονοι κρουστοί που παίζουν και ρεκ και νταούλι και μπεντίρ και τουμπελέκι και βγάζουν χίλια δυο ηχοχρώματα από το καθένα και ξέρουν απίθανους πολυσύνθετους ρυθμούς από τις βαλκανικές παραδόσεις κλπ κλπ, δεν μπορούν να συνοδέψουν μια τσαμπούνα, και πετάνε και τον τσαμπουνιέρη και τους χορευτές έξω.

Να και η καλύμνικη παραλλγή αυτού του παιξίματος στο λαούτο:

Από την αρχή μέχρι το 3:00 είναι ο «Ίσσος του Λα», στον οποίο το λαούτο παίζει αποκλειστικά ρυθμό, με το αριστερό χέρι καρφωμένο σ’ ένα και μόνο πάτημα (το Λα, το οποίο αποτελείται από τις νότες …Λα και Λα, χωρίς ούτε τρίτη ούτε πέμπτη). Από το 3:00 μέχρι το 4:30 είναι και πάλι Ίσσος, εδώ όμως το λαούτο ακολουθεί τη μελωδία του βιολιού, βαρώντας ταυτόχρονα και τις κατάλληλες ανά πάσα στιγμή ανοιχτές -το ίδιο που κάνει και ο Κύπριος στα προηγούμενα βιντεάκια. Και από το 4:30 μέχρι το τέλος είναι η Σούστα, με φρασούλες σε εναλλασσόμενες τονικές. Εδώ το λαούτο και πάλι κρατάει μόνο το ρυθμό, ακολουθώντας όμως τις αλλαγές τονικής: Λα > Ντο > Λα (εδώ το βιολί παίζει τσαμπούνα) > Ντο (επιτάχυνση) > Ρε > Μι > Φα.

Αυτό είναι το εντελώς καθιερωμένο παίξιμο στην Κάλυμνο. Όλοι οι λαουτιέρηδες εναλλάσσουν την καθαρά ρυθμική με τη ρυθμο-μελωδική συνοδεία στα ίδια σημεία. Τα περισσότερα άλλα κομμάτια του νησιού (συρτά, καλαματιανά, ίσσοι με τραγούδι, καθιστικά) παίζονται με τον ρυθμομελωδικό τρόπο, δηλ. όπως στο διάστημα 3:00-4:30 και όπως στα κυπριακά βιντεάκια.
Με παρόμοιο τρόπο παίζουν και οι Αμοργιανοί, Σιφνιοί, Θερμιώτες κ.ά… Παλιά όλοι έτσι πρέπει να έπαιζαν.

Τι σημαίνει ίσσος και πως το προφέρουν (αν ξέρεις);

Και οι λαύτατζηδες της Πόλης έτσι υποθέτω ότι έπαιζαν αν και δεν είναι τόσο απλό να το αποδείξω

Ίσσος σημαίνει ίσιος. Είναι ο χορός με το ήρεμο βήμα που σε άλλα μέρη λέγεται σιγανός, κάτω χορός κλπ., και που αντιδιαστέλλεται προς τους πιο πηδηχτούς (σούστα, πάνω χορό, 5ζάλη στην Κρήτη κλπ.). Είναι κάπως δύσκολο να σου γράψω πώς προφέρουν οι Καλύμνιοι το διπλό σίγμα: με διάρκεια αλλά και κάπως πιο σφυριχτά από το σκέτο σίγμα, με τη γλώσσα πιο κοντά στα δόντια.

Εκ μεταφοράς από άλλη συζήτηση:

Στο βίντεο του Κίκιλη (λινκ μέσα στην παράθεσή σου), δες στη δεξιά στήλη τι άλλα βίντεο υπάρχουν με τον ίδιο. Σε πολλά παίζει λαούτο ο Παπαϊωάννου.

Επίσης, στην ενότητα «Τοπικές παραδόσεις», ό,τι βρεις από Σίφνο (συνήθως σε μηνύματα του Κουτρουφιού) είναι στο στυλ που συζητάμε.

Ακόμη, μερικά δείγματα καρπάθικου λαούτου: ένα, άλλο, άλλο, άλλο, κι άλλο. Παρόμοια πατήματα θα ακούσεις και από Ολυμπίτες (που είναι πιο βόρειοι) και από Κατωχωρίτες (που είναι πιο νότιοι), αλλά συμβαίνει στα συγκεκριμένα δείγματα οι παίχτες να είναι από το Μεσοχώρι και το Σπόα, που είναι ανάμεσα. Στην πενιά όμως το καρπάθικο παίξιμο διακρίνεται σε περιοχές. Σπόα-Μεσοχώρι είναι μία περιοχή, με πολύ χαρακτηριστικό δικό της ύφος στο πλαίσιο του καρπάθικου. Όλα τα βίντεο προέρχονται από το εξαιρετικό κανάλι του χρήστη John Halkias, ο οποίος έχει ξεκινήσει μια φιλόδοξη προσπάθεια να κωδικοποιήσει μεθοδικά τη δαιδαλώδη καρπάθικη μουσική*.

Γενικότερα, ψάξε στο ΥΤ οτιδήποτε από Κάλυμνο, Σίφνο, Σέριφο και Αμοργό. Και σ’ άλλα νησιά παίζουν έτσι όπως λέμε, αλλά σ’ αυτά παίζουν σχεδόν μόνο έτσι.


Επειδή κάποτε ξεκίνησα κι εγώ την ίδια προσπάθεια, μπορώ εκ πείρας να πω ότι «φιλόδοξη» δε λέει τίποτε. Τιτάνια δε θα ήταν υπερβολή! Η δική μου είχε μείνει στη μέση. Ποτέ δε θεώρησα ότι την έχω εγκαταλείψει, απλώς ότι θα την ολοκληρώσω «αργότερα». Αν ποτέ έρθει αυτό το αργότερα, ο Τζων Χαλκιάς θα μου έχει προσφέρει πολύτιμη βοήθεια -αν δεν έχει ήδη καταστήσει περιττή τη δική μου κωδικοποίηση…


Συμπλήρωσις:

Και μερικά από Κύθνο:

Τζιωτάκης - Παπαϊωάννου (βιολί)
Οι ίδιοι(τσαμπούνα)
Βιολί Φιλιππής Ρίζος, Λαούτο Γιάννης Κοζαδίνος (Ντέτζης): θερμιώτικο ταγκό! (παιγμένο βέβαια παραδοσιακά, όχι εξευρωπαϊσμένα και αηδίες)

Κι ένα σπάνιο από Νάξο: https://www.youtube.com/watch?v=pCADDZEv6FE