Συνώνυμα ρεμπέτικων όρων


(λεβάντης) #1

ρεμπέτικο: Οι διάφορες εκδοχές του Θα αποκτήσουν ποικίλες ονομασίες όπως:

μόρτικο [i],
μάγκικο [ii],
βλάμικο [iii],
αλανιάρικο, σερέτικο [iv],
ατζέμικο [v],
αντάμικο, τσαχπίνικο, μπερμπάντικο [vi],
νταήδικο [vii],
νταλγκαδιάρικο, δερβίσικο [viii],
τεκετζίδικο [ix],
χασικλίδικο, απάχικο, μποέμικο, ασίκικο [x],
ντερμπεντέρικο [xi],
λεβέντικο, κουτσαβάκικο [xii],
γιουρούκικο [xiii],
μουρμούρικο κ.ά [xiv]
μέχρι να οριστικοποιηθεί, στις αρχές του 20ού αιώνα, το ονομα “ρεμπέτικο” [xv], με τις ποικίλες προεκτάσεις και διεισδύσεις του στα άλλα είδη μουσικής.

[i] Μόρτης: άνθρωπος του δρόμου, αυτός που ζει με ύποπτους ή ανέντιμους τρόπους. Συνώνυμα: αλήτης, αλάνι, χαμίνι, μάγκας.

[ii] Μάγκας: τύπος λαϊκού κυρίως ανθρώπου που παριστάνει τον παλικαρά και που συχνά κάνει επίδειξη δύναμης και συμπεριφέρεται με προκλητική επιθετικότητα (πβ. αγυιόπαις, χαμίνι). Έμπειρος άνθρωπος με ικανότητες και επιτυχίες που αναγνωρίζονται και επιδοκιμάζονται· (πβ. μαγκιόρος).
Ο ρεμπέτης είναι μάγκας“ (Ο ρεμπέτης, Κ. Ρουμελιώτη)

[iii] Βλάμικο: Η λέξη προέρχεται από το αλβανικό vlam, που σημαίνει σύντροφος, «αδελφοποιτός», αλλά με την πάροδο του χρόνου απέκτησε κακή σημασία (= κουτσαβάκης, ψευτοπαλληκαράς).

[iv] Για σένα[/i] εγώ αλήτεψα και έγινα ρεμπέτης, μπερμπάντης και ξενύχτης και σερέτης“ (Στον Άγιο Κωνσταντίνο, Β.Τσιτσάνη)

[v] ατζέμικο μακάμ (μέλος), κλάδος ή χρόα του Βαρέος Ήχου που ψάλλεται με “περσικό”(ατζέμ) τρόπο, δηλαδή σε `Ηχο Εναρμόνιο Βαρύ (με ύφεση στον Ζω και στον Βου). (βλ. και τζαργκιάχ).

[vi] Κεραμιδόγατος, μπερμπάντης, (καθομ.) γυναικάς, μπήχτης.

[vii] Νταής: Τύπος λαϊκού ψευτοπαλληκαρά, που δημιουργεί συχνά επεισόδια για να επιβάλει τη θέλησή του, συνήθως χωρίς να διακινδυνεύει την προσωπική του ασφάλεια. Η λέξη προέρχεται από το τουρκ. dayi = θείος, προστάτης, αστυνομικός.

[viii] Η λέξη δερβίσης είναι Περσική και δηλώνει τον ολιγαρκή τον φτωχό. Οι δερβίσηδες ήταν και είναι οι μετέχοντες στα μοναστικά τάγματα του Μωαμεθανισμού. Τα πρόσωπα αυτά αφιερώνουν τον εαυτό τους στον, κατά την αντίληψη κάθε τάγματος, θεωρητικό βίο. „Σ’ αυτό τον ψεύτικο ντουνιά, ντερβίσης
θ’
αποθάνω, σ’ αυτό τον ψεύτικο ντουνιά, ρεμπέτης θ’ αποθάνω“ (Ο Χαρμάνης, M.Βαμβακάρη

[ix] The terms dergah, ribat, khanaqah, tekke, and zawiyya are so close in meaning, that anyone should be excused for using them interchangeably.

[x] Ashik in Turkish literally means "one who is in love,” and ashiks are those who are consumed by an inner spiritual passion so strong that they are compelled to song. Ashiks play the bağlama, their stories and poems are derived from personal, spiritual, and historical sources; always from memory, they sing of unrequited loves, of ancient heroes, of God and of man.

[xi] Ντερμπεντέρης: Προπολεμικά δημώδης επίσης χαρακτηρισμός ατόμου ήταν και ο ντερμπεντέρης (και θηλυκό ντερμπεντέρισσα), προερχόμενος από την τούρκικη λέξη “derbeder” που σημαίνει ο αλήτης. Χησιμοποιούμενος όμως ο χαρακτηρισμός αυτός από τους Έλληνες αποδίδονταν κυρίως σε άτομο ανοιχτόκαρδο, κουβαρδά και λεβέντη.
Μάρκος θα πει νισεβνταλής, ντερβίσης, ντερμπεντέρης“ (Ο Μάρκος κάνει σαρμάκο, Μ. Βαμβακάρη)[/b]

[xii] Κουτσαβάκης: Λαϊκός μάγκας των αρχών του αιώνα, ψευτοπαλληκαράς.
O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημα “O γείτονας με το λαγούτο” (1900) μιλάει για έναν Τουρκομερίτη που ζούσε σε αθηναϊκή γειτονιά και τραγουδούσε μάγκικα (κουτσαβάκικα) τραγούδια.

[xiii] "Και παίζω γιουρούκικο, δηλαδή βαρύ ζεμπέκικο. Ολ’ αυτά που λένε γιουρούκικα, απτάλικα, κωτσέκικα, όλα είναι ζεμπέκικα. Το κωτσέκικο θέλει άλλο κούρντισμα, ξέχωρο από τα γιουρούκικα. Το απτάλικο είναι άλλο νταλαβέρι, τα ζεμπέκικα γιουρούκικα χορεύονται με τον ίδιο τόνο“. (Μ. Βαμβακάρη)

[xiv] «Αρκετές λέξεις είναι στρατιωτικής αρχής (: φάρα, βλάμης, μάγκας, τσιρίμπασης, τακίμης), ενώ άλλες προήλθαν από την αργκό της Ισταμπούλ (: καπάνταης, μουρμούρης, τσογλάνι, τσακάλι, ντερβίσης και πάλι τσιρίμπασης) κι άλλες από τα Επτάνησα (: μπράβος, τραμπούκος). Η λέξη τσακάλι κυριάρχησε επί Κατοχής. Τότε λέγανε τσακάλια όλους τους νέους μάγκες, που γυρίζανε στους δρόμους για ν’ αρπάξουν, για να κονομήσουν, είτε ήσανε μικροί μαυραγορίτες είτε ήσανε σαλταδόροι. Στην κλασική τουρκική αργκό οι λέξεις kabadaye / cakale[i] /i / fiyaka (εξ ου το ημέτερον φιάκας) είναι συνώνυμα. Το τσίφτης από το τούρκικο cift (: ζευγάρι, αντρόγυνο, δυο βόδια στον ζυγό), που κάνει την εμφάνισή του σε τουρκικές αργκοτικές εκφράσεις υπό διάφορες σημασίες. Το ασίκης από το τούρκικο asek (: τροβαδούρος, αγαπητικός κ.τ.λ.), που αποδίδεται στην τουρκική αργκό με μια σειρά παράλληλες σημασίες. Το σερέτης από το τούρκικο sert (: σκληρός, σκαιός, απότομος), εξ ού το σερετιλίκι (τούρκικο sertlik: τραχύτητα, σκληρότητα, ορμητικότητα)».(Ηλία Πετρόπουλου)

[xv] Κατά Μπαμπινιώτη, ρεμπέτης είναι κάποιος ο οποίος ακολούθησε περιθωριακό τρόπο ζωής, απείθαρχη και αντισυμβατιkή συμπεριφορά και που συχνά σχετιζόταν με τον υπόκοσμο συμμετέχοντας σε παράνομες δραστηριότητες (π. β. μάγκας, κουτσαβάκης, μόρτης, νταής). Με αυτή τη λέξη χαρακτηρίζονταν οι συνθέτες των ρεμπέτικων τραγουδιών, επειδή θεωρούνταν στην εποχή τους αλήτες, μάγκες.
H ίδια η λέξη ρεμπέτης έχει κατά καιρούς επιδεχθεί ποικίλες ερμηνείες. Άλλοι χαρακτηρίζουν με αυτήν τον απείθαρχο, άλλοι τον παράνομο (ιδιότητα που περιλαμβάνει τον αλήτη, τον μάγκα, τον νταή, τον κουτσαβάκη) κι άλλοι τον γλεντζέ, τον ξενύχτη.


(system) #2