Στο λήμμα ταπί δίνεται η ετυμολογία:
[ΕΤΥΜ. < τουρκ. tabī «νικημένος , υποτελής»].
Ωστόσο, αφενός δεν βρίσκω τέτοια τουρκική λέξη και αφετέρου η ετυμολογία είναι άλλη και γνωστή:
<tapis "τάπητας
χαρτοπαικτικός όρος tapis vert "πράσινη τσόχα, με τον οποίο όρο ο παίκτης δηλώνει ότι δεν έχει άλλα χρήματα να ποντάρει στην πράσινη τσόχα (βλ. Λεξικά Μπαμπινιώτη)