Προσθήκη στο Γλωσσάρι

τεζάχι. Ακούγεται στο τραγούδι:

«Τα λεφτά σου δεν τα θέλω» του Τούντα, με την Εσκενάζυ

«…εγώ θέλω ψαραδάκι, μες την αγορά, αμάν, αμάν!

να `χει τεζάχι, ψάρια να πουλά…»

Τεζάχι [τεζιάχι, τεζάκι και τεζιάκι] = ο (συνήθως) ξύλινος πάγκος στον οποίο τοποθετούσαν μπουκάλια με ποτά, ποτήρια, φλιτζάνια του καφέ κ.λπ. στα καφενεία ή στα παντοπωλεία, ο μπουφές.

[ΕΤΥΜ. τεζάκι < τουρκική tezgâh < περσική]

Γνωστό και από τη λογοτεχνία μας: τον τύπο «τεζάχι» συναντάμε και στον Παπαδιαμάντη (στο «Βαρδιάνο στα σπόρκα»: «…ο δε Μιχάλης έλαβε την βοτίλιαν της μαστίχας από το τεζάχι και ήρχισε να πίνη ηδονικώς εις μεγάλας δόσεις…»

Ως «τεζάκι» το αναφέρει ο Λουντέμης, ως «τεζιάκι» ο Καζαντζάκης.