Στο λήμμα “ρεζίλης (ο)” διαβάζουμε το ερμήνευμα: “άνθρωπος χωρίς υπόληψη, ξεφτίλας”
Ωστόσο, οι στίχοι που παρατίθενται δεν αφορούν τον ρεζίλη αλλά το ρεζίλι:
Σκύλα μ’ έκανες ρεζίλι
στον παπά και στο βεζύρη
Οπότε θεωρώ ότι τέτοιο λήμμα [“ρεζίλι (το)”] δεν έχει λόγο ύπαρξης, καθώς όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει.
Αν ωστόσο θεωρηθεί ότι πρέπει να γίνει λήμμα, το ερμήνευμα είναι αυτό:
ρεζίλι το [rezíli] Ο44α : (οικ.) α. για πρόσωπο που, με πράξη ή πάθημά του, ντροπιάζεται ή γελοιοποιείται, εξευτελίζεται· ρεντίκολο. (έκφρ.) κάνω κπ. ~, τον ρεζιλεύω: Mας έκανε ~ με τα καμώματά του. γίνομαι ~, ρεζιλεύομαι: Aν μαθευτεί η ανοησία μας, θα γίνουμε ~. (με επιτατική σημ.): ~ των σκυλιών. β. ρεζιλίκι: Tο ~ που πάθαμε θα το θυμόμαστε για καιρό.