Συζήτηση για το λήμμα "ρούφος"

Το συμπέρασμα βασίζεται στη μαρτυρία του Γ. Παπάζογλου που εξηγεί με ακρίβεια τι ήταν ο ρούφος.
και έπειτα στη λογική: να τον έλεγαν «Ρούφο» , να είχε ένα τόσο σπάνιο όνομα; Ακόμα και να το δεχτούμε, προσπέρασαν μια δολοφονία χωρίς καμιά μνεία στο δυστυχή αυτόνε και οι στίχοι επικεντρώθηκαν μόνο στη ζημιά που έγινε στον αργιλέ;
Πόσες περιπτώσεις έχουμε που δολοφονούνταν χρήστες / θαμώνες εν ψυχρώ από αστυνομικούς;
Συνήθως έπεφταν κάτι ψιλές και μετά ακολουθούσε η στενή (εκτός από τις μεταξύ τους συμπλοκές και τα μαχαιρώματα, βέβαια).

Τις πιθανότητες αναζητούμε, φίλε μου Alk, στο μέτρο του δυνατού πάντα, γιατί έχουμε και το Γλωσσάρι , όπου πρέπει να γίνουν διορθώσεις στο λήμμα αυτό…

1 «Μου αρέσει»

Η μαρτυρία του Γιώργη Παπάζογλου, όσον αφορά το συζητούμενο θέμα του λήμματος, είναι απλώς και μόνο μία ερμηνεία-εικασία («στο ρούφο [στον αργιλέ δηλαδή λόγω του ότι τον ρουφάν]"). Κάλλιστα μπορεί να σημαίνει ότι, αντιθέτως, «ρούφος» είναι αυτός που ρουφάει και όχι αυτός που τον ρουφάνε –είναι πιο εύλογη η ενεργητική διάθεση δηλαδή (πρβλ. και «καπνορούφας» παραπάνω). Σημειωτέος, είπαμε, και ο Υφαντής στη διατριβή του: «χασικλής ή ρούφος» (από το ρουφώ)» (σελ. 245). Την ίδια ερμηνεία παραθέτει στο ερμηνευτικό γλωσσάριό του ο Διονύσης Μανιάτης στο βιβλίο του «Χασικλίδικα μελωδήματα»: «ρούφος=ο καπνιστής»

Από την άλλη, πώς θα μπορούσε ο αστυφύλαξ να ρίξει σφαίρες στον ναργιλέ, με άμεσο κίνδυνο να καταστρέψει το απαραίτητο αυτό, καθώς γνωρίζουμε, πειστήριο του «εγκλήματος»;

Επίσης, ότι έφαγε κάποια μούσμουλα ο μάγκας, δεν σημαίνει ότι πέθανε κιόλας. Περισσότερο φαίνεται πως κινδύνεψε να «πεθάνει» ο ναργιλές, εξ ού και η εν συνεχεία στιχουργική απασχόληση με την τύχη του (κατά ποιητική αδεία και υπερβολή πάντα)

1 «Μου αρέσει»

Δεν είναι απλή εικασία, ο Γιώργης είναι σαφής: «…στο ρούφο, δηλαδή στον αργιλέ…»

Δηλαδή, σημάδεψε τον μάγκα αλλά οι σφαίρες βρήκαν τον αργιλέ;
Ο πρώτος τη σκαπούλαρε (ευτυχώς) αλλά σχεδόν τα τίναξε ο αργιλές;

Δεν με πείθει, να μην επαναλαμβάνομαι όμως, ας μας πουν και οι υπόλοιποι τι προτείνουν για το λήμμα.

2 «Μου αρέσει»

Η δική μου άποψη: ρούφος = ρουφώμενος. Δηλαδή, ο ναργιλές.

Σε όσους θα μου αντιτάξουν, σε ποιό άλλο γραπτό κείμενο της ελληνικής γραμματείας εκτός από αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, χρησιμοποιείται η λέξη “ρούφος” με την έννοια αυτή, θα απαντήσω: Επειδή η αναμενόμενη απάντηση είναι “Πουθενά!”, να υπενθυμίσω ότι οι συγκεκριμένοι στίχοι είναι του Κώστα Μπέζου που, ως γνωστόν, δυάρα τσακιστή δεν έδινε για τεκμηρίωση των προϊόντων του μυαλού του. Αυτός ο στίχος του κόλλησε, αυτόν χρησιμοποίησε για να φτιάξει «συμπίλημα» κατά τα ειοθότα των προηγηθέντων ανωνύμων συναδέλφων του μικρασιατών στιχουργών και αν δεν είχε ηχογραφηθεί το συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι, κανείς μας δεν θα είχε ασχοληθεί με την προέλευση της λέξης, η οποία θα είχε ξεχαστεί και απλά, δεν θα υπήρχε πια.

2 «Μου αρέσει»

Υ.γ. σε ό,τι αφορά τη λέξη ρούφος με έννοια το ταβάνι και πρότυπο το αμερικάνικο roof, θα αντιτάξω ότι ο Μπέζος ποτέ δεν βρέθηκε στην Αμερική και στην Αθήνα, στους κύκλους με τους οποίους συναναστρεφόταν (και τους συχνάζοντες σε υπόγες και τους καθωσπρέπει της τάξης του), ήταν άγνωστη η λέξη.

2 «Μου αρέσει»

λογικα ενας μπατσος οταν θα κανει εφοδο μεσα στον τεκε που γινεται μια φασαρια, θα ριξει πιστολια στον αερα για εκφοβισμο. αρα ‘‘στο ρουφο’’ απο το ρουφι (ταβανι), βγαζει λογικο νοημα. επισεις οταν κατασκευαζε αυτα τα κομματια ο μπεζος, ο δημητριαδης ηταν εδω. μπορει να βοηθουσε σε καποιους στιχους η γενικα. νομιζω γραφεται και το ονομα του σε καποιους δισκους. για την ομοιοκαταληξια, μπορει το ρουφι να εγινε ρουφο. αλλωστε οι δισκοι στην αμερικη θα πηγαιναν. αλλα παλι, εχει βαλει ο μπεζος γκριγγλις και στα αλλα κομματια?
επισεις…

αυτο… ξεχναμε οτι τα τραγουδια αυτα ειναι ‘‘ψευτορεμπετικα’’ παραγγελια σε μουσικο αλλου ειδους, μονο για την αγορα των δισκων.
μετα… η μαρτυρια του γιωργη παπαζογλου, πως ειμαστε σιγουροι οτι ειναι σωστη και δεν ειναι αυθαιρετο δικο του συμπερασμα?

Όχι, απ’ ό,τι ξέρω. Και επαναλαμβάνω: Η λέξη “ρούφι” ως “ταβάνι” ήταν και είναι παντελώς άγνωστη στην Ελλάδα. Άσε που roof σημαίνει πρωτευόντως στέγη και δευτερευόντως και ταβάνι. Και στους Αμερικάνους, αλλά και στους Εγγλέζους, μεταξύ στέγης και ταβανιού ενός σπιτιού, συνήθως παρεμβάλλεται ένας χώρος μεγάλος που μπορεί να “φιλοξενήσει” και σοφίτα, πατάρι κλπ, κάτι που στην Ελλάδα δεν ισχύει, αφού τα σπίτια (λόγω έλλειψης σοβαρών χιονιάδων) έχουν πολύ χαμηλότερη στέγη και συχνότατα, ταράτσα αντί για στέγη. Οι μεγάλης κλίσης στέγες συνηθίζονται στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη για διευκόλυνση του γλιστρήματος των χιονιών προς το έδαφος, πριν απειληθεί η στατικότητα της ξυλοκατασκευής της στέγης.

Ο αργιλές όμως στην ιστορία έσβησε, δεν έσπασε, δεν πυροβολήθηκε…
Έσβησε γιατί κατρακύλησε το φέσι, μέχρι τώρα καταλάβαινα ότι έφυγε κάποιο “καπάκι”, σκέπαστρο της φωτιάς ( ; ).

1 «Μου αρέσει»

Σχετικά με το φέσι που κατρακύλησε η εξήγηση πιστεύω είναι πολύ απλή.
Μπαίνει ένας μπατσος στον τεκέ και ρίχνει πιστολιά(ές). Οι θαμώνες κοιτανε να την κοπανήσουν και στην όλη αναμπουμπούλα ρίχνουν κάτω τους αργιλέδες. Το φέσι είναι το πάνω μέρος του αργιλέ που με το πέσιμο φεύγει από τη θέση του.

Σίγουρα πάντως ο <<ρούφος>> δεν είναι ελληνοαμερικάνικο ταβάνι, γιατί και τα ελληνοαμερικάνικα είναι ελληνοαμερικάνικα, δεν είναι ό,τι νά 'ναι. Σε ελληνοαμερικάνικα θα έλεγε κανείς <<ρούφι>>, όπως <<πόρτσι>>, <<φένα>>, <<φρίζα>>, <<μπόσης>>, <<Αερίστες>> (<<που αυτοί βάνουνε τους δικούς τους ο ένας με τονν άλλονε, και δεν βλέπεις μια γυναίκα με μαύρα μαλλιά να δουλεύει στο δημαρχείο>>, πες τα ρε θεία!). Μήπως το <<ρούφο>> θα μπορούσε να είναι μαγκιόρικο ή ψευδομαγκιόρικο <<ρούχο>>; (ωφ, ιφ)

Στην εικόνα, ένας σύγχρονος ναργιλές.

Το πήλινο δοχείο στην κορυφή είναι ο λουλάς. Εκεί βάζεις τον καπνό και από πάνω τα ζωντανά κάρβουνα. Ο λουλάς είναι αποσπώμενο στοιχείο, μπαίνει και βγαίνει.

Λειτουργικά αυτός ο ναργιλές είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με τους ναργιλέδες των μεσοπολεμικών χασικλήδων, όσο κι αν η εμφάνιση διαφέρει.

Λοιπόν, ως φέσι τον λουλά δεν καταλαβαίνουμε;

Ακόμα και αν ακουγόταν καθαρά « ρούχο» , θα έπρεπε να διευκρινίζεται για ποιο ακριβώς πρόκειται, για να μη δημιουργούνται ερωτηματικά στον ακροατή.

Το ίδιο ισχύει αν υποθέταμε πως ο θαμώνας λεγόταν Ρούφος, όνομα σπάνιο ακόμα και σήμερα: δεν θα άφηναν τον ακροατή να αναρωτιέται ποιος είναι αυτός ο Ρούφος.

Ρίχνοντας μια ματιά στη σχετική νομολογία και στις βιογραφίες των δημιουργών, διαπιστώνουμε ποιες ήταν οι ποινές για τους χρήστες: σωματική ποινή, φυλακή και σε κάποιες περιπτώσεις, εξορία, όχι αφαίρεση ζωής. Οι στίχοι δεν αναφέρουν κάποιον τραυματισμό θαμώνα / χρήστη, άρα εξασθενεί το ενδεχόμενο ρούφος =χρήστης.

Η εκδοχή ρούφος =ταβάνι ίσως θα στεκόταν μόνο υπό το πρίσμα μάγκικης εκφοράς της λ. «ρούφι», ότι απευθυνόταν σε ελληνοαμερικάνικο κοινό (λαμβάνοντας υπόψιν μας και τις σχετικές ενστάσεις του Νίκου Πολίτη) και ότι προτιμήθηκε αυτή η εκδοχή της λ. χάριν ομοιοκαταληξίας.

Όμως, ας λάβουμε υπόψη μας ότι πρόκειται για αδέσποτο τραγούδι και στα τραγούδια αυτά της παράδοσης «ελληνοαμερικάνικα» δεν συναντάμε καθόλου.

Μένει επίσης η εκδοχή ρούφος = αργιλές.

Προσπάθησα να συνοψίσω κάπως τα όσα σχετικά ειπώθηκαν στο νήμα αυτό.

1 «Μου αρέσει»

όποιος εχει το LP του Κωστή ( jail is a fine school), ας ριξει μια ματιά στο ένθετο, να δούμε πως το έγραψαν εκει.
Πάντως με τον Τονυ Κλάιν ( το 70 τόσο), το τραγουδούσα " ρούχο".
ετσι μου’ ήρθε τοτε το νόημα.

όχι αν είναι ασυνδετα 2στιχα! Η ιδέα της αφηγησης με αρχή και τέλος είναι μάλλον μεταγενέστερη στη μουσικη που μιλάμε.

Ας δούμε ένα παραδειγμα

Όπου δεις δυο δένδρα κυπαρίσσια,
άιντε και στη μέση δυο σμερτιές,
εκεί μ’ έχουνε θαμμένο,
άιντε κι έλα μάτια μου, να κλαις.
Μάγκα με λένε μερακλή,
μαγκιόρο, κουτσαβάκι
και την καρύδα την τραβώ,
να φεύγει το μεράκι.

Μανάκι μου, να ντε και ρε,
μανάκι μου να ντε και ρε,
δε θα ‘βρεις μάγκα σαν και ‘με.

Κάν’ τα, τα μαλλιά σου, καλέ,
κάν’ τα, άιντε, κάν’ τα σκάλες ν’ ανεβώ,
να φιλήσω, καλέ, την ελιά σου,
άιντε και τον άσπρο σου λαιμό.

Κυρ δικαστά, κυρ δικαστά,
βάλε τη δίκη μας μπροστά,
βάλε τους μάγκες να ορκιστούν
και την αλήθεια θα σου πουν.

Στα Ψαριανά δυο Ψαριανές
μου δώσανε δυο μαχαιριές.

δεν θα πρεπε να απορεί εδώ ο ακροατής; και όμως στο σύγχρονο κοινο αυτό θα ήταν οικείο.

Είναι όμως ασύνδετα, εδώ;

Νομίζω πως εδώ υπάρχει μια συνοχή: στο α’ δίστιχο αναφέρεται ο χώρος,
στο β’ πιο αναλυτικά η εξιστόρηση του περιστατικού και
στη συνέχεια, το αποτέλεσμα.
Ακόμα και το τελευταίο δίστιχο, νοηματικά τουλάχιστον συνδέεται με τα προηγούμενα.

Ναι. Το “φέσι” είναι συνώνυμο του “λουλάς”

Στο (προβληματικό πάντως) Γλωσσάρι εκεί, αναγράφεται:

Ρούφο (roufo): has two distinct slang meanings:
I) a person who gets high by inhaling the exhaled smoke of others smokers
II) the loulas or narghile itself

Ανεξάρτητα από το πρώτο ερμήνευμα (που θαρρώ δεν πολυστέκει), εφόσον το «ρούφος» είναι λέξη-άπαξ ως κατασκευή του Μπέζου (κάτι που ενδεικνύει πως μάλλον δεν πρόκειται για αδέσποτο) αποκλειστικά και μόνο για να βγάλει πέρα τη ριμαδόρικη περίσταση, δεν είναι νοητό να ισχύουν ταυτόχρονα και τα δύο αυτά ερμηνεύματα.

Ένα από τα δύο ισχύει στο συζητούμενο μοναδικό ποιητικό συγκείμενο:
ή σημαίνει «χασισοφουμαδόρος» ή σημαίνει «ναργιλές»

1 «Μου αρέσει»

Nαι, τολμώ να υποθέσω πως είναι πάντα ασύνδετα. Οταν ταιριάζουν αυτό θα ήταν ως απάντηση κάποιου σε προηγούμενο στίχο. Η ηχογράφηση είναι αναπαράσταση απο ένα συμμετοχικό αλισβερίσι, αλλα τραγουδισμένο απο 1 άνθρωπο
Ας δούμε παραδείγματα

Η Αμαλία Βακα λέει:

Κάνω να σ’αλησμονήσω μα η καρδιά μου αδυνατεί
Είσαι η πρώτη μου αγάπη είσαι και παντοτινή
Δεν μπορώ πλιο να ζήσω αν δε ζήσουμε μαζί
Δυο κορμιά να γίνουν ένα, ένα σώμα μια ψυχή
Δε μου λέτε τι να κάνω, να πεθάνω ή να ζω
Για να πάρω το μαχαίρι απ’τον κόσμο να χαθώ

Σε διαφορετικό τραγούδι λέει

Μπουφετζής θα πα’να γίνω σε Σμυρναίικο τεκέ
Να’ρχονται τα χανουμάκια να φουμάρω ναργιλέ
Αντε παραμάνα κούνα-κούνα το παιδί που ‘ναι στην κούνια
Άντε το κουνώ και κείνο κλαίει, τη μανούλα του γυρεύει
Μαύρα μάτια μαύρα φρύδια, μαύρα κατσαρά μαλλιά
Ας το φύλαγα το μαύρο και δεν ήθελα δοντιά
Αντε παραμάνα κούνα-κούνα το παιδί που ‘ναι στην κούνια
Άντε το κουνώ και κείνο σκούζει, θα το σκάσω σα καρπούζι
Δε μου λέτε τι να κάνω, να πεθάνω ή να ζω
Για να πάρω το μαχαίρι απ’τον κόσμο να χαθώ
Αντε παραμάνα κούνα-κούνα το παιδί που ‘ναι στην κούνια
Άντε το κουνώ και κείνο κλαίει, τη μανούλα του γυρεύει

Στο πρώτο τραγούδι αν το δούμε ως αφήγηση, θέλει να πάρει μαχαίρι και να πεθάνει απο αγάπη. Στο δεύτερο δε ξέρω γιατί να θέλει να πεθάνει, μάλλον απο τη στενοχώρια για το παιδί; Ο στίχος είναι κοινός και ταιριάζει δίνοντας στο καθένα διαφορετικό νόημα αλλά προφανώς είναι ασύνδετα και στις 2 περιπτώσεις. Αυτή είναι η γνώμη μου.

Ο ίδιος ο Τόνυ, μάλλον δεν θα συμφωνούσε…

Δεν θα μπορούσε όμως να είναι εναλλακτική προφορά, δεδομένου και του ότι μάλλον βγάζει καλύτερο νόημα;