Συζήτηση για τη λέξη "πούφι"

Θα επιχειρήσω να συνοψίσω και να την προσθέσουμε και αυτή στο Γλωσσάρι.

λέφα (η)
η μίζα, το χρήμα που αποκτά κάποιος τον οποίο χαρακτηρίζει η έλλειψη ήθους, το φιλοδώρημα.
Κυριολεκτικά, η αμοιβή , ο μισθός των στρατιωτών επί Τουρκοκρατίας.
[τουρκ. ulûfe στρατιωτικός μισθός < αραβ. ulūfe]

Σημειωτέον ότι απαντά και ως «λουφές» και έχει την ίδια ακριβώς σημασία με τη λ. «λέφα».
Στην Κύπρο, απαντά το «λεφές» με τη σημασία «δεδουλευμένα / μισθός».
Στο Βυζάντιο, αποκαλούνταν «Αλοφατζίδες» οι μισθωτοί άνδρες.
Η λέξη «λέφα» δεν χάθηκε στο διάβα των χρόνων, τη συναντάμε έτσι ακριβώς [όπως πολύ σωστά επέμενε να λέγεται ο Βαγγέλης] με το ίδιο νόημα, να περιγράφει τις μίζες, τις ρεμούλες πολιτικών, κυρίως, προσώπων.

1 «Μου αρέσει»