Δεν χρειάζεται να σημαίνει κάτι, παραλλαγές παραδοσιακού/αδέσποτου δίστιχου είναι. Αντίστοιχα, “στα όρη βγαίνει η κάππαρη, τα χείλη σου είναι ζάχαρη”, κι ένα με μαϊντανό που λέει ο Μουφλουζέλης και δεν το θυμάμαι καλά.
Στην ουσία το δεύτερο στιχάκι είναι το νόημα, και βάζεις κάτι στο πρώτο που να κάνει ομοιοκαταληξία. Οκ, ίσως και ανάποδα, δηλαδή πρώτα το ζαρζαβατικά κλπ χλωρίδα και μετά κοτσαρεις κάτι που ταιριάζει.
Όπως ακριβώς τα λέει και ο συνονόματος: Τίποτα δεν σημαίνουν. Είναι μια πρόχειρη προσπάθεια δημιουργίας «εύκολων» ομοιοκαταλήξεων. Έτσι, σε δουλειά να βρισκόμαστε, που λέει κι η λαϊκή ρήση. Απολύτως τίποτα «βαρυσήμαντο» δεν είναι καμουφλαρισμένο πίσω απ’ αυτά τα στιχάκια. Και το ότι οι ντομάτες και τ’ αμπέλια συμβαίνει να είναι φυτά, τυχαία τους προέκυψε, δεν επέλεξαν αυτά τα στιχάκια για να επισημάνουν κάτι ειδικά.
Δεν ξέρω αν τον λαϊκό άνθρωπο τον απασχόλησε ή όχι και πώς. Αλλά νομίζω το θέμα είναι ότι σκαρώνοντας ένα τραγουδάκι κι έχοντας να διαλέξει από μια μεγάλη γκάμα “κοινόχρηστων” στίχων, ο λαϊκός άνθρωπος, που λέμε, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις έλκεται από αυτούς, όχι από άλλους, και διαλέγει αυτούς για να ταιριάξει τα επόμενα.
Και όντας σκωπτικό, στ’ αυτιά μου τουλάχιστον φτιάχνει και την εικόνα της ησυχίας που βρίσκει κανείς σε τέτοια μέρη: κάτω απ’ το ραδίκι κλπ… Και φουμάρουνε τσιγάρο, το ‘να πόδι απάνω στ’ άλλο… είχαν και για παρεούλα, μια μελαχροινή μικρούλα… Πού θα βρίσκανε καλύτερα για τέτοια;
Κάτω από το ραδίκι το καλοκαίρι, και το χειμώνα στη γη βελόνι που πατάς και σ’ αγκυλώνει.
Θεωρώ ότι είναι ξεκάθαρα λαϊκό χιούμορ απέναντι στους “απ’ έξω”. Όποιοι ήταν αυτοί, κατά περίπτωση. Περιέχει και το στοιχείο της ειρωνείας.
Για μένα έχει να κάνει και με τον τρόπο που τραγουδούσε ο Μπάτης. Έξω καρδιά και με χιούμορ. Όταν ακούω τέτοιους στίχους με ασήκωτη βαριά μάγκικη φωνή, μου φαίνεται παράταιρο και πιο κοντά στο “δήθεν”, λες και βλέπω καρικατούρες να τραγουδάνε.
Το «από κάτω απ’ το ραδίκι» είναι από παιδικό τραγούδι. Όσοι είναι κοντά στη γενιά μου θα το θυμούνται από το Ανθολόγιο του Δημοτικού. Δεν ξέρω βέβαια πόσο παλιό είναι. Κατ’ αρχήν, και αν συμφωνούν οι χρονολογίες, πιο πιθανό θα μου φαινόταν ένας αστείος ρεμπέτικος στίχος να προέλθει από παιδικό τραγούδι παρά το αντίστροφο.
Όσο για την ορεινή χλωρίδα, τα σχετικά δίστιχα δεν είναι κατ’ αρχήν ρεμπέτικα, κάποια όμως έχουν περάσει και στο ρεμπέτικο:
Το «άλλο ένα» από το οποίο είχε πυροδοτηθεί η σχετική συζήτηση, είναι αυτό του Μουφλού που λέει ο Νίκος: στα όρη βγαίνει ο μαϊντανός / τα λόγια σου είναι τρελαμός.
Εντωμεταξύ όποιος έχει πάει για μπάνιο σε ελληνική παραλία ξέρει ότι η κάππαρη βγαίνει και στα βράχια του γιαλού. Κι ο μαϊντανός, ούτε αυτός έχει κάποια ειδική προτίμηση στα μεγάλα υψόμετρα. Για τη ζαφορά δεν ξέρω.
Όλα αυτά οι παλιοί λαϊκοί άνθρωποι τα ήξεραν άριστα. Η ποιητική παραβίαση της πραγματικότητας δεν είναι από άγνοια ή καλαμπορτζία, είναι άποψη.
Δεν έκατσα να ψάξω πού και πότε το πρωτοδημοσίευσε, αλλά ο Ρώτας γεννήθηκε το 1889. Πόσω χρονώ να το 'γραψε, ώστε να προλάβει να περάσει στην ανώνυμη παράδοση; Άρα μάλλον ο ίδιος το άντλησε από προγενέστερη ανώνυμη παράδοση.
Κι εσύ δίκιο έχεις, που λέει κι ο Χότζας. Πιθανόν να ξεκίνησε έτσι στην αρχή, με κάποιο πιο “ρεαλιστικό” δίστιχο, και μετά να επεκτάθηκε στα ραδίκια και στους μαϊντανούς.
Να φιλιούνται κλπ. στ’ αμπέλια, ναι. Κάτω από τα ραδίκια και τις ντομάτες όμως, όχι. Αυτές οι σουρεάλ εικόνες εγώ νομίζω ότι είναι πολύ συνειδητά σουρεάλ. Μπορεί μεν να διαλέγουν μια ρίμα έτσι για τη ρίμα, χωρίς ιδιαίτερη σύνδεση με τον δεύτερο στίχο, αλλά τη διαλέγουν με χιούμορ. Το ίδιο χιούμορ βρίσκουμε και στα παραδοσιακά παιδικά τραγουδάκια (με ψύλλους που ζυμώνουν ψωμιά για τον γάμο κλπ.), και στα αποκριάτικα αθυρόστομα (ποικίλα μέλη του αντρικού ή του γυναικείου σώματος που, αυτονομημένα και προσωποποιημένα, μιλούν, τρέχουν, πετούν, τσακώνονται κλπ.), και μάλιστα, τόσο στα παιδικά όσο και στα αθυρόστομα, χωρίς καν να το ζητάει/δικαιολογεί η ρίμα: αυτό ήθελαν να πουν, και αυτό είπαν. Ναι ρε φίλε, από κάτω απ’ το ραδίκι. Τι θα πει δε γίνεται;
(Κάποτε ο Θεόφιλος ζωγράφισε ένα φουρνάρικο. Κάπου έστεκε όρθια μια πινακωτή με τα ψωμιά. Του λέει κάποιος, μα πώς τα 'βαλες έτσι τα ψωμιά, δε βλέπεις ότι θα πέσουν;
-Δε θα πέσουν.
-Μα στην όρθια πινακωτή; Πώς κρατιούνται εκεί; Θα πέσουν σου λέω.
-Δεν πέφτουν. Ζωγραφιά είναι!)
Ο Θ. Δράκος (ΕΜΠΡΟΣ 1963) αναφέρει:
"Κάθε βραχάκι και τσαρδί. Από εδώ βγήκε και το τραγούδι: Από κάτω απ’ το ραδίκι (βράχο)/κάθονται δυο πιτσιρίκι/και φουμάρουνε το μαύρο/το ένα πόδι επάνω στ’ άλλο
Ο Πετρόπουλος πάλι (“Γλωσσάριο των ρεμπέτηδων”) αναφέρει:
ραδίκι: πεύκο