Σταύρος Μαυροδημητράκης(Κρητικό λαούτο 1900-1989)

skordalos-mayrodimitrakis

“το λαγούτο παίζει πενιά, αλλιώς ανε δε θές πενιά, άμε να παίξεις κιθάρα”.

Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης ήταν από τους πρώτους σολίστες λαγουτιέρηδες της κρητικής μουσικής. Γεννήθηκε το 1900 στα Μαρεδιανά Κισσσάμου. Ήταν γιός του παλιού λυράρη, του Νικηφόρου Μαυροδημητράκη. Επηρεασμένος από τον πατέρα του, ακολούθησε τα μονοπάτια της μουσικής. Όχι όμως με λύρα, αλλά με μαντολίνο στην αρχή. Δέκα χρονών ήταν σαν πρωτόπιασε το μαντολίνο με βοήθεια ενός συγχωριανού του. Γρήγορα όμως έδειξε την κλίση του στο λαγούτο και ήδη στα δεκαπέντε του ήταν ένας τεχνίτης λαγουτιέρης, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Με τον πατέρα του στην αρχή “ζύγιασε” τις πενιές του, αλλά κατόπιν η συνεργασία του με τον Νικολή Χάρχαλη ήταν πολύ σημαντική. Μαζί ηχογράφησαν και δίσκους. Έπαιξε με πολλούς καλλιτέχνες της εποχής εκείνης, με τον Γιώργη Μαριάνο, με τον Κουνελοκωστή, με τον Νικολή Κατσούλη (Κουφιανό), με τον Ζερβό κ.α. Στην Αθήνα που ανέβηκε συνεργάστηκε με πλήθος μουσικών στην ταβέρνα “Τα Χανιά” του Ευτύχη Μπασιά.

Στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον μεγάλο λυράρη, τον Αλέκο Καραβίτη όπου μαζί αποτέλεσαν ένα πολύ καλό δίδυμο και μαζί έγραψαν αρκετούς δίσκους. Ακόμα συνεργάστηκε με πλήθος λυράρηδων, όπως ο Γιώργης Μουζουράκης, ο Θανάσης Σκορδαλός κ.α. Σημαντική όμως η συνεργασία του με τον αείμνηστο δάσκαλο, τον Κωστή Μουντάκη. Σημαντική τόσο σαν συνεργασία, όσο και σαν φιλία.
Τα τελευταία χρόνια, αποτραβηγμένος από την ενεργό δράση, άκουγε τους νεώτερους λαγουτιέρηδες και συλλογιζόταν το μέλλον αυτού του οργάνου. Δεν του άρεσαν οι πασαδόροι, οι άτεχνοι και μονότονοι λαγουτιέρηδες που κρυβόντουσαν πίσω από τους ήχους της λύρας. Έλεγε χαρακτηριστικά “το λαγούτο παίζει πενιά, αλλιώς ανε δε θές πενιά, άμε να παίξεις κιθάρα”. Βραβεύτηκε από διάφορα σωματεία, ξεχωριστό όμως το βραβείο του συλλόγου Κρητών Πειραιώς “Η Ομόνοια”, το οποίο βραβείο του παρέδωσε ο φίλος και συνεργάτης του, ο Κωστής Μουντάκης. Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο κορυφαίος αυτός λαγουτιέρης, αυτή η μοναδική τέχνη, πέθανε σε ηλικία ογδόντα εννέα ετών το 1989 στον Πειραιά.»

1 «Μου αρέσει»

Ίσως συγχέω με άλλον, αλλά είχα την εντύπωση ότι ο Μαυροδημητράκης, όσο τεχνίτης κι αν ήταν στη μελωδία (αυτό εννοεί «πενιές» - αλλού θα το ακούσουμε «μπερντελήδικο παίξιμο»), ήταν παράλληλα και ο πρώτος που καθιέρωσε τη συνοδεία «βούρτσας». Το να μην του αρέσουν οι άτεχνοι πασαδόροι δε σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι δεν του άρεσαν γενικώς οι πασαδόροι, ούτε ότι το ίδιο το πασαδόρικο παίξιμο το θεωρούσε συλλήβδην άτεχνο.

Στην Κίσαμο, απ’ όπου καταγόταν, το παραδοσιακό παίξιμο του λαούτου είναι καθαρή μονοφωνική μελωδία. Η κλασική κισαμίτικη ζυγιά είναι βιολί με λαούτο, που παίζουν τα ίδια, ομοφωνικά (=περίπου ταυτοφωνικά αλλά όχι 100%), και τα δύο με πολύ νευρώδες παίξιμο και σε γρήγορα τέμπα.

Τα ονόματα που αναφέρονται στην παράγραφο κάτω από τη φωτογραφία, αυτούς που έσμιξε στην Αθήνα, είναι Ρεθεμνιώτες, και ιδιαίτερα ο Σκορδαλός και ο Μουντάκης είναι από τους πρωτεργάτες του νεότερου παγκρήτιου ύφους, που ακόμη σήμερα εκπορεύεται κυρίως από το Ρέθυμνο και διαχέεται προς όλο το νησί. Αντίθετα οι προηγούμενοι, πάνω από τη φωτογραφία, είναι Χανιώτες και υπηρέτησαν κυρίως τη στενότερη τοπική τους παράδοση.

Με βάση λοιπόν αυτό το σύντομο βιογραφικό σημείωμα παρατηρεί κανείς ότι ο συγκρητισμός των επιμέρους τοπικών παραδόσεων από τις οποίες προήλθε το σημερινό εμπορικό παγκρήτιο ύφος δεν έγινε στην Κρήτη, αλλά στην Αθήνα.

Ενδιαφέρον, ε;

Οι κρητικοί έξω από νησί είναι πιο κρητικοί από τους κρητικούς της Κρήτης :wink: Αυτό πάντα βοηθούσε στην ένωση των παραδόσεων. Γιατί όπως λες κι εσύ, ένας χανιώτης, ένας ηρακλείωτης και ένας ρεθυμνιώτης στην Αθήνα είναι απλώς κρητικοί.

2 «Μου αρέσει»

Εντύπωση μου κάνει η φωτογραφία με κλαρίνο, λύρα και λαούτο.
Το κλαρίνο ή η λύρα σολάριζε τη μελωδία;
Και τα δύο μαζί γινότανε;
Δεν έχω ακούσει ποτέ κλαρίνο σε κρητικό σκοπό.

Το κλαρίνο πέρασε κι από την Κρήτη, αλλά δε ρίζωσε. Υπήρξαν όμως μεμονωμένες περιπτώσεις κλαριντζήδων. Μπορεί Κρητικοί που έτυχε να καταπιαστούν μ’ ένα «καινούργιο» όργανο που κανείς άλλος δεν καταπιάστηκε, ή μπορεί και ξενομπάτες (π.χ. Μικρασιάτες) που έπαιζαν ήδη το όργανο, και μέσα στο κρητικό περιβάλλον προσαρμόστηκαν και μπήκαν στο κρητικό ρεπερτόριο.

(Γενικά το κλαρίνο πέρασε σχεδόν απ’ όλη την Ελλάδα, και αλλού έπιασε, αλλού όχι. Σε σύντομες περιόδους ή και σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχουν υπάρξει και κυκλαδίτικα κλαρίνα, και ποντιακά, και διάφορα άλλα, ενώ και σήμερα ακόμη είναι τοπικό όργανο σε ορισμένα νησιά, π.χ. Χίο…)

Έτσι για την ιστορία της σχέσης κλαρίνου και Κρήτης:

1 «Μου αρέσει»

Και γω 'ετσι τα βλέπω. Απλά μου έρχεται η απορία όταν παίζαν λύρα και κλαρίνο μαζί ποιό όργανο σολάριζε τη μελωδία και ποιο συνόδευε.
Ο τουρκοκρητικός Ιμβραϊμάκης κλαριτζής που αναφέρεται στο βίντεο τι ήταν;
Τουρκοκρητικούς ονομάζουν τους κρητικούς που εξισλαμίστηκαν ή τους Τούρκους που εκχριστιανίστηκαν;

τους Κρητικούς που εξισλαμίστηκαν.

Απ’ ό,τι ξέρω, ας με διορθώσει κάποιος ντόπιος, “Τουρκοκρητικοί” ήταν ιθαγενείς Κρητικοί, με γλώσσα ελληνική, που όμως είχαν ασπαστεί το Κοράνι. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, αυτοί οι πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν σε κάποια περιοχή της δυτικής Μικρασίας, δεν θυμάμαι πού ακριβώς. Όταν, πριν μπόλικα χρόνια, κάποια φίλη Κρητικιά είχε επισκεφθεί την περιοχή αυτή της Τουρκίας με άλλους φίλους, βλέποντας κάποιους να μαζεύουν αγριόχορτα σε κάποιαν εξοχή, στοιχημάτησε ότι θα ήταν Τουρκοκρητικοί. Φυσικά, κέρδισε το στοίχημα, όταν τους πλησίασαν και μίλησαν μαζί τους.

Όχι, για Μικρά Ασία μιλάμε, σήμερα Τουρκία. Ούτε Συρία, ούτε Λίβανο. Και δεν μιλάμε για εποχή Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μιλάμε για ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Τουρκικής Δημοκρατίας και Ελλάδας, πολύ αργότερα δηλαδή.

συγκερασμός, φαντάζομαι, ε;

Ίσως να υπήρχαν και αντίθετες περιπτώσεις. Έχω την εντύπωση ότι αυτός ο παίχτης βιολιού ήταν Τούρκος που εκχριστιανίστηκε. Κάτω από την ανάρτηση του βίντεο αναφέρεται " όποια χρήματα έβγαζε τα δώριζε στην εκκλησία στην οποία γιόρταζε’'. Μπορεί να κάνω λάθος αλλά αυτή την εντύπωση μου δίνει.

Δε νομίζω να εννοεί το συγκερασμό αλλά κάτι άλλο …

Τί άλλο; Γιατί εγώ δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι διαφορετικό.

Τον συγκρητισμό ρε παιδιά, πώς αλλιώς λέγεται; Ότι έσμιξαν οι διάφορες τοπικές παραδόσεις, τα κισαμίτικα, τα ρεθεμνιώτικα, τα από δω, τα από κει, και όλα μαζί έβγαλαν ένα παγκρήτιο ιδίωμα «μέσου όρου».


Edit: βασικά δηλαδή ναι, τώρα που το σκέφτομαι: τον συγκερασμό. Η ίδια λέξη είναι (το -κρη- στον συγκρητισμό είναι το ίδιο θέμα όπως το -κρα- στην κράση, στον κρατήρα κλπ.): οι διάφορες παραδόσεις συγκεράννυνται, ανακατεύονται όπως το νερό με το κρασί, και δίνουν ένα κράμα, ένα μίγμα, κάτι καινούργιο που έχει λίγο απ’ όλα τα προϋπάρχοντα.

(Απλώς στη μουσική προτιμάμε να αφήνουμε τον «συγκερασμό» για την ειδική τεχνική έννοια της ισοσυγκερασμένης κλίμακας, που εδώ δεν έχει καμία σχέση. Άρα, ειδικά εδώ, καλύτερα «συγκρητισμός»).

1 «Μου αρέσει»