Ροδίτικη λύρα - συνέντευξη στο istorima.gr

Καλησπέρα σε όλους! Παραθέτω παρακάτω το σύνδεσμο για τη συνέντευξη που κάναμε με το Istorima.gr σχετικά με τη Ροδίτικη λύρα και άλλα θέματα, βασισμένα σε έρευνες από ήδη καταγεγραμμένες και μη πληροφορίες.

5 «Μου αρέσει»

Βλέπω λοιπόν ότι το ενδιαφέρον στη Ρόδο για την ντόπια λύρα και την ντόπια μουσική παράδοση στην παλιά μορφή της είναι από θεωρητικό (να μαζευτούμε να κάνετε τίποτα) έως ανύπαρκτο. Ότι π.χ. οι μαθητευόμενοι της λύρας, όσοι φτάσουν σε επίπεδο να βγουν έξω να παίξουν, το γυρίζουν όλοι στην κρητική, κλπ.

Και ότι εσύ Νίκο προσπαθείς να προβάλεις το όργανο προσφέροντάς το σε πιο μοντέρνο περιτύλιγμα, με ντραμς και μπάσο όπως όλα όσα ακούνε οι νέοι.

Τι να πω, μακάρι να πιάσει…

Γύρω στο 2003 ή 2004 έπεσα πάνω στο πρώτο σιντί του Κλαδάκη, και το πήρα δοκιμαστικά. Εκείνη την εποχή έκανα τακτικές εξορμήσεις στα δισκάδικα και μάζευα ό,τι προλάβαινα (γιατί έβγαιναν και πάρα πολλά) από παραδοσιακές μουσικές οποιουδήποτε ελληνικού τόπου.

Ο δίσκος με συγκλόνισε!!! Ήταν από τις ωραιότερες μουσικές που είχα ακούσει στη ζωή μου. Εκτός ότι συνέχισα να παρακολουθώ τη δισκογραφία του Κλαδάκη, επιδίωξα και να τον συναντήσω, να τον γνωρίσω προσωπικά να μιλήσουμε, αλλά και να τον ακούσω σε κανένα πανηγύρι. Στο πανηγύρι λοιπόν είδα ότι αυτά που παίζει δεν είναι 100% αυτά που άκουγα στους δίσκους. Ήταν όμως ένας πολύ καλός και αξιοπρεπής συμβιβασμός ανάμεσα σε «αυτά που θέλει ο κόσμος» και σ’ αυτά που ήξερε, αγαπούσε, και ήθελε να βγάλει προς τα έξω ο Γιάννης. Και χωρίς την παραμικρή έκπτωση στην αισθητική.

Λοιπόν, φαίνεται ότι όλη αυτή η καταπληκτική δουλειά του Κλαδάκη (επιτόπια έρευνα, ζωντάνεμα μισοξεχασμένων τραγουδιών / σκοπών / οργανικών και του ίδιου του οργάνου, και μαζί ενεργή μουσική παρουσία όχι μόνο στη Ρόδο αλλά και στην Τήλο και δεν ξέρω αν και αλλού, ένα σωρό δίσκοι, ένα αξιολογότατο βιβλίο, μαθήματα…) δεν έχει καταφέρει να ταράξει και πολύ τα πράγματα στη Ρόδο, ε; Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι. Αν καταλαβαίνω καλά, το μόνο που άλλαξε είναι ότι ενώ πριν 20 χρόνια έπαιζε μόνο εκείνος, τώρα παίζεις κι εσύ.

Άρα λοιπόν είναι όντως προφανής η ανάγκη για μια νέα, διαφορετικού προσανατολισμού προσπάθεια. Οκέι λοιπόν, ντραμς και μπάσο, γιατί όχι;

Πάντως, επειδή γίνεται στη συνέντευξη πολύς λόγος για την κρητική επίδραση στα σημερινά μουσικά πράγματα της Ρόδου, εγώ αυτό το στιλ με ντραμς και μπάσο δεν το έχω πετύχει στην Κρήτη. Κάθε Κρητικός από 0 έως 100 ετών τρέχει όλη την ώρα, είτε το θέλει είτε από υποχρέωση, σε γάμους και σε βαφτίσεις. Εκεί μπορεί τα πράγματα να είναι ως επί το πλείστον ρηχά, τυποποιημένα, μαζοποιημένα, χωρίς μερακλήκι, μια λαϊκοπόπ διασκέδαση σε φόρμες συρτού και σιγανού και πεντοζάλη, αλλά η συγκεκριμένη πινελιά λείπει. Δε λέω, κάποιοι θα βάζουν και ντραμς (ακόμα και ντραμ-μασίν) και μπάσο στις ορχήστρες, αφού το ακούω συχνά στα δισκογραφικά που παίζουν τα τοπικά ραδιόφωνα, αλλά σε λάιβ πρέπει να είναι μια σπάνια εξαίρεση.

Έτσι για την περιέργεια, έριξα μια ματιά σε βιντεάκια από ροδίτικα πανηγύρια. Βρίσκω ένα μεγάλης διάρκειας, γύρω στις 2:30 ώρες:

Κιθάρα, ντραμς, πλήκτρα σταθερά απ’ αρχής μέχρι τέλους. Στις πρώτες θέσεις εναλλάσσονται ο Κλαδάκης με 4χορδη μ’ έναν βιολάτορα και μια τραγουδίστρια, ενώ μπαινοβγαίνουν επίσης ένα λαούτο κι ένα νταούλι. Ο Κλαδάκης παίζει κυρίως παραδοσιακά αλλά όχι αποκλειστικά, και παραμένει υπέροχος, οι άλλοι κυρίως «τα πάντα» αλλά και πάλι όχι αποκλειστικά. Η τραγουδίστρια δε μ’ αρέσει καθόλου, όλο το υπόλοιπο τηρεί κάποια μίνιμουμ καλαισθησίας.

Χορεύουν κυρίως νέοι. Όχι πολλοί, αλλά πάντως η «πίστα» δεν ερημώνει.

Λοιπόν, φαίνεται ότι όλη αυτή η καταπληκτική δουλειά του Κλαδάκη (επιτόπια έρευνα, ζωντάνεμα μισοξεχασμένων τραγουδιών / σκοπών / οργανικών και του ίδιου του οργάνου, και μαζί ενεργή μουσική παρουσία όχι μόνο στη Ρόδο αλλά και στην Τήλο και δεν ξέρω αν και αλλού, ένα σωρό δίσκοι, ένα αξιολογότατο βιβλίο, μαθήματα…) δεν έχει καταφέρει να ταράξει και πολύ τα πράγματα στη Ρόδο, ε;

Έχει πολλούς που αγαπούν το άκουσμα. Το θέμα είναι ότι πολύ λίγοι είναι αυτοί που το ακούν στην καθισιά τους. Άλλο πράγμα να θες να ακούσεις π.χ. Κλαδάκη στο πανηγύρι και άλλο να ακούς στο σπίτι σου.
Έχει στα χωριά ανθρώπους που θέλουν να ακούσουν το παραδοσιακό, τη λύρα με τα κουδουνάκια και το λαούτο, να πουν καμιά μαντινάδα. Στο πανηγύρι του χωριού ξαφνικά μεταλάσσονται, θέλουν να κάνουν την υπερπαραγωγή, να είναι μπουζούκια η κατάσταση. “Να φέρουμε τη φίρμα, να βγάλουμε και κανένα φράγκο, μη μπούμε μέσα”.

Άρα λοιπόν είναι όντως προφανής η ανάγκη για μια νέα, διαφορετικού προσανατολισμού προσπάθεια. Οκέι λοιπόν, ντραμς και μπάσο, γιατί όχι;

Αυτή η ενορχήστρωση υπάρχει από το 1950. Αμέτρητες οι μπάντες νέων αντρών τη χρυσή εποχή του τουρισμού που έπαιζαν ξένη μουσική στη Ρόδο. Ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσα, ντραμς και πλήκτρα ήταν πιο συνηθισμένα από τα βιολιά και τις λύρες.

Πάντως, επειδή γίνεται στη συνέντευξη πολύς λόγος για την κρητική επίδραση στα σημερινά μουσικά πράγματα της Ρόδου, εγώ αυτό το στιλ με ντραμς και μπάσο δεν το έχω πετύχει στην Κρήτη.

Ε πως; Τα νταούλια δεν είναι drums? Εγώ βλέπω πολλές ορχήστρες με νταούλι και κοντραμπάσο στη Κρήτη. Για μένα είναι σαν να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας. Δηλαδή αν βγεις και παίξεις κοντραμπάσο είναι πιο παραδοσιακό από το ηλεκτρικό μπάσο; Ή το νταούλι είναι πιο παραδοσιακό από το drums?
H έννοια των οργάνων αυτών είναι να γεμίσουν τον ήχο εκεί που έχει έλλειψη, τα τύμπανα στο ρυθμό, τα μπάσα στις χαμηλές συχνότητες.

Το καλό είναι ότι δέχομαι κατά καιρούς μηνύματα σχετικά με τη λύρα. Βλέπω παιδιά που αρχίζουν και ασχολούνται με τη δική μας λύρα. Θέλει μια καλή ροδίτικη λύρα, με ωραίο ήχο ώστε να συγκινήσει τους μουσικούς να ασχοληθούν.

Εγώ δε θα ασχολούμουν με αυτή τη λύρα αν δε με συγκινούσε ο ήχος της. Όπως και δε θα ασχολούμουν να μάθω λίγα Καρπάθικα αν δεν ήταν η λύρα του Παυλίδη. Και στη Κάρπαθο έχει ένα κάρο λύρες, αλλά το 90% δεν ακούγονται ωραία ούτε παίζουν καλά.

Σαν συμβολική εικόνα, είναι.

Ο λόγος που στην Κρήτη παίζουν πολλοί νταούλια είναι μια σειρά παρανοήσεων:

Σε μια σχετικά στενή περιοχή στον νομο΄Λασιθίου υπήρχε από παλιά ως παραδοσιακό όργανο το τουμπάκι. Η κρητική του όμως ονομασία είναι νταούλι (ή νταουλάκι ή σητειακό νταουλάκι). Συνόδευε την ασκομαντούρα, τη μαντούρα, την παλιά λύρα (γερακοκούδουνα + διπλόχορδο παίξιμο αλά 12νησα), ή ακόμη και το βιολί.

Όλα αυτά τα όργανα, εκτός από το βιολί, σιγά σιγά έπεσαν σε αφάνεια. Πιο πολύ έμεινε η λεκτική πληροφορία «είχαμε και νταούλια» παρά η πραγματική τους ανάμνηση.

Ήρθε ο καιρός της αναβίωσης. Η πληροφόρηση μικρή. Ξαναβγήκαν λύρες με γερακοκούδουνα, τελείως άσχετες από τις παλιές: κοινό σύγχρονο δοξάρι τύπου βιολιού, με 5-6 κουδουνάκια σε μια πετονιά να πηγαινόρχονται ανερμάτιστα κυνηγώντας στα χαμένα τον ρυθμό του συρτού (εντελώς απρόσφορος για δοξαριά κουδουνάτη, αφού ο συρτός προέρχεται από το βιολί των Χανίων ενώ οι κουδουνάτες λύρες της Ανατολικής Κρήτης έπαιζαν κοντυλιές και πηδηχτούς, μ’ ένα βαρύ στιβαρό δοξάρι, πολλά κουδουνάκια μοιρασμένα σε μικρές ομάδες, κι ένα ρυθμικό τσούκου-τσούκου σε τετράγωνους ρυθμούς παρόμοιους με των νότιων 12νήσων, δηλαδή όργανα ταιριασμένα στο ρεπερτόριο και ρεπερτόριο ταιριασμένο στο όργανο). Γιατί; Γιατί έτσι νόμιζαν. Πού να ξέρουν ότι στα 4-5 επόμενα λιμάνια της γραμμής (Κάσο, Κάρπαθο, Διαφάνι, Χάλκη) έχει εκατοντάδες λύρες κουδουνάτες για να δουν πώς είναι.

Στην ίδια λογική είπαν «α, και νταούλι, ε; Ποιο είπαμε είναι αυτό; Α, που παίζουν στη Βόρεια Ελλάδα με τον ζουρνά και το 'χουν και οι Πόντιοι». Είναι και εντυπωσιακό όργανο, μπορεί και να φύγει από τα μικρόφωνα και να κάνει παιχνίδι κάτω στην πίστα μαζί με τους χορευτές, να το λοιπόν το νταούλι.

Μετά ήρθε το πολύ ίντερνετ. Ανασύρθηκαν εκπομπές Σαμίου με αληθινά στειακά νταούλια (δηλαδή τουμπάκια), ο πανάγνωστος και κάργα αντιεμπορικός δίσκος του Γαρυφαλλάκη με αληθινά λυροντάουλα, διάφορες αρχειακές καταγραφές κλπ., και κάπως αποκαταστάθηκαν οι σωστές πληροφορίες. Όμως η αισθητική είχε ήδη μπολιαστεί με την εντυπωσιακή και κυριαρχική μπασαδούρα του λάθος νταουλιού, το οποίο εξάλλου είχε χαρακτηριστεί «κρητικό» όργανο και όχι στειακό. Παράλληλα τα λαούτα είχαν ποτιστεί με άφθονη αδρεναλίνη.

Κι έτσι σήμερα η κλασική συνοδεία του σολιστικού εγχόρδου (λύρας και, στα Χανιά, βιολιού) είναι ομοβροντίες από τουλάχιστον δύο αγριεμένα λαούτα συν ένα υβριδικό κρουστό, μπάσο υπερφυές τουμπάκι (τούμπαρος μάλλον) με υβριδική τεχνική (δύο διαφορετικά τουμπόξυλα αλλά στη μία πλευρά του οργάνου), ένα καινοφανές είδος νταουλοτούμπακου. Και συχνά και μια κιθάρα που κάνει τα δικά της (πεντοζάλης με πενιές χασαποσέρβικου) αλλά δεν την ακούει άνθρωπος πίσω από όλο το μπαλωτίδι των άλλων οργάνων.

Το καθαυτού νταούλι, το στεριανό, στον βαθμό που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στην Κρήτη, δεν έχει πλέον το στοιχείο της κρητικής παράδοσης αλλά γενικά και αόριστα του ελληνικού φολκλόρ. Θυμίζω την εικόνα του Σαββόπουλου με νταούλι προ πολλών ήδη δεκαετιών, που τι άλλο έδειχνε παρά ότι αντλούμε έμπνευση και από τη δημοτική παράδοση.

1 «Μου αρέσει»

ο πανάγνωστος και κάργα αντιεμπορικός δίσκος του Γαρυφαλλάκη με αληθινά λυροντάουλα, διάφορες αρχειακές καταγραφές

Τον έχω ακούσει, μαζί και άλλες παλιές ηχογραφήσεις. Γιατί πανάγνωστος και αντιεμπορικός; Ποια είναι η κριτική των Κρητών ως προς τον Μαθιό Γαρεφαλάκη; Και ο Δερμιτζογιάννης έπαιζε λύρα κουδουνάτη, και σωστά.

Στη Ρόδο, ωστόσο το drums ξεκίνησε από την Ιταλοκρατία, μαζί με το κλαρίνο, τη κιθάρα και τα χάλκινα.
Δηλαδή υπάρχουν φωτογραφίες με πανηγύρια του 1950, όπου η ορχήστρα είναι βιολί, σαντούρι, κλαρίνο και ντραμς. Προφανώς και δεν είναι παραδοσιακό, αλλά δεν υπάρχει αυτού του είδους η παρανόηση,

Αυτή την εντύπωση έχω. Είναι ένα ΛΠ του 1970-τόσο μ’ ένα πολύ παλαιινό στυλ κρητικών. Δεν έχω υπόψη μου να βγήκε σε σιντί. Πόσοι θα το άκουγαν το '90 ή το 2000, και πόσο θα τους επηρέαζε στο δικό τους παίξιμο ή στην πρόσληψη του παιξίματος των άλλων;

Πραγματι. Και δεν είναι κανένας άγνωστος, είχε περιληφθεί και στη συλλογή Πρωτομάστορες (1999 νομίζω;) που υπήρξε κομβικό γεγονός. Κι όμως!

Μπορείς να μου αιτιολογήσεις το παραπάνω επιχείρημα σου αν γίνεται ;;

Ναι, η δεξιοτεχνία του Παυλίδη και η γλυκύτητα του Παπαμηνά δεν έχει αντίπαλο ακόμα στη Κάρπαθο.

Μπορεί να είναι κάποιος παιχταράς αλλά υπάρχει και κάτι που λέγεται καλαισθησία και δυστυχώς λείπει. Όταν ακούς τη λύρα του Παυλίδη και του Παπαμηνά τα συναισθήματα οργιάζουν.

Υπονοείς ότι ξέρεις κάποιον στη Κάρπαθο που παίζει καλυτερα από αυτά τα δυο βουνά;

Μούμιες υπάρχουν πολλές, μιλάμε για ατόφιο πράγμα. Εγώ έχω έναν που ξεχωρίζω αλλά δεν έχει ξεπεράσει τους προαναφερθέντες.

Φίλε πάρε με τηλέφωνο και θα σου το αναλύσω το θέμα …

Έλεος ρε παιδιά.Τι κουβέντες είναι αυτές. μούμιες , ψυχη συναισθήματα κλπ. Ποιός κερδίζει απο αυτό; όλοι παλεύουμε να μάθουμε 5 νότες όσο προλαβαίνουμε.
Εντάξει και γω μπαίνω στο τρυπάκι να θάψω κόσμο που δε μ’αρέσει, αλλα μετα απο λίγο βαριέμαι. Μήπως αξίζουν όλοι λίγο περισσότερο απ’το σεβασμό μας;

1 «Μου αρέσει»

Δεν θάβουμε κάποιον, ούτε πλαγίως, ούτε ονομαστικά. Μούμια, εννοούμε ότι κάποιος παίζει πανομοιότυπα με κάποιον παλαιότερα, άρα εν συνεχεία δεν έχει δική του έκφραση. Η “μουμιοποίηση” σε κάθε μουσικό είναι ένα απαραίτητο στάδιο για να γίνει κάποιος καλός οργανοπαίκτης, αλλά για το επόμενο επίπεδο πρέπει να μετατρέψεις αυτό που αγάπησες και μελέτησες σε βαθμό να το παίζεις πανομοιότυπα, σε αυτό που σε εκφράζει καλύτερα. Δεν κερδίζει κάποιος κάτι, ούτε κατάλαβα τι σε ενοχλεί, δεν βρίσαμε κανέναν.

Συγνώμη, άσχετο με τη λύρα, αλλά αυτή είναι η εμπειρία της κιθάρας και του κιθαρίστα όποτε προσπαθήσει να ενταχθεί σε σχήμα περισσότερων ντεσιμπέλ από την πεπατημένη ( νεοκυματική/φολκ συνοδεία φωνής, μαντολινάτα, ρεμπέτικη κομπανία κλπ μικρά σύνολα), εκτός κι αν πάει για φουλ ηλεκτρισμό.

Φίλε Νίκο διαφωνώ μαζί σου κάθετα. Μελετάω την Καρπαθικη μουσική όσων χρόνων ειμαι , εκτός από ότι εχω παίξει με σχεδόν όλους αν όχι και όλους. Η Καρπαθος έχει 12 χωριά. Η μουσική βέβαια είναι μια. Το κάθε χωριό έχει τις δικές του παραλλαγές και τα δικά του χαρακρητιστικα στο παίξιμο της λύρας όπως και του λαούτου. Λεγοντας εσυ ότι όλοι βασίζονται στον Παπαμηνα και στον Παυλιδη είναι σαν να αναιρείς πολλούς σπουδαίους λυράρηδες που έχουν αφήσει το στίγμα τους σε αυτόν τον τόπο. Επίσης το καθε χωριό έχει δικά του παιξίματα ξεχωριστά απ αυτά των άλλων χωριών. Πριν τον Παπαμηνα, στο παίξιμο της λυρας του Μεσοχωριού βασίλευε ο Ρεισσης. Πριν το Ρεισση ηταν ο Λύκος. Ο καθένας είχε το δικό του ξεχωριστό στυλ και ήταν άκρως αποδεκτοί μουσικά και οι δυο. Για να ανακαλυφτεί ο πλούτος της κάθε περιοχης και νησιού, χρειάζεται πολύ υπομονή και μελέτη. Θα σε συμβούλευα να εκλάβεις τα λόγια μου με πολύ φιλικό τρόπο, γιατί μιλάω με γνώση και εγκυρότητα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα το οποίο εχω αφιερώσει άπειρες ώρες (μελέτης, καταγραφής, αρχείου, παιξίματος και γλεντιού)

3 «Μου αρέσει»

Ο καθένας μπορεί να έχει την άποψη του.

Έχω μελετήσει και έχω διαβάσει παρά πολύ, και συνεχίζω. Με ενδιαφέρει το θέμα και ασχολούμαι με αυτό. Είναι απλά η άποψη μου , δε προσπαθω να την επιβάλλω σε κανέναν.

Ο κάθε λυράρης βάζει το λιθαράκι του στη παράδοση του τόπου. Απλά κάποιοι ξεχωρίζουν.

Δε θα συγκρίνουμε τον Μυριδακη με τον Μουντάκη. Κάτι πρόσθεσε ο Μυριδακης το οποίο αχνοφαίνεται μπροστά στο τι πρόσθεσε ο Μουντάκης. Αυτό θεωρώ εγω.

3 «Μου αρέσει»

Και οι δυο τεράστιοι, αλλά περί γούστου κολοκυθόπιτα .

Μέχρι που ζούσα στο νησί, έτσι ήταν. Εντάξει, τα 12 χωριά είναι 9 (όξω τα Πηγάδια που δεν έχουν δική τους πολιτισμική ταυτότητα, όξω το Διαφάνι που είναι Όλυμπος, και όξω το Φοινίκι), αλλά οπωσδήποτε υπάρχει κατακερματισμός του μουσικού ιδιώματος σε τοπικά υποϊδιώματα.

Άκουγα συχνά να λένε «σπουδαίος λυράρης ο Τάδε, αλλά εγώ δεν μπορώ να χορέψω/γλεντίσω», όταν αυτός που το λέει είναι από άλλο χωριό από τον λυράρη. Κάποιες κορυφές, Παυλίδη (Όλυμπος), Παπαμηνά (Μεσοχώρι) κλπ. όλοι τις παραδέχτηκαν*, τις θαύμασαν, κάπου θα τις ακολούθησαν κιόλας, γιατί εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχουν και αδιάβατα σύνορα από χωριό σε χωριό, αλλά παραμένει ότι οι Ολυμπίτες παίζουν ολυμπίτικα, οι Μεσοχωρίτες μεσοχωρίτικα κλπ.

Το πώς έχει εξελιχθεί αυτό στα τελευταία χρόνια, που άλλοι πέθαναν και άλλοι καινούργιοι εμφανίστηκαν (σε σχέση με τα χρόνια της πραμονής μου εκεί), δεν το έχω παρακολουθήσει.


*Μάλιστα μπορώ να πω και το εξής: μέσα σε μία γενικότερη τάση απαξίωσης των «άλλων» (οι Ολυμπίτες είναι βαρετοί: παίζουν όλο συρματικά - οι Αρκασομενεδιάτες τα 'χουν ισοπεδώσει όλα, ούτε ένα συρματικό δεν ξέρουν :slight_smile: ), κάτι τέτοια ιερά ονόματα ήταν το μόνο που μπορούσε να τους κάνει όλους να παραμερίσουν τις τοπικές κόντρες και να πουν την καλή την κουβέντα με την καρδιά τους.

Η παραδοση συνεχίζεται φίλε μου και κρατάει ακόμα
γερά. Φυσικά και μαζί με τα θετικά υπάρχουν και τα αρνητικά. Μπορείς να δεις εδώ από περσι το καλοκαίρι:

1 «Μου αρέσει»