γιαβρής(ο) και γιαβρί (το) [τουρκ.]’ κυρίως νεογνόν ζώου ή πτηνού || (μεταφ.) επί ανθρώπων, τρυφερός, αγαπητός: “αμάν κουζούμ, αμάν γιαβρούμ, κάνε χανούμ νισάφι” (ορφανίδ.) [γιαβρούμ = γιαβρί μου]
[b]νισάφι /b και ινσινάφι [τούρκικ.]’ διάκρισις, χάρις, έλεος: “κάναμε νισάφι”, φείσθητι, ευσπλαγχνίσου", “νισάφι πιά” ας δοθή τέλος, εξηντλήθη η υπομονή ή η αντοχή μου.
[b]σεβντάς /b [τουρκ.]’ ο έρως. Παράγωγα: [b]σεβνταλής /b, ο εις τον έρωτα επιρρεπής, ερωτόληπτος
αγάλι και [b]αγάλια /b’ βραδέως, σιγά, ήρεμα’ συνηθέστ. αγάλι(α) - αγάλι(α): “αγάλια-αγιάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι”
πηγή: (ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ, ΕΚΔΟΣΙΣ “ΠΡΩΪΑΣ”, ΑΘΗΝΑΙ 1933): απλά καταπληκτικό! :039: