Οι ζεϊμπέκηδες στην Ελλάδα

E, όχι, αυτό μου μοιάζει ελληνικό δάνειο: η περιοχή των εσωτερικών υψιπέδων στην Μικρά Ασία, σήμερα Καππαδοκία, λεγόταν Ανατολία στα Ελληνικά.

Μα αυτό λέει (αν κατάλαβα σωστά) ο @vynym: τουρκοκεντρικές παρετυμολογίες για μια λέξη προφανούς ελληνικής ετυμολογίας. Ότι δηλαδή αυτά που «μόνο στην Ελλάδα γίνονται» γίνονται και στην Τουρκία.

Μήπως, Vynym, στην Ανατολία οι μανάδες τρέφονταν καλύτερα απ’ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας; :joy:

ναι αυτό λέω ακριβώς. προσπαθούν να αποδείξουν την τουρκική ρίζα με ό,τι να ναι θεωρίες

Από εδώ θα βγήκε και το κυπριακό «σίκκι με» και το ουσιαστικό: ο σικκιμετζής.

ρεεεε τι με λες τώρα :smiley: :smiley: σικκιμετζής

δεν κατάλαβα τι σημαίνει ακρίβως. δείχνει αυτά

  1. τολμηρός, ριψοκίνδυνος 2. κάποιος που διακινδυνεύει κάτι (μεταφ.)

επίσης υπάρχει μια άλλη λέξη σικκε = κέρμα. μήπως έχει σχέση με αυτό;

Παλιά εδώ στην γειτονιά οι παππούδες(πρόσφυγες), όταν ήθελαν να πειράξουν ο ένας τον άλλον έλεγαν:.αλ = παίρνω, σικιμέ =το πέος μου, βουρ = βαράω, κοπανάω , ντουβαρά = στον τοίχο Όλο μαζί Αλ σικιμέ β(μπ)ουρ ντουβαρά. και έδιναν την απάντηση οι ίδιοι αλλά στα Ελληνικά πλέον . Ή η π@%τ&α σου θα σπάσει ή το ντουβάρι.

κάθε μέρα μαθαίνω μια καλύτερη έκφραση στα ελληνικά θα τρελαθώ

η σωστή έπρεπε σικιμί αλλά δεν πειράζει λέτε και γκελ μπουραντα που είναι λάθος :slight_smile:

1 «Μου αρέσει»

Εγώ πάντως ξέρω “Τεντζερέ γιουβαρλαντί, καπά βε μπελντί”.

tencere yuvarlanmış (yuvarlandı) kapağını bulmuş (buldu)
(οι χρόνοι είναι διαφορετικό σε παρενθέσεις)

κύλησε ο τέντζερησ και βρήκε το καπάκι

έχουμε και τέτοιες κοινές λέξεις
πατσαβουρα
βουρ στο πατσα
νταβατζής
πεζεβέγκης
καριολα
μαμα / τσατσα

1 «Μου αρέσει»

Nα διευκρινίσω ότι Τουρκικά, δυστυχώς, δεν ξέρω. Ότι πιάσει το αφτί μου…

Η ακριβής μετάφραση της καριόλας ποια είναι στα Τουρκικά vynym;

Η “καριόλα” είναι ιταλική λέξη=κρεβάτι

1 «Μου αρέσει»

εμείς το χρησημοποιούμε karyola = κρεβάτι
αλλά αν θες να πεις καριόλα /ιεροόδουλη είναι katlak / orospu

1 «Μου αρέσει»

Σωστά και ο Άνθιμος,και ο Μπατουχάν.Έτσι ξέρω και εγώ την ονομασία για τα παλαιά κρεβάτια με τα στρογγυλά πόδια .Απλά παλιός αρβανίτης μου έχει πει την εξής ιστορία. Στα παλιά Αρβανίτικα (τόυρκικά;) καριόλ λέγανε τον βόλο, την μπίλια. Όταν λοιπόν παλιοί αρβανίτες Μενιδιάτες πήγαιναν για επίσκεψη στα γνωστά σπίτια της οδού Φυλής, κατά την έξοδό τους τους ρωτούσαν τυχόντες γνωστούς τους." Καλό το κορίτσι;", “μπα μην μπεις είναι καριόλα”, εννοώντας ότι υπέφερε από κονδυλώματα. Ήθελα δηλαδή να μάθω αν είναι αντιδάνειο από τα τουρκικά.

δεν ξέρω για τα αρβανιτικά. σιγουρα να έχει λέξεις από τα τουρκικά αλλά είναι όπως το είπαν εδώ

καριόλα < μεσαιωνική ελληνική καριόλα < ιταλική carriola, υποκοριστικό του carro

έλα αφού σου αρέσει το θέμα, να δει λίγο εδώ

«Mama» στα τούρκικα είναι η τσατσά; Εντυπωσιακό, γιατί και στα ελληνικά λέγεται μαμά αντί για τσατσά, καμιά φορά, αλλά φανταζόμουν ότι προέρχεται από την ελληνική μαμά, πράγμα που όμως φάνταζε κάπως απαίσιο σαν ιδέα.

Τσάτσα οι επτανήσιοι λένε την γιαγιά. Εγώ στα Τουρκικά την γιαγιά την ξέρω ως νενέ

Η γιαγιά στα επτανησιακά και στα τουρκικά τι σχέση έχει;

Τσατσά στα πανελλήνια ελληνικά λέμε τη γυναίκα που είναι αφεντικό στο πορνείο (έχει και κάποια πιο επίσημη ονομασία που μου διαφεύγει). Αλλά καμιά φορά τη λέμε και μαμά. Μαμά φυσικά σημαίνει μάνα, οπότε φαντάζει τραγικά κυνικό να χαρακτηρίζεται έτσι η γυναίκα που εκπορνεύει κορίτσια και στη συνέχεια εκμεταλλεύεται την εργασία τους. Αλλά αίφνης μαθαίνουμε ότι δεν προέρχεται από τη μαμά=μητέρα αλλα΄από ομόηχη τούρκικη λέξη που σημαίνει τσατσά.

(Εφόσον βέβαια ισχύει η πληροφορία. Δεν έχω τούρκικο λεξικό, και το Γκουγκλ-τρανσλέιτ δεν την επιβεβαιώνει: mama = τύπος/φόρμουλα/συνταγή, λέει, και mamma=μαμά!)