Νέο λήμμα: παξιμάδα

παξιμάδα (η)

η ελευθεριάζουσα γυναίκα, η γυναίκα του δρόμου που πεινάει και που κλέβει παξιμάδια για να επιβιώσει, η πόρνη.

Ακούγεται στο παραδοσιακό . “Τρελή μου παξιμαδοκλέφτρα”

με τον Νταλγκά.

«…μια μικρούλα πεταχτή
κι αφράτη παξιμάδα,..»

Για την “παξιμαδοκλέφτρα” δεν χρειάζεται ξεχωριστό λήμμα, θεωρώ.

Ίσα ίσα, πιο απαραίτητο είναι για την παξιμαδοκλέφτρα παρά για άλλες πολύ πιο σπάνιες λέξεις, που απαντούν άπαξ σε λιγότερο γνωστά τραγούδια. Την παξιμαδοκλέφτρα, ως λέξη που εμφανίζεται σε στίχους του ~ομώνυμου τραγουδιού, την έχουν ακουστά κι οι πέτρες.

Και σίγουρα δεν είναι προφανές τι σημαίνει. (Βασικά κι εγώ δε θυμάμαι. Επί μακρά σειρά ετών δεν είχα ιδέα αλλά δε με προβλημάτιζε κιόλας, μετά διάβασα κάπου, πιθανότατα εδώ, ότι δεν είναι απλώς αυτή που κλέβει παξιμάδια, η πεινασμένη ας πούμε, η πάμπτωχη, αλλά τελικά δε θυμάμαι τι ακριβώς είχα μάθει… Επομένως, αν δεν την έχουμε ήδη στο Γλωσσάρι, εγώ -ιδιοτελώς- θα την παρήγγελνα ευχαρίστως!)

Χαλάω εγώ χατήρι; :slight_smile:

Παξιμαδοκλέφτρα ή παξιμάδα λεγόταν, προπολεμικά, η “ελευθεριάζουσα” γυναίκα, ασαφής όρος που μπορούσε να ξεκινάει από την ερωμένη και να φτάνει στην τροτέζα. Η λέξη δεν χρησιμοποιείται πια ενεργητικά, όμως παραμένει ζωντανή χάρη στο πασίγνωστο αδέσποτο ρεμπέτικο “Ήσουνα ξυπόλητη” όπου υπάρχει το δίστιχο “ήσουνα τι ήσουνα μια παξιμαδοκλέφτρα / τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις σούρτα φέρτα”.

Γιατί παξιμαδοκλέφτρα; Δεν αποκλείεται να ονομάστηκαν έτσι επειδή, καθώς γυρόφερναν τα υπαίθρια καφενεία της Ομόνοιας, μπορεί να σούφρωναν τα παξιμαδάκια που συνόδευαν τον καφέ των πελατών. Ή έτσι να σκέφτηκαν οι εύποροι και αργόσχολοι νεαροί που έβγαλαν το όνομα. Η παξιμαδοκλέφτρα έδωσε για συντομία την παξιμαδό και την παξιμάδα. Η λέξη γνώρισε περίπου δύο δεκαετίες έντονης χρήσης (τίτλοι επιθεωρήσεων π.χ. Παξιμάδα πολυτελείας, Ίρμα η παξιμαδοκλέφτρα) ως το Δεύτερο Πόλεμο.

Ο Καρυωτάκης, σε μια σατιρική επιθεώρηση που έγραψε, την είχε παιγνιωδώς “μεταφράσει” σε διπυριτοκλέπτρια. Ο Σεφέρης, σε ένα σημείο των ημερολογίων του, λέει πως τον πλησίασε στον δρόμο “μια παξιμάδα”, ενώ ο Άγγελος Τανάγρας, σε χρονογράφημά του, αναρωτιέται πώς μπορεί ένας υπάλληλος να βρίσκει χρήματα για να χαρίζει διαμαντικά στην “τάδε υψηλοτάκουνον και τακερόφθαλμον (*) παξιμάδαν”.

[Από το βιβλίο του Νίκου Σαραντάκου, “Λέξεις Που Χάνονται”]

  • «τακερόφθαλμος». αυτή που έχει τακερούς οφθαλμούς, γεμάτους πάθος και ερωτική φλόγα.
2 «Μου αρέσει»

Κατά τη γνώμη μου το λήμμα θα έπρεπε να είναι
παξιμαδοκλέφτρα/παξιμάδα (με προσθήκη και της λέξης “παξιμαδώ” που ήταν κι αυτή εν χρήσει)
“πόρνη” δεν θα την έλεγα, καθώς δεν τεκμηριώνεται τόσο βαρύς χαρακτηρισμός.

Επίσης απαραίτητο είναι να συμβουλευτούμε τη λεξικογραφία της παλαιότερης εποχής και δη τον τιτανοτεράστιο Σταματάκο:
Παξιμάδα: γυνή ελευθερίων ηθών, κοκκότα
Παξιμαδοκλέφτρα: κοκκότα, γυνή ελευθερίων ηθών, επιληψίμου διαγωγής, παρδαλή, κουβεντιασμένη, αμαρτωλή, παραστρατημένη

Διαφωνώ και για το πώς ονομάστηκε και προτείνω και πάλι να εισακουστούν αυτοί που τα έζησαν:
1)Πολύβιος Δημητρακόπουλος που αρχές 1919 κάνει σχετική επιθεώρηση με τραγούδι παξιμαδοκλεπτικό και με ενδιαφέρουσα σημείωση:
«“Παξιμαδοκλέφτρα” ωνομάσθη το πρώτον κατά το έτος εκείνο το αρχάριον εταιρίδιον, το οποίον περιήρχετο τας οδούς εις αναζήτησιν φίλων. Η ονομασία προήλθεν από τα διημερεύοντα εις τα νεκροταφεία πτωχά γραΐδια, τα οποία επωφελούμενα της λύπης των κηδευόντων συγγενείς, έκλεπτον από τα κάνιστρα τα μοιραζόμενα, μέχρι πρό τινων ετών, παξιμαδάκια. Κατόπιν αι Παξιμαδοκλέφτραι-εταίραι, ωνομάσθησαν, χάριν συντομίας Παξιμάδες και γαλλιστί…Paximado!»

2)άρθρο του 1921: Εις στιγμήν ηθογραφικής μεγαλοφυίας, ο αθηναϊκός λαός της απεκάλυψε το εραλδικόν δένδρον. Την ωνόμασε παξιμαδοκλέφτρα, θηλυκό που κλέβει τα παξιμάδια των κηδειών. Διά λόγους συντομίας επί τέλους αι Αθήναι έδωσαν εις το θήλυ τούτο τέρας του κοινωνικού κατακλυσμού το όνομα «παξιμαδώ».

Τέλος η πρώτη εντόπιση της λέξης στον Τύπο πρέπει να είναι 5/1/1919

1 «Μου αρέσει»

Ως προς το χαρακτηρισμό:

-Επίτομο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του “ΗΛΙΟΥ” παξιμάδα: «η εις τας οδούς περιφερόµενη ιερόδουλος, η τροττέζα».

- Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια: “παξιµάδα αποκαλείτο «η εκ περιστάσεως και αντί ευτελών µέσων πορνευοµένη νεάνις, η κοκκοτίτσα του δρόµου”.

Η “παξιµαδοκλέφτρα” ήταν όντως ένα νούµερο της παράστασης “Καµπαρέ” που ανέβηκε το 1919 και συνοδευόταν από το οµότιτλο τραγουδάκι του Πολύβιου ∆ηµητρακόπουλου που ήταν το εξής:

«Λέει καθένας που µε βλέπει / και τις νύχτες µοναχή γυρνώ, / πως δεν είµαι καθώς πρέπει / κι όπως τύχει τη ζωή περνώ.
Είµαι πάντα µεθυσµένη / κι όλο µε παρέες τραγουδώ, / σκοντάφτω εκεί και πέφτω εδώ. / µα τάχα τούτο τι σηµαίνει.
Με λένε πονηρή και ψεύτρα / πως γελώ µε όλους και τραβώ λεφτά, / µε λένε παξιµαδοκλέφτρα / µα εγώ εδώ τα γράφω όλα αυτά».

“Παξιμάδα” / “Παξιμαδοκλέφτρα” / “Παξιμαδό”, μαζί ως λήμμα, με τις επεξηγήσεις που αναφέρθηκαν.

1 «Μου αρέσει»

Κι αφού την έλουσες καλά καλά, θα παρεξηγηθεί με τον βαρύ χαρακτηρισμό «πόρνη»; Δεν το νομίζω.

Η επιλήψιμος διαγωγή και όλα τα παρόμοια είναι προδήλως ευφημισμοί, η δε κοκότα και η εταίρα ούτε καν αυτό, απλές κυριολεξίες είναι.

Για παράδειγμα, στο “Αμαρτωλό” της Γαλάτειας, δεν νομίζω η ηρωίδα να είναι παξιμάδα…