Νέο λήμμα: παγκούε

AI-generated summary

Στη συζήτηση σχετικά με το ρεμπέτικο γλωσσάρι, η λέξη “παγκούε” αναφέρεται ως πληρωμή μετρητοίς και έχει αρβανίτικη προέλευση, από το “paguaj” που σημαίνει πληρώνω. Αναφέρεται στο τραγούδι «Τα παράπονα του σοφέρ» και χρησιμοποιείται για να εκφράσει πληρωμή στο χέρι. Υπάρχει αμφιβολία σχετικά με τη διάδοση της λέξης στην ελληνική κοινωνία της εποχής, με την άποψη ότι μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη. Συζητείται επίσης η σύγκριση με τη χρήση της λέξης “πάγκο” στα μπιλιαρδάδικα, όμως δεν φαίνεται να σχετίζεται άμεσα. Η συζήτηση καταλήγει ότι η λέξη “παγκούε” πιθανόν να ήταν λιγότερο κοινή αλλά όχι ανήκουστη, και θα μπορούσε να εμφανίζεται σε παρωδίες ή σάτιρες που αφορούν μάγκες, προσφέροντας μια χαρακτηριστική χροιά για τέτοια χρήση.

παγκούε (και παγκουί): πληρωμή μετρητοίς, στο χέρι

ΕΤΥΜ. < αλβαν. paguaj: πληρώνω

Ακούγεται στο τραγούδι «Τα παράπονα του σοφέρ» (1933)
των Ιωαννίδη-Καμβύση-Κυριακού

Εμένα ρε βλάμη θα με πλερώ παγκούε

Δεν ξέρω αν σχετίζεται κι αν αξίζει να καταγραφεί, οι νέοι στα μπιλιαρδάδικα λένε “θα παίξουμε πάγκο” δηλαδή όποιος χάσει, πληρώνει.

Μάλλον δεν σχετίζεται, καθώς “πάγκος” είναι το “τραπέζι” του μπιλιάρδου, άρα ο χαμένος θα πληρώσει το πόσο χρεώνει ο μαγαζάτορας τον χρόνο χρήσης του τραπεζιού.

(η υπογράμμιση δική μου)

Αναρωτιέμαι: πόσο διαδεδομένη ήταν η λέξη στην κοινωνία της εποχής;

Αρβανίτικο είναι. Προφανώς θα ήταν κοινότατο στα αρβανίτικα. Όσο για τα ελληνικά, υπάρχουν κάποιες αρβανίτικες λέξεις που τα ‘χουν μπολιάσει, όπως π.χ. ο βλάμης που ακούμε στον ίδιο στίχο, που είναι κοινός, η μπέσα κι ο μπαμπέσης, που είναι επίσης κοινά, και μερικά λιγότερο κοινά που μάλλον δεν ενσωματώθηκαν ακριβώς στα ελληνικά, μάλλον λέγονται ως συνειδητά ξένες λέξεις που υποτίθεται όμως ότι ξέρουμε τι σημαίνουν, όπως το γκέγκε (κατάλαβες;) και το μούτι (σκατά, αλλά στα ελληνικά μόνο μεταφορικά: μούτι τα κάναμε!).

Κάπου εδώ πρέπει να ανήκει και το παγκούε.

Άρα, κατά την άποψή σου, όχι και τόσο διαδεδομένη στην ελληνική κοινωνία. Μάλλον δίκιο έχεις.

Ναι, ακριβώς αυτό:«όχι και τόσο». Μάλλον σπάνιο παρά συχνό, αλλά όχι και ανήκουστο. Σήμερα τουλάχιστον, δεν ξέρω παλιότερα.

Αν έψαχνα να βρω εμφανίσεις της λέξης, θα κοίταγα όπου παρωδούνται μάγκες: ελληνικές ταινίες, Τσιφόρο, έργα Καραγκιόζη και τέτοια. Μ’ αυτή τη χαρακτηριστική κατάληξη -ούε προσφέρεται ιδεωδώς για σάτιρα.