Ανθιμος
1
μπιγκίν (Beguine): μουσικοχορευτικό ιδίωμα που προσομοιάζει με αργή ρούμπα. Πολύ δημοφιλές την εποχή 1930-1940, προερχόμενο κυρίως από τη Μαρτινίκα
Ακούγεται στο τραγούδι «Η Μαριώ-Μαμζέλ Μαρί» (1948) των Περιστέρη-Μάτσα
Μέσα στα λούσα κι αν ζει και μεσ’ στα μπιζού
κι αν τραγουδάει μπιγκίν και καλαμαζού,
πάλ’ η ψυχή της ποθεί τ’ όμορφο χωριό,
στάνη, φλογέρα, βουνό.
1 «Μου αρέσει»
gus
2
Και ως ‘μπεγκουίν’ θα το ακούσετε από διάφορους παλιούς της πιάτσας.
Ανθιμος
3
Να συμπληρώσουμε στην ΕΤΥΜ.< γαλλ. των Δυτικών Ινδιών béguin= ξεμυάλισμα, ερωτική τρέλα
Υπάρχει και τραγούδι, νομίζω ο Φρανκ Σινάτρα το είπε, “When they begin the beguine”.