“Ο κατσαμπρόκος τρυπούσε το πετσί και φυτεύανε όχι μόνο τις ξυλόπροκες, αλλά και την προκαδούρα, τις σιδερένιες πρόκες με μεγάλο κεφάλι, που τις καρφώνανε στις σόλες και στα τακούνια των παπουτσιών για να μη φθείρονται.”
Ο παραπάνω ορισμός χρειαζόταν συμπλήρωση: το σουβλί από μόνο του δεν μπορεί να καρφώσει, η δουλειά του είναι να ανοίγει τρύπες για τα μετέπειτα, γι’ αυτό παρέθεσα και την εξήγηση του Μπαμπινιώτη.
Οπότε, μπορεί να συμπληρωθεί ο ορισμός ως εξής:
κατσαμπροκάκι: το σουβλί που χρησιμοποιούν οι τσαγκάρηδες για να ανοίγουν στα δέρματα οπές, στις οποίες καρφώνονται πρόκες ώστε να στερεώνονται οι σόλες και τα τακούνια των παπουτσιών.
Βρίσκω στο ΛΚΝΕ (Λεξικό της κοινής νεοελληνικής) ότι το κατσαβίδι είναι από το ιταλικό cazzavide. Ιταλικά δεν ξέρω, έχω όμως μια ιδέα απ’ έξω απ’ έξω, όπως π.χ. ότι υπάρχουν σύνθετες λέξεις από ρήμα+ουσιαστικό του τύπου «τριβειτύρι»=τρίφτης του τυριού. Αν λοιπόν το β’ συνθετικό εδώ, το vide, είναι οι βίδες, μένει να βρεθεί το α’ συνθετικό, που είναι κοινό και στο κατσα(μ)προκάκι. Υπέθεσα κάποιο ρήμα cazzare, αλλά δε φαίνεται να υπάρχει και μάλιστα να ταιριάζει.
Οπότε πιο πέρα δεν μπορώ να το πάω, τουλάχιστον έτσι πρόχειρα.
Μα άμα είναι έτσι, το cazzavide του ΛΝΕ, αντί cacciavide, είναι αντικειμενικό λάθος και πρέπει να διορθωθεί. (Το πρώτο, το λάθος, προφέρεται κατσαβίντε. Το δεύτερο, το σωστό, προφέρεται πάλι κατσαβίντε αλλά με παχύ τσ=tsch. Στα ιταλικά οι δύο φθόγγοι είναι τελείως διακριτοί, δε θεωρούνται καν ότι μοιάζουν.)
Φοιτητές κάποτε, αρχές ΄60, είπαμε να πάμε για Χριστούγεννα απ’ τη Γερμανία όπου σπουδάζαμε, στη Γένοβα, σε Έλληνα φίλο με σπίτι κατάλληλο να μας χωρέσει όλους. Μπήκαμε στο φολξσβαγκενάκι μου, ηλικίας 2 – 3 δεκαετιών και βούρ! Στην Ιταλική Ελβετία έπιασε να χιονίζει, και από τα δύο μου καθαριστήρια τζαμιών το του οδηγού είχε φθαρμένο λαστιχάκι, το του συνοδηγού ήταν εντάξει. Σταμάτησα λοιπόν σε ένα βενζινάδικο να ζητήσω ένα κατσαβίδι να σκατζάρω τα δύο καθαριστήρια. Ο βοηθός του βενζινάδικου όμως δεν ήταν Ελβετός, να έχει μάθει τέλεια απ’ το σχολείο και τις τρεις γλώσσες (Γερμανικά, Γαλλικά, Ιταλικά), ήταν φτωχός μετανάστης απ’ τον Ιταλικό νότο και δεν ήξερε γρύ από Γερμανικά, αγγλικά ή γαλλικά. Εγώ πάλι, που δεν ήξερα πώς λέγεται το κατσαβίδι στα Ιταλικά, προσπαθούσα να του δώσω να καταλάβει τί θέλω, χρησιμοποιώντας (εις μάτην…) την ονομασία του στις γλώσσες αυτές. Μου έφερνε ένα ζευγάρι καινούργια καθαριστήρια… Αφού δεν μπόρεσα να του εξηγήσω ότι ένα κατσαβίδι θέλω, που δεν ξέρω πώς λέγεται στη γλώσσα του, του το εξήγησα δια των κινήσεων πλέον. Όταν επιτέλους κατάλαβε, είπε: Αaahh, ma tu voglio una cacciavida!
Ναι, είχε και τη σημασία του μικρόσωμου ανθρώπου, χρησιμοποιήθηκε ως παρατσούκλι ενδεικτικό του επαγγέλματος ή ίσως του σωματότυπου και μερικές φορές αντικατέστησε και το ίδιο το επώνυμο.
Σε ντοπιολαλιές καταγράφεται το «κατσαμπρόκος» με αρνητικό πρόσημο: ο ασήμαντος, ο άσχημος, ακόμα και το καρφί, ο μαρτυριάρης…