Μπουργάνα, μουργκάνα, βουργάρα

Αμ δε λέει αυτό! Θα ‘ταν πολύ απλό, ήταν κι εμένα η πρώτη μου σκέψη (#28), αλλά στο #40 συνειδητοποίησα ότι δεν είναι σωστή.
α) Από το «σενιάρισα» χάθηκε το γιώτα στο «-νια-». Το ρήμα είναι πανελληνίως σενιάρω, από το «σένιος». Συλλαβή «-να-» δεν έχει λόγο ή τρόπο να εμφανιστεί.
β) Στη συλλαβή «σε-» το έψιλον δεν μπορεί να χαθεί. Σ’ όλα τα λεγόμενα «ιδιώματα του βόρειου φωνηεντισμού», στις άτονες συλλαβές αν υπάρχει ε/ο γίνεται ι/ου, αν υπάρχει ι/ου χάνεται, αλλά αν υπάρχει ε/ο δε χάνεται.

Εκτός αν από τις πολλές αποστρόφους και αλλαγές μπερδεύτηκε ο τυπογράφος κι έγραψε άλλο απ’ ό,τι είχε στο χειρόγραφο ο συγγραφέας.

Ίσως τελικά πρέπει να επιστρέψουμε στην πιθανότητα να υπόκειται το ρήμα σονάρω.

Θα μπορούσε να γίνει σουνάρω όχι λόγω βόρειου φωνηεντισμού αλλά κανονικά, όπως σε άλλα ιταλικά δάνεια όπου το ο γίνεται ου (fortuna > φουρτούνα, tramontana > τραμουντάνα), και στη συνέχεια, δυνάμει του βόρειου φωνηεντισμού τώρα, το ου να χαθεί. Έχουμε παράλληλα παραδείγματα όπου λέξεις όπως πάνω και κάτω γίνονται πάνου και κάτου και, στο στόμα βόρειων ομιλητών, πάν’ κάτ’.

(Κάπ’ κάπ’ κάτ’ κάτ’ κάν’ γκαπ-γκαπ, όπως είπε κι ο Λαρισσαίος στο συνεργείο αυτοκινήτων: κάπου κάπου, κάτι κάτου κάνει γκαπ-γκαπ.)

Αρκεί να τεκμηριώνεται η ύπαρξη της λέξης σε περιοχές εκτός ενετικής-ιταλικής επιρροής.

νομίζω οχι .
μηλαει για "σενιάρησα " απο πριν.
μιλάει για το κούρδισμα που είχε κάνει…

1 «Μου αρέσει»

Αδιέξοδο… Σαφώς αυτό λέει, ότι την κούρδισε, αλλά το σενιάρισα είναι αδύνατον να γίνει σ’νάρ’σα.

Νομίζω ότι, εάν δεν είναι λάθος ανάγνωση του χειρογράφου (που μπόρεσε να περάσει από το περιοδικό στην ποστ μόρτεμ έκδοση σε βιβλίο το 1925 λόγω που ο ΚΧ πέθανε σχετικά νέος από τροφική δηλητηρίαση εν πλω), και αφού θα πρέπει να είναι σουνάρω και θα πρέπει επίσης αυτό να θέλει ενετική-ιταλική επιρροή, θα πρέπει η επιρροή αυτή να προήλθε από νταραβέρια Δ Ελλάδας με Επτάνησα. Ή θα μπορούσε να είναι δαλματική; (Μεσολόγκι).

Η έννοια όμως του ρήματος εδώ μάλλον είναι «σετάρω» και όχι «κουρδίζω», γιατί το να σου ξεκουρδιστεί βραδιάτικα μια χορδή ενώ κούρδισες απόγευμα δεν είναι δα και καμιά μεγάλη γκαντεμιά, συμβαίνει συνέχεια σε όλους, και οι τύποι εδώ είναι και στην ακροποταμιά και μπορεί και με στριφτάρια.

Το έργο παρεπιπτόντως για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει ονλάιν και σε πιο εύχρηστη μορφή:
http://users.sch.gr/ipap/log-keimena/pyrgos.htm

1 «Μου αρέσει»

Την προεδρία την πήρε ο Συμεών Καραφωτιάς. Ο Τυλιγάδας φρόντισε και του προμήθεψε έναν ταμπουρά, γιατί στα τέλια του μπουζουκιού του μπερδευόντανε τα δάχτυλα· δεν το συνή­θισε. Ο μουσαφίρης Σκαλτσογιώργος κάθισε πλάι του, ο Μάνθος Σακαρέλος παραπέρα, αντικρινά στο Γιαννακό Πλα­στάρα, που είχε καθίσει με την πλάτη γυρισμένη προς την κούλια· από τον καιρό που μάλωσε με τη Μαριώ δεν ξανασή­κωσε ποτέ τα μάτια στα παράθυρά της.

Κατόπι πήρε θέση στη σειρά όλη η λεβεντιά του κάστρου κι ανάμεσό της ένας πολίτης φίλος τους με μια φυσαρμόνικα για να βαστά το μπάσο.

Τα δυο μπουζούκια του βελουχιού καθίσανε κοντά κοντά. Το ένα στα χέρια του Φωτούλα Τυλιγάδα, το άλλο στου Γιώργου Καραμπλιάκα από την Αντράνοβα. Το χωριό του, ονομαστό για τραγανά κεράσια και κορίτσια, δε φημίζεται για παιγνιδιάτορες, μα ο λοχίας Καραμπλιάκας έκαμε καιρό στην Καλαμάτα και κει ξεσκόλισε στο μπουζούκι.

Τα όργανα προσμένανε στην άκρη, όσο να φαγωθεί το αρνί και ν’ ανοίξει η διάθεση με τα ποτήρια, που αδειάζανε στην υγειά του ενός και του άλλου. Δεν άργησε και πρώτοι δώσανε το σημείο οι κλαψάρικοι τόνοι της φυσαρμόνικας.

«Τα λελούδια μαραμένα, τα φιλιά φαρμακωμένα», ταίριασε με το μινόρε της τη σκληρή και ξεγοφιάρικη φωνή του ο μοραΐτης επιλοχίας Ανάστος Παδελόπουλος.

Δεύτερη και τρίτη τον ακολουθήσανε και το τραγούδι απλώ­θηκε. Τα μπουζούκια θελήσανε να το συνοδέψουνε, μα η μπουργάνα του Φωτούλα Τυλιγάδα κάτι έπαθε και χαλούσε το ρυθμό.

  • Ποιος διάτανους πήι κι του σκαντάλισι! Ιγώ του σ’ νάρ’ σα τ’ απέγιουμα, φουρκίστηκε ο Φωτούλας κι άρχισε να κουρδίζει το μπουζούκι του.

Το τραγούδι κόπηκε και μοναχή η φωνή του Γιαννακού Πλα­στάρα αποτέλειωσε το γύρισμα:

Δώσ’ μου πίσω τα λελούδια,

δώσ’ μου πίσω τα φιλιά.

Είχαν ξυπνήσει μέσα του οι καημοί και ξεχάστηκε.

Τα ποτήρια ξαναδειάσαν, όσο έσιαχνε ο Φωτούλας το μπου­ζούκι.

  • Έλα, Φωτούλα, πάρ’ το τώρα· μας γκάστρωσες, πρό­σταξε ο Συμεών Καραφωτιάς.

Ο Τυλιγάδας, γελαστότερη ψυχή από τον παίχτη της φυ­σαρμόνικας, χτύπησε πιο περίχαρη χορδή, πιο ανοιχτόκαρδο σκοπό:

  • Ούλες οι παπαρούνες, παπαρούνα μου, — αντιλάλησε η ψιλή, βραχνότρεμη φωνή του.

  • Ούλες οι παπαρούνες με γέλια, με χαρές, βουίξαν όλοι μ’ ένα στόμα.

  • Άιντε τσολιά μου! αλάλαξε ο Καραφωτιάς, σκαρταρίζοντας ψηλά στον αέρα τα τρία δάχτυλα.

Μπιμ! μπαμ!

  • Νίλα θα γένει απόψε! ρεκάξανε άλλες φωνές.

Και το γλέντι μπήκε στο δρόμο του. Τα δυο μπουζούκια παλεύανε ποιο να περάσει το άλλο, οι φωνές ποια να πάει ψηλότερα και πότε γελούμενοι, αλαφροί, πότε βαριοί, παθητικοί ακολου­θούσαν ένας τον άλλον οι σκοποί, όσο που ο επιλοχίας Καρα­φωτιάς έδωσε πάλι το σημείο στην αλλαγή του τόνου.

Τα δυο μπουζούκια πάψανε, όταν τον είδανε να πάρει στα χέρια του τον ταμπουρά κι όλοι σωπάσανε.

Ο επιλοχίας Καραφωτιάς ήταν τραγουδιστής με τ’ όνομα στα ευζωνικά. Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. Όλα τούτα αντιλαλούσανε μ’ όλους τους αχούς τους στο μεστό και λαγαρό τραγού­δι του και κοντά σ’ αυτά και πρώτ’ απ’ όλα έτρεμε στη φωνή του κι αναστέναζε ο καημός μιας λεβεντιάς, που χάνεται ολοέν’ από τα βουνά, η πίκρα για το χαμό και μαζί και κάποια ελπίδα μήπως ξανανθίσει. Η λαχτάρα της σα να ξεχείλισε και την ώρ’ αυτή κι άρχισε βαθιά, βαριά:

  • Με γέλασε μια χαραυγή, ο αυγερινός κι η πούλια, και πήρα πλάγια ταϊβουνά.

Ο ταμπουράς μόνο συνόδευε στα χέρια του ίδιου επιλοχία κι οι φωνές από τη μισή παρέα ακολουθούσαν αργά και σιγαλινά, για να το σηκώσει έπειτα η άλλη μισή με τη φωνή του Τυλιγάδα απάνω απάνω.

Όπως όλοι οι ξακουστοί τραγουδιστάδες, ο Συμεών Καρα­φωτιάς δεν τέλειωνε ποτέ τραγούδι. Και τώρα ύστερ’ από τρία τέσσερα γυρίσματα το έκοψε στη μέση.

Και σώπασε κι η άλλη μεριά.

Ο καημός του επιλοχία Καραφωτιά ξάναψε όμοιους πόθους σ’ όλο το τραπέζι. Ο Φωτούλας Τυλιγάδας άδραξε πάλι το μπουζούκι.

Ο Γιαννακός Πλαστάρας βαλαντώθηκε και το τραγούδι του Κατσαντώνη απλώθηκε θλιμμένο και βαρύ.

Όμως η λάμψη του αγραφιώτη αρματολού ήταν παλιά και θαμπωμένη πια για το Φωτούλα Τυλιγάδα. Οι λαχτάρες του πετούσανε σε κοντινότερους καιρούς και στη φαντασία του σύχναζαν άλλες νωπότερες σκιές και δόξες, που γεμίσανε τον Έλυμπο και Κίσαβο, την Γκιόνα και τη Λιάκουρα, τον Μπούμπιστο και τη Βελίτσα.

  • Εσείς, πουλιά του Γρεβενού, Τσίτσου κι Μήτσου μου, έσκισε τη νυχτιά η στριγκή λαλιά του πρώην λοχία.

Ο Τσιτσομήτσος ήτανε μια από εκείνες τις σκιές, που η γενιά του είχε νταραβέρια ζωντανότερα παρ’ ότι με τις δόξες του Βλαχάβα και του Κατσαντώνη, Στα νιάτα του τις κυνήγησε κι ο ίδιος στα βουνά κι έπλεξε γύρω τους κάποιο όμορφο όνειρο, που η τύχη το θέλησε να σβήσει έτσι σκληρά στη βρό­μικη ποδιά του βελουχτζή εδώ στον όχτο του ακροπόταμου.

Τέτοιο όνειρο πλανεύει και τη λεβεντιά του κάστρου εκεί τρι­γύρω του. Όλοι έχουν τον ίδιο πόθο μαζί με τον Καραφωτιά, όλοι κλαιν ελπίδες που χάνουνται όσο πάνε. Γιατί ξέρουν πως οι σκιές, που ξύπνησε το τραγούδι του Φωτούλα Τυλιγάδα, δε γεμίσανε μόνο δόξα τα βουνά, δε στοιχειώσανε κάθε κορφή και ράχη και χωριό και χούνη, μα πλημμύρισαν και τους καφενέδες με χρυσά γαλόνια, στολίσανε τις στράτες με αστραφτερά σπαθιά και σκόρπισαν απόστρατους συνταξιούχους απ’ άκρη σ’ άκρη στα βουνά και στα χωριά.

Αργά, επίσημα, συγκρατητά κι απανωτά αντηχούνε τα τρα­γούδια του Σπανού, του Τάκη, του Ντελή, του Κάγκαλου, του Πατσαούρα. Καθένας έχει κι ένα χωριανό αρχιληστή να θυμη­θεί και τα πουλιά ξορκίζονται να μη λαλήσουν, οι κούκοι και τ’ αηδόνια να βουβαθούν κι οι όμορφες να αλλάξουν τη Λα­μπρή, γιατί τον έναν ήρωα σκοτώσανε, τον άλλον τον λαβώσανε, τον τρίτον πάνε να τον κρεμάσουν. Η φωνή του Φωτούλα βράχνιασε, ο Καραμπλιάκας άναψε με τ’ άλλο το λαλούμενο, ο Γιαννακός Πλαστάρας χούγιαξε πως δε ματάειδε τέτοιο πατιρντί, ο Ανάστος Παδελόπουλος μνημόνεψε κι αυτός το Λίγκο το λεβέντη κι έτσι ξεντρόπιασε το Μοριά μπροστά στους Ρου­μελιώτες.

Μια δόξα μόνο δεν υμνήθηκε κι ένα όνομα δεν αναφέρθηκε· του Κωσταντέλου. Κάποιος, που το χωριό του ενεχότανε στο φόνο του, ήτανε στη συντροφιά και κανένας δεν είχε όρεξη να ξανάψει πατροπαράδοτες μνησικακίες στο βαλτινό λοχία. Ένας ήτανε φόβος μην το κάμει, ο νιόφερτος συνάδερφος, που ίσως δεν ήξερε πως ο αδερφός της μάνας του Σακαρέλου πήγε θράσος και κείνος μαζί με το μεγάλο ήρωα.

Μα τον Αχιλλέα Σκαλτσογιώργο δεν τόνε φλόγιζαν τέτοιοι πόθοι. Όταν ήρθε η σειρά του να τραγουδήσει γύρισε ξαφνικά το σκοπό.

  • Θέλουν ν’ ανθίσουν τα κλαριά, βλάχα, βλαχούλα μου - άρ­χισε απαλά, σιγαλινά.

Όλοι σωπάσανε μεμιάς.

  • Κι ο πάγος δεν τ’ αφήνει· θέλω και γω να σ’ αρνηθώ

  • κι ο πόνος δε μ’ αφήνει, το πήρε άξαφνα ο Γιαννακός Πλα­στάρας από το άλλο πλευρό.

Ο Καραφωτιάς έκαμε κίνημα να τον σωπάσει. Αν δε φοβότανε μην το πάρει σε κακό ο πρωτυτερινός αγαπητικός της αρρεβωνιαστικιάς του, θα του βούλωνε το στόμα με την απαλάμη.

Μα πρόλαβε άλλος και του ένεψε και σώπασε.

Κι ο Σκαλτσογιώργος ξαναπήρε μόνος το τραγούδι.

Τριγύρω τσιμουδιά· όλοι κρατήσανε και την αναπνοή.

Η φωνή του Σκαλτσογιώργου, συνοδεμένη μόνο από τα μπουζούκια ανέβηκε σιγαλά σιγαλά κι υψώθηκε βεργολίγερη, τρεμούλιασε απαλά και λύγισε, κελάρισε και τρίλισε σαν την λαλιά του κότσυφα, ξαναχαμήλωσε, τσακίστηκε, βράχνιασε και μουρμούρισε σαν παράπονο τρυγονιού, για ν’ ανέβει και να παιγνιδίσει πάλι σα γελαστό φλυάρημα γαλιάντρας, να ξανα­πέσει και να ξανασηκωθεί, να παιγνιδίσει και ν’ αναστενάξει, όσο να σβήσει ψιθυριστά σαν ανατρίχιασμ’ αεριού στα φύλλα. Ο Συμεών Καραφωτιάς σήκωσε το ποτήρι:

  • Γεια σου, ορέ Σκαλτσογιώργο, γεια σου! Όλοι ήπιανε στην υγεία του Σκαλτσογιώργου και σιωπή κράτησε μερικές στιγμές.

Αντίκρυ στο μπαλκόνι της κούλιας σα ν’ αναδεύτηκε ένας ίσκιος κι ο επιλοχίας Καραφωτιάς αλαφιάστηκε.

Ο Σακαρέλος δεν κουνήθηκε στο κάθισμά του. Στην άλλη άκρη του τραπεζιού η φυσαρμόνικα ξανάρχισε το κλάμα :

Εις φρικώδη μαύρη νύχτα,

εις σιγήν κοιμητηρίου,

άντικρυ νεκροταφείου

μουρμούριζε ο Ανάστος Παδελόπουλος την ίδια στιγμή που ο Καραφωτιάς κεντημένος από το τραγούδημα του Σκαλτσογιώρ­γου άπλωνε το χέρι στον ταμπουρά.

Ο Παδελόπουλος είδε το κίνημα και σώπασε.

  • Έλα, πάρε κανένα, του μουρμούρισε κι ο Σκαλτσογιώργος. Ο Καραφωτιάς ξανάπλωσε το χέρι. Μα η τρεκλιστή φωνή του Θόδωρου Μαυλή από την άλλη άκρη του τραπεζιού τον έκοψε ξανά.

  • Το παιδί που με - το παιδί που με -, τραύλιζε ο τσακιρωμένος υπαξιωματικός και σκουντούσε τους μπουζουξήδες να τον ακολουθήσουν.

  • Ας κάμ’ νε κι άλλοι του κέφ’ τς είπε ο Καραφωτιάς και σηκώθηκε ξάφνω αφήνοντας τον ταμπουρά στο κάθισμα.

  • Αχά, πού πας; ρώτησε ο Σκαλτσογιώργος.

  • Π’ θινά· θα γυρίσου άμεσους, είπε αδιάφορα ο επιλοχίας κι έφυγε.

Κανείς δεν τον πρόσεξε. Μονάχα ο Σκαλτσογιώργος και ο Σακαρέλος είδαν την φουστανέλα του, που άσπρισε μια στιγμή όξω στο δρόμο.

Ο Σακαρέλος είδε ακόμα πως χάθηκε κι ο ίσκιος από το μπαλκόνι της κούλιας και τη στιγμή αυτή δεν έμεινε ήσυχος στο κάθισμά του.

Το γλέντι άναψε τώρα στην αντίπερ’ άκρη του τραπεζιού. Κέντρο ήτανε εκεί ο Θόδωρος Μαυλής κι ο Φωτούλας Τυλιγάδας, που είχε την τέχνη να ταιριάζεται με όλους. Ένιωθε και τις λεβέντικες ορμές του Καραφωτιά και τις παράτροπες λιγά­κι του Θόδωρου Μαυλή. Οι κακές γλώσσες λέγανε μάλιστα πως τις είχε κι αυτός στο αίμα του, μα σα γεροντοπαλίκαρο που έμεινε και σα βελουχτζής που ήταν, του τις συμπαθούσαν. Και τη στιγμή αυτή με το τραγούδι, που άρχισε ο Μαυλής, σα να ξαναβαλαντώθηκε.

Ο Αχιλλέας Σκαλτσογιώργος αηδίασε και βαρέθηκε να τους ακούει.

  • Πού να πάει ο Καραφωτιάς; ρώτησε το Σακαρέλο.

  • Θα πάει για φ’ λί, πετάχτηκε από αντικρινά ο Κώτσος Παπαδημούλης, που άκουσε το ρώτημα.

Ο Σακαρέλος δεν κουνήθηκε, δε μίλησε. Ο Σκαλτσογιώργος λάγγεψε:

  • Τι στο δρόμο το π’ λιούν εδώ το φ’ λί; ξαναείπε του Σακαρέλου χαμογελώντας.

Ο Σακαρέλος έκαμε πάλι πως δεν άκουσε.

  • Γεια σ’, ορέ Μάνθο! Τα ’ρρ’ ξες κιόλας, νύσταξες! του φώ­ναξε ο Γιαννακός Πλαστάρας κι άπλωσε το ποτήρι.

Ο Σακαρέλος πήρε το δικό του, τσούγγρισε μαζί του και το άδειασε χωρίς να βγάλει λόγο.

  • Κάτι θέλει να μου πει, τραύλιζε ολοένα ο Θόδωρος Μαυλής στην κάτω άκρη.

  • Στον μπαξέ θέλει να πάμε να γλεντήσουμε μαζί, συμπλή­ρωσε ο Γιαννακός Πλαστάρας και γύρισε κείθε χτυπώντας το ρυθμό με τις απαλάμες.

  • Αν είναι κείν’ η στρουμπ’λούλα, που είδα δω καρσί το δειλινό, χαλάλι τ’! μουρμούρισε του Σακαρέλου ο Σκαλτσογιώρ­γος, χωρίς να λάβει πάλι απόκριση.

Ο Σακαρέλος ξανάδειασε το ποτήρι του μια δυο φορές αλλά­ζοντας με τους πλαγινούς του ομιλίες αδιάφορες. Δεν είχε τραγουδήσει όλο το βράδυ· ακολουθούσε μόνο τους άλλους μουρμουριστά. Δεν ήταν τραγουδιστής και δεν του άρεσε να καταπιάνεται με ό,τι δεν μπορούσε να το βγάλει πέρα.

Ο Καραφωτιάς δεν άργησε να γυρίσει. Όσοι τον είδαν κάμανε πως δεν τον πρόσεξαν. Κανένας δεν τον ρώτησε πού ήταν. Ο Σκαλτσογιώργος μόνο σφύριξε χαμογελώντας στο αυτί:

  • Φάνηκε απόξω κανένας νταλματίας;

Ο επιλοχίας δε μίλησε.

  • Τόνε λιτάρωσες καλά: τον παράδωσες στ’ ν υπομεραρχία; Ο Σκαλτσογιώργος είδε πως ο ανώτερός του δεν είχε όρεξη για χωρατά και σώπασε.

Μα η διάθεση δεν ξαναήρθε στο απάνω μέρος του τραπεζιού. Ο Καραφωτιάς δεν ξανάπλωσε το χέρι στον ταμπουρά, ο Σκαλτσογιώργος δεν ξανατραγούδησε.

Κοντεύανε μεσάνυχτα. Άδεια διανυκτερεύσεως δεν είχαν όλοι τους κι ήταν καιρός να το χαλάσουν. Αδειάσανε τελευταία φορά τα ποτήρια τους κάτω από το βραχνό τραγούδι του Μαυλή και σηκωθήκανε και πήραν το δρόμο του κάστρου.

Μονάχα ο Γιαννακός Πλαστάρας κι ο Μάνθος Σακαρέλος δεν είχαν όρεξη για ύπνο. Χωρίς να πούνε τίποτε στους άλλους, κοντοσταθήκανε και κάμανε κατά την πόλη. Η Κατινίτσα η Σμυρνιά χόρευε με το καφέ αμάν σ’ έναν από τους καφενέδες της πλατείας και τράβηξαν εκεί να ξεθυμάνουν τη βαριά καρδιά.
και το τραγουδι που ειπε ο μπουζουξης…

1 «Μου αρέσει»

Το ‘χω πετύχει αυτό. Στην Κάρπαθο, όπου σε κάποια χωριά ακόμη και τα μεγάλα πανηγύρια γίνονται ακριβώς υπ’ αυτούς τους όρους που περιγράφονται εδώ στην (αγρινιώτικη, υποθέτω) ιστορία, ανάμεσα στα εκατοντάδες αφηγηματικά δημοτικά τραγούδια υπάρχουν κάποια που ορισμένοι μερακλήδες τα θεωρούν οικογενειακή τους περιουσία, και τα λένε πάντα μισά, μην τυχόν και τους τα κλέψει κανείς.

Φυσικά το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο σαν να λες το τραγούδι μισό επειδή απλώς δεν το ξέρεις ολόκληρο, οπότε και τη φήμη, που αφήνει ο μερακλής να πλανάται, ότι ξέρει και το τέλος αλλά δεν το μολογάει, είναι στο χέρι του καθενός να την πιστέψει ή να την αμφισβητήσει. Διότι κατά τα άλλα βέβαια, ένα από τα στοιχεία που αναδεικνύουν στην κοινή συνείδηση τον καλό μερακλή είναι να ξέρει πολλά τραγούδια ολόκληρα, ακόμη κι αν είναι πολύ μακροσκελή. Τα τραγούδια που κρατάνε δέκα ή δεκαπέντε λεπτά, όλο αφήγηση, δεν είναι καθόλου σπάνια στην Κάρπαθο, σπανιότερα ακόμα και είκοσι. Και γενικότερα σε καμία φάση του γλεντιού κανείς ποτέ δε βιάζεται να περάσει στην επόμενη.

Τις έννοιες του μερακλή και του πρωτομερακλή, που στην Κάρπαθο αποτελούν πολύ σημαντικό κοινωνικό κεφάλαιο, ο Χατζόπουλος τις συμπυκνώνει πολύ μαστορικά στη φράση:

Εξίσου γνώριμο, από την καρπάθικη εμπειρία, μου φαίνεται και το γεγονός ότι ο Καραφωτιάς μπορεί να παίζει όργανο αλλά η φήμη του είναι ως τραγουδιστή. Κι όχι επειδή είναι καλλίφωνος, αλλά επειδή ξέρει πολλά τραγούδια κι επειδή η φωνή του κουβαλάει όλη την τοπική συλλογική εμπειρία της ζωής:


Τα κλέφτικα ξέρουμε τι είναι. Τα ευζωνικά όμως; Μου φαίνεται να καταλαβαίνω ότι τα κλέφτικα είναι υποκατηγορία των ευζωνικών. Κλέφτικα λένε (σήμερα τουλάχιστον) όχι τόσο τα τραγούδια που μιλάνε συγκεκριμένα για την κλεφτουριά, αλλά τα αργά καθιστικά με κάποια μουσικά, πρωτίστως, χαρακτηριστικά. Ίσως λοιπόν «ευζωνικά» να είναι τα στιχουργικώς κλέφτικα, είτε χορευτικά είτε καθιστικά, και «κλέφτικα», μεταξύ αυτών, ειδικότερα τα καθιστικά… Ποιος ξέρει;

1 «Μου αρέσει»

Δεν είναι όμως, γιατί η πρώτη έκδοση σε βιβλίο είναι του '15, χρόνια πριν την μοιραία συνάντηση του συγγραφέως με την ιταλική κουζίνα.

Εγώ! Είναι τάγματα, όχι τραγούδια :nerd_face:

Αααα!! Στα ευζωνικά τάγμτα είχε κάνει όνομα ως τραγουδιστής!

1 «Μου αρέσει»

“Υπάρχουν ειδικά ευζωνικά τραγούδια τα οποία ζωγραφίζουν την υπερηφάνειαν του ευζώνου. Με δύο στίχους απετύπωσαν οι ίδιοι την εικόνα των :
Φουστανέλλα, φούντα, φέσι
και δαχτυλιδένια μέση.
Εις τα σύνορα, όπου εφύλατταν σκοποί, εις ολίγων μέτρων απόστασιν από τους Τούρκους, εγνώρισαν καλά τους αντιπάλους των και έμαθαν να τους περιφρονούν σαν να τους βλέπουν από κάποιον ύψος. Δια τας απλοϊκάς ψυχάς των ορεινών αυτών ανθρώπων , αυτή η περιφρόνησις είναι ό,τι εις τους επιστήμονας στρατιωτικούς η ακριβής εκτίμησις της αξίας του αντιπάλου. Εις ένα του τραγούδι ο εύζωνος προκαλεί τον Τούρκον να έβγη και να πολεμήσουν στα φανερά, για να ιδή ο Τούρκος
πως πολεμάει ο εύζωνος με το σπαθί στο χέρι.
Κάτι τι από την ψυχήν του παλαιού κλέφτη εκληροδοτήθη εις τον σημερινόν εύζωνον”
(Γ. Β. Τσοκόπουλος, “Οι εύζωνοι”)

3 «Μου αρέσει»

Ή μπορεί και όχι. (χαρακτήρες)

Την προεδρία την πήρε ο Συμεών Καραφωτιάς. Ο Τυλιγάδας φρόντισε και του προμήθεψε έναν ταμπουρά, γιατί στα τέλια του μπουζουκιού του μπερδευόντανε τα δάχτυλα· δεν το συνή­θισε.

Λοιπόν νομίζω σίγουρα δεν αναφέρεται σε σκληρότητα του οργάνου («στα τέλια του μπουζουκιού του μπερδευόντανε τα δάχτυλα»), και ούτε σε διχορδία (και ο δίχορδος παίζει μελωδία στο καντίνι με ραστ 4η, γιατί να μπερδευτεί κανείς από τον τέτοιο ταμπουρά στο μπουζούκι;), η μόνη περίπτωση να μην αναφέρεται σε συνοδευτικό ταμπουρά είναι να εννοεί πως είχε συνηθίσει κάποιο «διατονικό» δέσιμο και δυσκολευότανε στην ισοσυγκερασμένη ταστιέρα, αλλά και τούτο θα ήταν παρατραβηγμένο.

Στο έργο υπάρχουν δύο ακόμη αναφορές σε μπουζούκι:

Η αποκάλυψη του Γεσίλα για τον Κουλουμπέρδα βρήκε την Κούλα απάνω που έπαιζε το κρυφτό του ψάλτη μια ολάκερη βδομάδα. Κι η βαρυθυμιά από τον πρώτον ξέσπασε στο δεύτερο. Το κρυφτό βάσταξε περσότερο παρ’ όσο πρόσμενε κι η ίδια η Κούλα κι ο ψάλτης ήτανε δυστυχισμένος. Το μπουζούκι του Φωτούλα Τυλιγάδα δεν έπαυε μέρα και νύχτα μέσα στην πα­ράγκα του βελουχιού. Φυλάγοντας να μη βραχνιάσει τη φωνή του, που τη χρειαζότανε για τα τροπάρια στην εκκλησιά, ξεθύ­μαινε στα τέλια του μπουζουκιού.

Και:

Τίποτε μαθητού­δια αν ξεπέφτουν πια να χαρτοπαίξουνε μεσημεριάτικα κι απο­βραδίς μονάχα οι δάσκαλοι βγαίνουνε να δροσιστούν.

Όμως μια νέα γενιά δασκάλων. Όχι πως δε μιλούνε για γραμματική κι αυτοί, ή πως δεν αναθεματίζουν τον Ψυχάρη, μα δεν το θαρρούν κι ολότελας αταίριαστο με το σοβαρό έργο τους να ρίχνουνε και καμιά ματιά προς τα παράθυρα της κούλιας, να τρώνε στην αστροφεγγιά κάνα κοτόπουλο και να ξεκρεμούν και το μπουζούκι κάποτε.

1 «Μου αρέσει»

Θε έμενα σ’ αυτό που σκέφτηκα στο 45: Είτε άλλο κούρδισμα, είτε άλλο μέγεθος - ή και τα δύο. Μπορεί ακόμη και άλλος αριθμός χορδών.

Για τον άλλο αριθμό χορδών απάντησες βέβαια, αλλά αν έχουμε άλλο αριθμό χορδών και επιπλέον διαφορετικό κούρδισμα γίνεται δύσκολο. Σκέψου να παίζεις δίχορδο ταμπουρά, που λογικά θα κουρδίζει σε 5ες ή άντε σε 4ες, και να πιασεις τρίχορδο μπουζούκι σε καραντουζένι. Οι δύο «άλλες» χορδές, ανοιχτές θα δίνουν μια ενοχλητική 2η που δε θα ξέρεις τι να την κάνεις.

Ο δίχορδος όντως κουρδίζει σε 5ες και 4ες για ντουγκιάχ και ραστ αντίστοιχα, και αν σε δυσκολεύει το καραντουζένι, γιατί να μην κουρδίσεις στο, συνηθέστατο εξάλλου, ρε σολ ρε; Και όταν λέει για «μπέρδεμα δάχτυλων στα τέλια» δεν θα πρέπει να εννοεί στο αριστερό;

Δεν ξέρω αν ο καθένας θα είχε την άνεση να αλλάξει κούρδισμα σε όργανο που πρωτοπιάνει, για να το φέρει στη βολή του. Θα μπορούσε απλώς να το παρατήσει λέγοντας «δεν ξέρω πώς παίζεται».

Όσο για το μπέρδεμα των δαχτύλων, δε νομίζω ότι χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποια ακριβώς δάχτυλα μπερδεύονταν. Ο παίχτης μπερδευόταν, αυτό είναι όλο.

Λέει όμως «δεν το συνήθισε». Αυτό δεν δίνει την εντύπωση ότι δεν κατάφερε να μάθει μάλλον παρά ότι δεν έτυχε να έχει ξαναπιάσει μπουζούκι, πράγμα επίσης μάλλον δύσκολο στο «μιλιό» του (και μάλιστα ενώ θα έπαιζε σολιστικό ταμπουρά, είτε δίχορδο είτε τρίχορδο);