Πάντως εμένα η εργασία με βοήθησε να κατανοήσω, σχετικά με τον Παπάζογλου, ακόμη και πράγματα που δεν τα λέει ευθέως, δείχνει όμως τον δρόμο για να τα παρατηρήσουμε. Θα μείνω και πάλι στην πτυχή της στιχουργίας για να δώσω ένα παράδειγμα:
Η παραδοσιακή προφορική στιχουργική στηρίζεται σε κάποιους πολύ περιορισμένους κανόνες. Όλα τα μέτρα είναι ιαμβικά ή τροχαϊκά, σχεδόν πάντα 15σύλλαβα ή 8σύλλαβα, όλες οι ομοιοκαταληξίες είναι μεταξύ πρώτου και δεύτερου στίχου, όλοι οι στίχοι κάθε στροφής είναι μετρικά ίδιοι, κλπ., και τελικά όλοι οι στίχοι μοιάζουν με άλλους στίχους και δεν επιδιώκουν την έκπληξη. Ενώ σε άλλες μορφές στιχουργίας (επώνυμη ποίηση, ελαφρό τραγούδι, μεταγενέστερο λαϊκό κ.ά.) η ποικιλία είναι υπερπολλαπλάσια.
Ο Παπάζογλου, στα περισσότερα τραγούδια του, περιορίζεται κι αυτός στα παραπάνω στενά όρια. Δεν αλλάζει τους κανόνες, δεν τους διευρύνει, δεν τους παραβιάζει. Ωστόσο, βρίσκει συστηματικά εξαιρετικά ευρηματικούς τρόπους να πρωτοτυπήσει μέσα στο πλαίσιο αυτό. Να κάνει κάτι που ο καθένας θα μπορούσε να το έχει ήδη κάνει, εφόσον δυνητικά προβλέπεται, κι όμως δεν το είχε σκεφτεί κανείς.
Το πιο καραμπινάτο παράδειγμα είναι ίσως η Βολιώτισσα. Οι στίχοι, όπως ακούγονται, είναι:
Μια Βολιώτισσα τσαχπίνα μια φορά
μ’ έμπλεξε μέσ’ την Αθήνα στα γερά.
Μού ‘κανε την χωριατάρα μια χαρά,
μ’ αυτή ήταν αλανιάρα στα γερά.
Μου 'λεγε πώς ήταν δούλα σε κυρά
και ξηγιότανε στη ζούλα μια χαρά.
Στα στενά τού Μακρυγιάννη μια χαρά
κάθε βράδυ μ’ ένα αλάνι στα γερά.
Σε πρώτη φάση, παρατηρεί κανείς ότι επαναλαμβάνονται διαρκώς οι ίδιες ρίμες: μια χαρά, μια φορά, στα γερά. Αρχίζει και κουράζει. Μα καλά ρε μάστορα, τίποτε πιο πρωτότυπο δε βρήκες; Το 'πες μια, το 'πες δυο, φτάνει.
Κι εδώ που τα λέμε, αυτές οι φράσεις δεν είναι καν απαραίτητες για το νόημα, τουλάχιστον όχι πάντα. Θα μπορούσαν και να έλειπαν.
Χμμμ… Να έλειπαν; Κι αν όντως λείψουν; Γιά να δούμε:
Μια Βολιώτισσα τσαχπίνα
μ’ έμπλεξε μέσ’ την Αθήνα.
Μού ‘κανε την χωριατάρα,
μ’ αυτή ήταν αλανιάρα.
[…]
Ώπα ρε παιδιά, τι έχει κάνει εδώ ο τύπος; Πού πήγε και την έκρυψε την ομοιοκαταληξία; Αν το τραγούδι το δούμε έτσι, τότε έχουμε κλασικότατα τροχαϊκά ομοιοκατάληκτα 8σύλλαβα δίστιχα (αλλιώς είναι 11σύλλαβα: ασύνηθες), και στο τέλος του κάθε στίχου προστίθεται κι ένα τρισύλλαβο τσάκισμα. Δηλαδή 100% κλασική λαϊκή παράδοση. Αν αντί «στα γερά» και «μια χαρά» έλεγε ξερωγώ «ωχ αμάν» και «γκελ αμάν» εναλλάξ, θα ήταν κάτι απλό και συμβατικό: οι ομοιοκαταληξίες (τσαχπίνα - Αθήνα κλπ.) θα ήταν φανερές και όχι κρυμμένες, και τα «ωχ αμάν» κλπ. θα φαίνονταν αυτό που είναι, δηλαδή τσακίσματα εκτός στίχου που δεν προσθέτουν τίποτε στο νόημα.
Έτσι όμως όπως το έκανε, κάτι προσθέτουν. Όχι κάτι που να αλλάζει θεμελιωδώς το νόημα, αλλά πάντως δεν είναι και σκέτα στολίσματα, έχουν κάποιο περιεχόμενο.
Η λαϊκή προφορική παράδοση το κάνει κι αυτό καμιά φορά, αν και σπανιότερα: τσακίσματα που δεν είναι ούτε άνευ περιεχομένου ούτε άσχετου περιεχομένου, παρά διατηρούν μια κάποια σχέση με το νόημα του κυρίως στίχου. Επομένως, και πάλι ο Παπάζογλου ξηγιέται παραδοσιακά.
Αλλά υπάρχει κι ένα δίστιχο που διαφοροποιείται ελαφρώς από τα υπόλοιπα:
Μου 'λεγε πώς ήταν δούλα σε κυρά
και ξηγιότανε στη ζούλα μια χαρά.
Εδώ, αντί για τα επαναλαμβανόμενα «μια χαρά», «μια φορά», «στα γερά», έχουμε κάτι πιο πρωτότυπο: «σε κυρά». Τάχα είναι κι αυτό τσάκισμα, ή τώρα ανήει στον κυρίως στίχο; Αν το βγάλουμε, τι θα γίνει;
Μου 'λεγε πώς ήταν δούλα
και ξηγιότανε στη ζούλα.
Αυτό που απομένει, μετρικά στέκει. Νοηματικά επίσης στέκει, δε λέει όμως ακριβώς το ίδιο. Εδώ το «σε κυρά» είναι ουσιώδης πληροφορία και όχι στόλισμα. Τι θα πει «ήταν δούλα» έτσι σκέτο; Το προσδιορίζουμε, «δούλα σε κυρά», και γινόμαστε σαφέστεροι και πληρέστεροι.
Άρα είναι και δεν είναι τσάκισμα, είναι και δεν είναι μέρος του κυρίως στίχου. Θες το βλέπεις έτσι, θες το βλέπεις αλλιώς - ο δημιουργός δε θα σε ωθήσει προς τη μία ή την άλλη ανάγνωση. Κι εφόσον ο κανόνας (που ποτέ δεν είδαμε τον Παπάζογλου να τον αμφισβητεί) απαιτεί τα ίδια μετρικά σχήματα από στροφή σε στροφή, άρα το ίδιο ισχύει και για όλες τις υπόλοιπες στροφές. Θες τις βλέπεις παραδοσιακές 8σύλλαβες με τσακίσματα, θες νεωτερικές 11σύλλαβες (μονοκόμματα) με διπλή ομοιοκαταληξία, εσωτερική και εξωτερική. Θες βλέπεις έναν παραδοσιακό δημιουργό που φροντίζει να μην ξεχωρίσει από την προϋπάρχουσα παράδοση, θες βλέπεις ακριβώς το αντίθετο, έναν κολπαδόρο ανανεωτή που επιζητεί την πρωτοτυπία.
Λοιπόν, όλο αυτό το πράγμα εγώ προσωπικά το θεωρώ ιδιοφυές. Επίσης, το θεωρώ τυπικό χαρακτηριστικό του Παπάζογλου (αν και ειδικά εδώ φανερώνεται πιο έντονα απ’ ό,τι σε άλλα τραγούδια). Και, τέλος, δε θα το έβλεπα -δεν το είχα δει τόσα χρόνια που ξέρω το τραγούδι!- αν δε με βοηθούσε η Πίπη.
Η οποία, αν θυμάμαι σωστά (μια φορά το διάβασα, κάπως γρήγορα, και πάνε και κάτι βδομάδες) εντοπίζει ρητά διάφορα ακριβώς ανάλογα παραδείγματα σε άλλες πτυχές της ανάλυσής της, π,χ, στη μελωδική ανάπτυξη. Περιπτώσεις δηλαδή απροσδόκητης νεωτερικής πρωτοτυπίας που, ωστόσο, παραμένουν αυστηρά εντός των όσων προβλέπει μια συντηρητική, περιορισμένη ως προς την πρώτη ύλη της, παράδοση.