Επτάχορδος Ταμπουράς του 1903

Επτάχορδος Ταμπουράς του 1903
Βρέθηκε σε χωριό της Λακωνίας .
Σκάφος: Μουριά σκαφτή παχους 3χιλ.
Καπάκι: πέυκο και κερασιά,
Μανικι:κερασιά.
Δεν έχει μπερντέδες αλλά τάστα.
Το μήκος χορδής είναι 73 εκ περίπου.





4 «Μου αρέσει»

Ρε συ μάστορα, που πας και τα ξετρυπώνεις;

Καμιά καλύτερη φωτογραφία από τα τάστα, την ημερομηνία και συνολικά για το όργανο δεν έχει;:slight_smile:

1 «Μου αρέσει»

Δεν τα ξετρυπώνω,μόνα τους έρχονται!
Η μοναδική αναφορά στην ημερομηνία και στον κατασκευαστή είναι αυτή που φαίνεται στη φώτο (1903 Ν.Μ.)
Θα βγάλω φώτο και το μανίκι (που για τσαμπουκάδες έχει κουμπιά πιθανότατα τοποθετημένα αργότερα).

1 «Μου αρέσει»

Μπράβο Γιάννη! Τα αρχικά Ν. Μ. παραπέμπουν κάπου, εσείς οι ειδήμονες; Η ύπαρξη τάστων το 1903 πάντως, χαρακτηριστική για την αστικοποίηση της Σπάρτης. Δεν πιστεύω, τα τάστα να τοποθετήθηκαν αργότερα;

Επτάχορδος, έ; Η μπουργκάνα μόνη της; Αν ναι, «τετράχορδος»!

Η αλήθεια είναι πως στην κοιλάδα του ευρώτα και στην ευρύτερη λακωνική ύπήρχε παράδοση κατασκευής τέτοιων οργάνων.Πέρα απ΄τους Σταθοπουλαίους, τον Καραμπά,τον Καντζούνη(πιο λόγιος κατασκευαστής κιθάρας και μαντολίνου) χαρακτηριστικά αναφέρω τον Παπα Σιγαλό(ο Σταυρος Κ ξἐρει)απ΄το Γεωργίτσι ο οποίος από μουριά έφτιαχνε, όπως λέγεται μπουζούκια, με στριφτάλια.Πέθανε στα 1918.
Τέτοια ήταν και τα μουσικά ακούσματα την περιόδο εκέινη στην περιοχή.Βιολία, ταμπουράδες, μπουζούκια, λαούτα, μαντολίνα και σπανίως κλαρίνα πάιζονταν στη Λακωνία(εν αντιθέσει με τη γειτονική Αρκαδία που το κλαρίνο είχε τον πρώτο ρόλο).
Ο πεθερός μου θυμάται χαρακτηριστικά να τραγουδούν στην υπόγεια ταβέρνα κάτω απ΄το σπίτι του, ασίκικα όπως τα λέγαν εδώ, τραγούδια(της τριανταφυλλιάς τα φύλλα κλπ).

1 «Μου αρέσει»

Ή μία τριπλή και δύο διπλές;

Γιατί άραγε, μήπως υπήρχε πιο έντονη επιρροή της Κρήτης, Τσιρίγου κλπ;

Πάντως, όπως έχουμε συζητήσει σε άλλο νήμα, στη Λακωνία είχε επίσης και λύρες. Τόσο από παλιά ντόπια παράδοση όσο και από κρητική επιρροή (που ενίσχυσε την ντόπια παράδοση).

1 «Μου αρέσει»

Ρε παιδιά μάθαμε αν ο ταμπουράς ετούτος αρματωνόταν 3-2-2 όπως τυπικά το παλιό τρίχορδο ή 2-2-3 όπως το σημερινό σάζι; Στην πρώτη περίπτωση θα πρέπει να αποτελεί παλιά, ίσως και την παλιότερη γνωστή, έμμεση πλην σαφή ένδειξη για το 3-2-2 στο μπουζούκι. Είναι και ταστάτος (ή μάλλον δυστυχώς ήταν), φαίνεται πως παράβγαινε στο μπουζούκι. Αυτή η φλασιά μού 'ρθε όταν έμαθα κάτι που με εξέπληξε: το ορεινό μπάντζο των Απαλαχίων, που είναι το άκρον άωτον του DIY, δεν προϋπήρξε του, γνωστού σε όλους σαν εικόνα, μπάντζου μαζικής παραγωγής, αλλά υπήρξε η DIY ανταπόκριση σε αυτό. Στη δεύτερη περίπτωση αποτελεί παράδειγμα σποραδικού 2-2-3 εκτός σύγχρονης Τουρκίας.

Το βράδυ θα πω κι άλλα σημαντικά πράγματα.

Το πρωί τελικά θα συμβεί αυτό.

Πάντα κάπου είναι πρωί..

Ή κι από κάποια συγκαιρινά του μαντολίνα της Φραγκιάς.. Το δεδόμενο πάντως καθιστά ιδιαίτερα πιθανό να είναι Μούρτζινος το δωδεκάχορδο που φωτογραφήθηκε με τον Μπάτη.

Τεσπά.. Έχω την εξής θεωρία για την προέλευση του κλασικού αρματώματος 3-2-2. Οι wound χορδές άργησαν να διαδοθούν κατά 'δώ, κι ακόμα περισσότερο στη λαϊκή μουσική, ενώ, ασχέτως του τι συμβαίνει με το σημερινό σάζι (που, μη σας ξεγελά η ποικιλία των μεγεθών, είναι ένα πολύ τυποποιημένο και εκσυγχρονισμένο όργανο), οι παλιοί τρίχορδοι ταμπουράδες και μπουζούκια εδώ και τριγύρω, συνήθως είχαν 6 ή 8 κλειδιά. Λογικά, εάν δεν απατώμαι, σε συνθήκες επανεισαγώμενου, τα 6 προκρίνουν τη μελωδική τριχορδία σε κούρδισμα ντουγκιάχ-γεγκιάχ-ραστ, ενώ τα 8 με τετραπλή τρίτη προκρίνουν τη μελώδική διχορδία σε κούρδισμα ραστ-γεγκιάχ-χρουτς (χρουτς ραστ που μπορεί να γίνει και χρουτς ντουγκιάχ για χιτζάζ, ουσάκ), δηλαδή κούρδισμα τύπου ρε-λα-ρε (που μπορεί να γίνει και τύπου ρε-λα-μι για χιτζάζ, ουσάκ). Φυσικά γίνεται και στα δύο, άμα θες, και μελωδική μονοχορδία (καντίνι στο γεγκιάχ, ραστ στην 4η), με ευκόλως εννοούμενα κουρδίσματα μεσαίας και τρίτης, κατά τον τρόπο, και με περιορισμό της έκτασης αν είσαι με μπερντέδες.

Διαισθάνομαι λοιπόν ότι η τετραπλή τρίτη έχει να κάνει με την έλλειψη μπάσου για μουργκάνα. Δηλαδή επεδιώκετο στο χρουτς η διαφορά/έμφαση που με διαφορετικό τρόπο, μπαμ αντί χρουτς, δίνει η μπάσα, γι’αυτό και η τετραπλή έγινε τριπλή (το ότι δεν ήταν και πριν φαίνεται από τα 8, ποτέ 7, στριφτάρια), με την τετραπλή με μπάσο να αποτελεί εφήμερο πειραματικό εκλεκτικισμό, και την τυποποίηση της διπλής να προέρχεται από την ασχετοσύνη της αναβίωσης.

Συνδυάζοντας τις παραπάνω σκέψεις μου με τις γνωστές παρατηρήσεις του Πέτρου Μουστάκα για τους τσαμπουκάδες στα παλιά μπουζούκια, τολμώ να πω πως έλυσα το μυστήριο των εναλλακτικών διατάξεων. Η διάταξη Α (η σημερινή) δεν συνδέεται με συγκεκριμένες βάσεις ή κουρδίσματα, είναι απλώς η τυπική διάταξη των μοντέρνων οργάνων, και είναι δυτική επιρροή. Η διάταξη Β (οδηγοί στα διαστήματα 2, 5, 7, 9, 12, κοκ μετά την οκτάβα) συνδέεται με τη μελωδική διχορδία και το κούρδισμα τύπου ρε-λα-ρε/μι, σημειώνοντας κάποιες βάσεις και κορυφές (ντουγκιάχ, τσαργκιάχ, νεβά, χουσεϊνί, γκερντανιέ, και μετά την οκτάβα μουχαγιέρ κοκ). Η διάταξη Γ (οδηγοί στα διαστήματα 2, 5, 7, 10, 12, κοκ μετά την οκτάβα) κάνει το ίδιο για τη μελώδική μονοχορδία και το κούρδισμα τύπου ρε-σολ/λα-ρε (ραστ–στο 5, ντουγκιάχ, τσαργκιάχ, νεβά, και μετά την οκτάβα χουσεϊνί, γκερντανιέ, κοκ). Ο οδηγός στο 2 δεν σημειώνει βάση ή κορυφή, αλλά κι έτσι, είναι το καλύτερο σημείο να βάλει κανείς οδηγό εάν δεν θέλει να αφήσει ολόκληρη την πρώτη 4η κενή. Η υπόθεση ενισχύεται και από το μπουζούκι Γκέλη παρουσίασης Φρονιμόπουλου, που έχει τη διάταξη Γ χωρίς τον οδηγό στο 2, και με μάστορη το 7 (αντίληψη του ντουγκιάχ ως της κυριότερης βάσης).

Τι είναι το Χρουτς;

Και όταν μιλάς για μελωδική διχορδία εννοείς οτι εχεις ως τονικη την μεσαία χορδή; Και αν ναι, αυτη θα ειναι Ραστ, Ντουγκιαχ ή κατι άλλο;

Η μήπως σκέφτεσαι την μεσαία ως γεγκιαχ;

Έτσι σκέφτομαι, αντί για μπάμ, μια τετραπλή πλήρως unwound μουργκάνα.

Αυτό, με το καντίνι ραστ.

Νομίζω (και το λέω με επιφυλαξη) οτι ο απόλυτος ορισμός μιας χορδής ως ραστ ή ντουγκιάχ (ή οτιδηποτε άλλο) δεν συμβαίνει ιστορικα, τουλαχιστον όχι στον βαθμό που να χρήζει σημάδια στο όργανο. Ανοιχτά παίζεις όσο μπορείς, όποιο και αν είναι το μακάμι. Δηλαδή ρε ραστ, ρε ουσσακ, ρε χιτζάζ. Στα πιο οθωμανικά παιξίματα έχουμε συχνά ανοιχτή ραστ πατημένη ντουγκιάχ αλλά δεν νομίζω οτι αυτό συμβαίνει ως γενικότερος κανόνας. Νομίζω οι τσαμπουκάδες αντιπροσωπεύουν απόλυτα νότες και όχι απαραίτητα βαθμίδες με την μακαμιστικη έννοια.

Φυσικά μπορεί να γίνει, και έγινε στο τέλος, αρχικά όμως θα ήσουν με φρεσκοϊσοσυγκερασμένο όργανο προερχόμενος από μια παράδοση όπου ανοιχτό ραστ θα σήμαινε και 2α ντουγκιάχ, και ρε χιτζάζ ή ουσάκ θα ξένιζε με μεσαία λα. Αλλιώς γιατί οι συγκεκριμένες διατάξεις, γιατί όχι δυτική διάταξη από την αρχή του σύγχρονου μπουζουκιού;

αυτό απο που το συμπεραίνουμε οτι ήταν παράδοση; Αυτό είναι θεωρία (ούτε θεωρία, απλα πρακτική) παλατιανης μουσικής. Όλη η ανατολική μεσόγειος παίζει ανοιχτα ντουγκιαχ όσο και ανοιχτα ραστ.

Για να το διατυπώσω καλυτερα: Δεν νομίζω οτι η ιεραρχία του Ραστ περντε ως ανοιχτή χορδή (και του ντουγκιαχ πατημενη)σημαίνει κατι στον μέσο μουσικο που θα έπιανε το όργανο που συζητάμε

Πιο πιθανό θα ήταν η ανοιχτή χορδή να άλλαζε ρόλο απο θεση μπολαχένκ σε σουπουρντε ή καπως ετσι προκειμένου να παραμείνουμε σε ανοιχτή θέση για την τονική

Σκέψου δέσιμο σαζιού vs λάφτας. Και αν οι διατάξεις Β και Γ ήταν, ουσιαστικά, αυθαίρετες συμβάσεις (όπως είναι η Α), γιατί να υπάρχει τόση προτίμηση για τη μία ή την άλλη, ξεκινώντας μάλιστα από την παλαιότερη πλήρη ανυπαρξία οδηγών;