Δημοτικά τραγούδια για το έπος του '40

Διαβάζοντας τους ομοιοκατάληκτους 8σύλλαβους στίχους των παρακάτω τραγουδιών, με τη διακωμώδηση του Ντούτσε, των Ιταλών γενικά, και τα επαινετικά λόγια για τους Έλληνες,

  1. «Ντούτσε, πω πω κουτουράδα!
    Τι σου έφταιξε η Ελλάδα;
    Ήθελες και την Αθήνα.
    Νόμιζες πως μες στο μήνα
    θα την πάρεις κομπανία,
    όπως την Αβησσυνία!
    Μα στον τόπο αυτό οι μανάδες
    γέννησαν παλικαράδες
    που τη γη υπερασπίσαν,
    σαν λαγό σε κυνηγήσαν
    και σε πήγαν με μανία
    ως βαθιά στην Αλβανία!
    Τρέχεις και ακόμα τρέχεις.
    Γιατί κλαις, Ντούτσε, τι έχεις;
    Φαιοχίτωνα, τρελάρα,
    τι μεγάλη κουταμάρα!
    Η στρατιά σου η ξακουσμένη
    είναι τώρα διαλυμένη…
    Η στρατιά σου πάει καλιά της,
    άφησε τα κόκαλά της
    κι όλη της την περηφάνια
    λίπασμα για τα Βαλκάνια.
    Πόσους έχεις αφανίσει
    και τους έχεις χαραμίσει…
    Ξεκινούσες για τη νίκη,
    σʼ έπιασαν σαν το ποντίκι!
    Ο Παπάγος σʼ το μηνούσε:
    “Μακριά μου μείνε, Ντούτσε!
    Σαν κοκόρι αν ξεκινήσεις,
    σαν κοτούλα θα γυρίσεις.
    Μη γαβγίζεις, θα σε δέσω,
    σαν σκυλί να σε μερέψω”».

  2. «Ντούτσε, να σου σκάσει η κούτρα!
    Βρε φασίστα, με τι μούτρα
    κίνησες με τη στρατιά σου;
    Τα ʼθελες όλα δικά σου.
    Και ενός στρατού βαρβάτου
    έσπειρες τα κόκαλά του
    στα ποτάμια, στα πηγάδια,
    στα βουνά και στα λιβάδια…
    Στʼ Αργυρόκαστρο που μπήκες,
    λίγο δύσκολα τα βρήκες.
    Και μετά σε βρήκε η μπάλα
    και σαν τʼ άλογο πιλάλα
    έφτασες με τα σπιρούνια
    στης Μηλιάς τα κορφοβούνια.
    Μα οι Μοραΐτες φτάσαν
    και τα σχέδια σού χαλάσαν.
    Πάλεψαν σώμα με σώμα
    κι έφαγε ο στρατός σου χώμα!
    Έλληνες, μια χούφτα ήσαν
    και, καημένε, σε νικήσαν.
    Το στρατό σου τον χουγιάξαν
    σαν τα γίδια τον προγκήξαν».

έχω την εντύπωση πως πολύ δύσκολα θα πήγαινε το μυαλό κάποιου πως τα τραγούδια αυτά είναι δημοτικά, δεν ανήκουν δηλαδή σε κάποιον επώνυμο, ίσως φιλέλληνα, αλλά σε ένα συλλογικό εγώ [πράγμα που τους προσδίδει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα] και γράφτηκαν από [u]Αλβανούς.[/u]
Μια απόδειξη ότι ο αγώνας ενός λαού για ελευθερία και αξιοπρέπεια - και πολύ περισσότερο ο ηρωισμός - αναγνωρίζονται και ξεπερνούν τα στενά εθνικά σύνορα και τα εθνικιστικά συμφέροντα.

Για περισσότερα, εδώ.

Και εδώ ένα αφιέρωμα στα δημοτικά του έπους του '40.

Ο αρθρογράφος (Παντελής Μπουκάλας) προσθέτει και μια λεπτομέρεια που εξηγεί το άλλως δυσεξήγητο: τα κείμενα αυτά δεν είναι αυτούσια αλβανικά τραγούδια αλλά αλβανικά τραγούδια σε ελληνική μετάφραση.

Δυσεξήγητο δεν ήταν το γιατί να τραγουδάνε οι Αλβανοί σε ξένη γλώσσα, αλλά το ότι μορφολογικά αυτά τα τραγούδια έχουν κάποια στοιχεία ξένα προς τη δημοτική παράδοση. Όμως,

Η πειστική μεταφορά του στα ελληνικά, σε ομοιοκατάληκτους οκτασύλλαβους στίχους (αυτός είναι ο δρόμος της αλβανικής δημοτικής ποίησης), οφείλεται στον δημοσιογράφο Θωμά Στεργιόπουλο, Ελληνα της μειονότητας στην Αλβανία. Πηγή μου, το βιβλίο «Κάποιοι τραγουδούν δίπλα μας: Ανθολογία αλβανικής δημοτικής ποίησης», που εκδόθηκε το 2007 από τις «Ροές», με εισαγωγή και μετάφραση του Στεργιόπουλου, επιμέλεια της Παυλίνας Παμπούδη και επιλεγόμενα του Ισμαήλ Κανταρέ.

Έτσι λοιπόν το δέχομαι και το κατανοώ: ο μεταφραστής, αναπόφευκτα, έπεσε σε κάποιες δυσκολίες που δε λύνονται παρά με μια αναγκαία απομάκρυνση από τα τυπικά γνωρίσματα της δημοτικής ποίησης.

Χρόνος έχει περάσει αρκετός. Υπάρχουν αυτά τα τραγούδια; Ξέρει κανείς αν λέγονται σήμερα; Αν ναι, μπορώ να τα θεωρήσω επαρκώς δημοτικά κι ας είναι επιβεβαιωμένο ότι τα έγραψε ο Παπασιδέρης.

Ωστόσο, ακόμη και χωρίς την πληροφορία ότι το δεύτερο στηρίζεται σε προϋπάρχοντα σκοπό, παρατηρεί κανείς αμέσως ότι το «Κι εσείς βουνά της Κορυτσάς» ακούγεται σαν δημοτικό, ενώ αντίθετα το «Μες στης Κλεισούρας τα βουνά» αποστασιοποιείται εμφανώς από τη δημοτική φόρμα.

Υπάρχει και το γνωστό νεοριζίτικο «Χίτλερ να μην το καυχηθείς». Φέρεται ως στιχούργημα του Γιώργη Κουτσουρέλη, ο δε σκοπός είναι παραδοσιακός (και ήταν ανέκαθεν σκοπός για πολλά διαφορετικά τραγούδια). Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο τραγούδι συμβαίνει να έχω διαπιστώσει ιδίοις όμμασι ότι έχει περάσει στη ζωντανή παράδοση της Κρήτης, θεωρώ εντελώς αδιάφορο το ερώτημα αν ο Κουτσουρέλης ήταν ο πραγματικός στιχουργός: έτσι κι αλλιώς, και τα αναγνωρισμένα δημοτικά που τα «έγραψε ο λαός», κάποιος τα έγραψε και όχι όλος μαζί ο λαός.

Η μόνη επιφύλαξη που θα κρατούσα είναι ότι, αν και το έχω ακούσει σε κρητικές παρέες, δεν το έχω ακούσει (γιατί δεν έχω βρεθεί) στα χανιώτικα μέρη, πατρίδα τόσο της γενικότερης παράδοσης του ριζίτκου όσο και του ίδιου του Κουτσουρέλη. Αν αυτοί δεν το υιοθέτησαν, δεν είναι δημοτικό. (Γενικά ένα τραγούδι δε γεννιέται δημοτικό, γίνεται).

Όσον αφορά στο ερώτημα αν λέγονται σήμερα αυτά τα δημοτικά τραγούδια για το έπος του ‘40, αν κρίνω από προσωπικές μαρτυρίες αλλά και από αφιερώματα της TV επετειακά, η απάντηση είναι πως ναι, λέγονται.
Ειδικά στις μικρές, τοπικές, κοινωνίες στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, π.χ.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αυθόρμητα δεν έρχονται στα χείλη τα τραγούδια που έλεγε η Βέμπο, αυτά που η επίσημη πολιτεία προώθησε, αλλά αυτά που παραθέσαμε στα προηγούμενα μηνύματα ή αυτοσχέδια στιχουργήματα επάνω σε γνώριμους παλιότερους ρυθμούς.

και σαν τʼ άλογο πιλάλα
έφτασες με τα σπιρούνια
στης Μηλιάς τα κορφοβούνια.

Για ποια “Μηλιά” μιλάει; Για την “Κόκκινη Μηλιά”;
Μπερδεύτηκα.

Καμμία σχέση. Η κόκκινη μηλιά είναι μία γεωγραφικά παντελώς αόριστη μυθική τοποθεσία όπου θα εκδιωχθούν από το “μαρμαρωμένο βασιλιά” οι Τούρκοι, όταν αυτός ξαναζωντανέψει και ηγηθεί της εκστρατείας ανακατάληψης της Πόλης. Εδώ, πρόκειται για τοπωνύμιο κάπου στα βουνά της περιοχής των στρατιωτικών επιχειρήσεων του ελληνοϊταλικού πολέμου, πιθανώς μάλιστα παντελώς άγνωστο στον ελληνικό λαό αφού το τραγούδι γράφτηκε από Αλβανό.

Πράγματι, καμιά σχέση.

“Μηλιά” ονομάζεται μια από τις κορυφές της οροσειράς Λύγκος της Β. Πίνδου.

Να ζήσουμε οι τσολιάδες! :088: Ρε παιδιά!Κανένας άλλος τσολιάς στο φόρουμ?Δεν υπάρχει κανένας?

Επανέρχομαι σ’ αυτή την παρατήρηση. Από τα 4 τραγούδια (Κορυτσά, Κλεισούρα, Τσολιάδες, Μεταξάς), στα τρία βλέπω την ίδια διαφοροποίηση σε σχέση με τις παραδοσιακές φόρμες, ενώ στο ένα, την Κορυτσά, η διαφοροποίηση δεν υπάρχει.
Κατά γενικό κανόνα στα δημοτικά ο στίχος εκφέρεται αργά, κομματιαστά, και καθυστερεί αρκετά να ολοκληρωθεί, πράγμα που νεότερα δημοτικοφανή τραγούδια το αποφεύγουν. Για παράδειγμα, στον «Μεταξά», η πρώτη μουσική στροφή έχει ένα δίστιχο:
Συγνέφιασε στο Δέλβινο,
παν τα παιδιά στον πόλεμο
.

Θα περίμενε κανείς να περιέχει ένα μόνο στίχο:

Συγνέφιασε (βρε Μεταξά)
συγνέφιασε στο Δέλβινο

…ή κάπως έτσι, και το ολοκληρωμένο δίστιχο να ακούγεται στη δεύτερη στροφή. Ενώ εδώ η δεύτερη στροφή έχει και πάλι ένα δεύτερο δίστιχο που εκφέρεται μονορρούφι, και έτσι συνεχίζει όλο το τραγούδι.

Νομίζω ότι για μια ακόμη φορά ερχόμαστε στο θέμα της δισκογραφημένης vs πραγματικής μουσικής. Και εξηγούμαι:

Η παραδοσιακή φόρμα, που το δίστιχο (ή ακόμη και ο μονός στίχος, αν είναι πιο μακρύς, π.χ. 15σύλλαβος) αργεί να ολοκληρωθεί, είναι της υπομονής. Μοιραία, σ’ ένα δεδομένο χρόνο προλαβαίνουν να τραγουδηθούν ακριβώς τα μισά λόγια απ’ όσα θα λέγονταν με την πιο σύγχρονη φόρμα, αυτήν του «Μεταξά». Άρα σ’ ένα δίσκο, που η διάρκειά του είναι πεπερασμένη, πολλά λόγια θα μείνουν απέξω.
Στις ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών φαίνεται ότι αυτό δεν τους πείραζε. Σκοπός δεν ήταν να ακουστέί η ιστορία που αφηγείται το τραγούδι: αυτή την ξέρει ο ακροατής από τη ζωντανή παράδοση, η οποία είναι όντως της υπομονής. Στο γλέντι, και ακόμη περισσότερο στις εξω-γλεντζέδικες περιστάσεις όπου τραγουδούσαν (π.χ. σ’ ένα μακρύ περπάτημα, σ’ ένα ξενύχτι, σε μια καθιστική δουλειά -υπενθυμίζω ότι οι Έλληνες της υπαίθρου τραγουδούσαν συνέχεια, ακόμη και στην κόλαση, όπως έχουν σχολιάσει διάφοροι συγγραφείς που τους έκανε εντύπωση αυτό το “παράξενο” χούι), υπήρχε άφθονος χρόνος να πεις όλη την ιστορία. Στο δίσκο άλλο ήταν το ζητούμενο: η μουσική, ο χορός, ν’ ακουστεί το κλαρίνο, κλπ. Αλλιώς θα έκαναν κι εκεί παρεμβάσεις. Δεν τις έκαναν όμως. (Και δεν πιστεύω ότι οι μουσικοί του '30 και του '40 είχαν την αίσθηση του χρέους “να μην αλλοιωθεί η παράδοση”: δεν ήταν θεματοφύλακες, ήταν επαγγελματίες ψυχαγωγοί της πιάτσας).
Αντίθετα, σε καινούργια τραγούδια η παρέμβαση γίνεται: οι στίχοι λέγονται πιο τρεχάτα. Προφανώς εκεί το να ακουστεί η ιστορία ήταν ένα από τα πρώτιστα ζητούμενα. Γιατί; Γιατί δεν ήταν εκ των προτέρων γνωστή στον ακροατή.
Τόσο ο Παπασιδέρης, ο Ρούκουνας κλπ. όσο και οι ακροιατές τους ήταν απόλυτα εξοικειωμένοι με την παραδοσιακή φόρμα στην οποία ένας ανεξοικείωτος μπορεί να μην καταλάβαινε, λόγω των πολλών επαναλήψεων, τι λέει τελικά ο στίχος. Άρα θα μπορούσαν να την υιοθετήσουν. Αλλά δεν το επέλεξαν. Οργάνωσαν τη δομή του τραγουδιού τους με το κριτήριο «πώς θα προλάβω να πω όλα όσα έχω να πω μέσα στο χρόνο μιας ηχογράφησης».
Πιστεύω λοιπόν ότι τελικά πρόκειται για τραγούδια που γράφτηκαν για τη δισκογραφία, για να ακουστούν τα κατορθώματα των πολεμιστών και να τονωθεί το ηθικό τους, παρά για τραγούδια που κυκλοφορούσαν ήδη στόμα με στόμα και επιπλέον δισκογραφήθηκαν κιόλας.
Οπότε ίσως τελικά θα πρέπει να τα χαρακτηρίσουμε δημοτικοφανή και όχι δημοτικά. Η δημοτική μουσική δεν είναι μορφή, είναι διαδικασία. Δημοτικό δεν είναι ό,τι έχει κλαρίνο και είναι τσάμικο. Αλλά βέβαια η διαδικασία αποτυπώνεται και στη μορφή. Εδώ λοιπόν η μορφή μάς παρέχει ενδείξεις ότι η διαδικασία πιθανώς να ήταν άλλη εκτός της δημοτικής. Στην «Κλεισούρα», όπως και στο «Χίτλερ να μην το καυχηθείς», η συγκεκριμένη ένδειξη δεν υπάρχει.

Το “Χραμάκι Απεραθίτικο” δεν αναφέρεται ακριβώς στον ελληνοϊταλικό πόλεμο αλλά στην περίοδο της κατοχής. Έτσι δεν είναι (πολύ) εκτός θέματος. Εδώ έχουμε αρκετά στοιχεία για τη δημιουργία του. Στη μελωδία του στηρίζεται σε προπολεμικό ελαφρό δημοτικοφανές τραγούδι της δισκογραφίας το οποίο θα ήτανε αρκετά διαδεδομένο τότε. Το “χραμάκι” είναι αρκετά διαδεδομένο και σήμερα (και εκτός Νάξου).

Στη Νάξο υπάρχουν κι άλλα.

Δείτε αυτό το βιντεάκι: στον γνωστό σκοπό της Απεραθίτικης Πατινάδας ακούγονται δίστιχα της εποχής του Πολέμου, προερχόμενα από γράμματα που αντήλλασσαν οι στρατιώτες με τις μανάδες τους. Η συγκεκριμένη εκτέλεση είναι βέβαια μία ανασύνθεση, σε κάποιο βαθμό υποθετική: τα δίστιχα αυτά ή παρόμοια θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν τραγουδηθεί σ’ αυτό το σκοπό, αλλά δεν ξέρουμε αν όντως τραγουδήθηκαν. Πιθανώς κάποια να μην τραγουδήθηκαν ολωσδιόλου αλλά να έμειναν για πάντα στο επιστολόχαρτο.
Στην αρχή του βιντέου εμφανίζονται μερικά ακόμη δίστιχα, που δεν ακούγονται στο τραγούδι. Αυτά μοιάζουν πιο πολύ να βγήκαν πάνω στο τραγούδι παρά σε γραπτή μορφή. Μπορεί να τραγουδήθηκαν στο σκοπό της Πατινάδας ή σε κάποιον άλλο, αλλά ο κατεξοχήν απεραθίτικος -και αξώτικος γενικά- σκοπός για τέτοια θέματα μου φαίνεται να είναι ο Σκοπός των Κληρωτών.
Ο σκοπός των Κληρωτών τραγουδιόταν στα θλιβερά αποχαιρετιστήρια γλέντια που γίνονταν για κάθε κλάση που πήγαινε να παρουσιαστεί στο στρατό. Για μεγάλο μέρος του πρώτου μισού του 20ού αιώνα η στράτευση δε σήμαινε απλώς κάποιους μήνες θητείας όπως τώρα, με σκοπέτο και γόπινγκ, αλλά πόλεμο. Ο αποχαιρετισμός των κληρωτών θα μπορούσε να είναι ο τελευταίος. Φανταζόμαστε λίγο πολύ σε τι όρια θα έφτανε η συγκινησιακή φόρτιση αυτών των γλεντιών.
Καμιά φορά ακόμη και σήμερα ο σκοπός λέγεται στην ίδια περίσταση, αλλά φυσικά δεν έχει το ίδιο βάρος. Τώρα ο φαντάρος πάει απλώς να ξεμπερδέψει με μια λίγο εκνευριστική αλλά πάντως όχι βαριά υποχρέωση, και πριν φτάσει καν στη μονάδα του θα έχει επικοινωνήσει τηλεφωνικά όσες φορές θέλει με όσους θέλει. Ο σκοπός επίσης χρησιμοποιείται και γενικότερα για περιστάσεις αποχωρισμού (π.χ. ξενιτεμό, μετανάστευση). Κατά κύριο λόγο όμως έχει εκφυλιστεί σήμερα σε τραγούδι ρεπερτορίου. Πάντως η συλλογική μνήμη διατηρεί διάφορα δίστιχα που τραγουδήθηκαν σε περιστάσεις επιστρατεύσεων επί πολέμω, όπως π.χ.:

Μπάτε κοπέλια στη γραμμή, ούλοι να μετρηθούμε,
να δούμε πόσοι φεύγουμε και πόσοι θα στραφούμε
.

Το σκοπό (με άλλα δίστιχα, σε καμία περίπτωση τόσο δυνατά όμως) μπορούμε να ακούσουμε εδώ(μετά το 4ο λεπτό) και εδώ. Μάλιστα στο τελευταίο βίντεο ακούμε και μερικά στιχάκια από αυτά που στο πρώτο (με την Πατινάδα) τα διαβάσαμε γραμμένα.

Υπάρχουν επίσης αξώτικα δίστιχα για το Αντάρτικο. Ένα που θυμάμαι προχείρως λέει:

Απ’ όλα τα (?στρατεύματα) τ’ αντάρτικο μ’ αρέσει
με φυσεκλίκια σταυρωτά, μπιστόλια δυο στη μέση
.

Ντάξει, μοιάζει λίγο παιδαριώδες. Άλλα είναι πολύ πιο ζόρικα, αλλά δυστυχώς μόνο αυτό έχω συγκρατήσει. Τα έχω ακούσει να λέγονται στο σκοπό «Κάιρο». Το Κάιρο εκτός από σκοπός για συρραφή διστίχων έχει και μερικά ψιλοστάνταρ στιχάκια, που τα ακούμε εδώ. Πρόκειται για μια ιστορία που δεν την καταλαβαίνω ακριβώς γιατί μου λείπει η σχετική ιστορική πληροφόρηση, αλλά και πάλι είναι της Κατοχής. Ανακατεύουν όμως και άλλα δίστιχα γενικής θεματολογίας, μερικά εκ των οποίων προέρχονται από το αρχικό τραγούδι-πρότυπο, τα «Έρημα τα ξένα» του Δ. Ατραΐδη.


Εκτός από τα αξώτικα, υπάρχουν και καρπάθικα δίστιχα του '40. Ιστορικά η Κάρπαθος έζησε ένα εντελώς άλλο ‘40, αφού τα Δωδεκάνησα τότε ακόμη ήταν Ιταλικά. Ο Γιάννης Παυλίδης συγκέντρωσε μερικά από αυτά σ’ ένα ιδιόρρυθμο concept album, το «'40 της Ολύμπου». Τα στιχάκια αρχικά τραγουδήθηκαν σε συνθήκες που αν δεν τις γνωρίζουμε δε βγάζουμε κανένα νόημα, κι έτσι κρίθηκε απαραίτητο να υπάρχει στην ηχογράφηση και μια αφήγηση που τις εξηγεί. Αν βαριέστε την πομπώδη εισαγωγή ξεκινήστε από το 4ο λεπτό.

Με τα δίστιχα υπάρχει αναπόφευκτα ο ομαδικός αυτοσχεδιασμός. Στους Καρπάθιους, ο αυτοσχεδιασμός είναι να δημιουργήσεις ένα δίστιχο εκείνη τη στιγμή (και να μην το ξαναπείς ποτέ δεύτερη φορά, ούτε εσύ ούτε άλλος), απαντώντας σε όσα δίστιχα προηγήθηκαν όπως σε μία πεζή συζήτηση. Στους Αξώτες είναι εν μέρει αυτό και εν μέρει να κάνεις μια επιτόπου επιλογή ανάμεσα σε προϋπάρχοντα δίστιχα, και πάλι όμως προχωρώντας μια έμμετρη συζήτηση με ειρμό. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για κάτι εντελώς αδιανόητο έξω από τη στιγμή όπου συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Γιατί δεν πρόκειται για ατομικές δημιουργίες του ενός ή του άλλου χαρισματικού αυτοσχεδιαστή αλλά για συλλογικό προϊόν: η συζήτηση γίνεται ανάμεσα σε συγκεκριμένα πρόσωπα σε μια συγκεκριμένη στιγμή -αν άλλα πρόσωπα, ή τα ίδια σε άλλη στιγμή, έπιαναν την ίδια συζήτηση θα ακούγονταν άλλες απόψεις-μαντινάδες. Γι’ αυτό και στον καρπάθικο δίσκο υπάρχει όλη αυτή η κάπως βεβιασμένη προσπάθεια να ανασυσταθούν νοερά οι συνθήκες -που δεν ανασυνίστανται βέβαια, αλλά δεδομένου ότι ο δίσκος απευθυνόταν πρωτίστως σε ολυμπίτικο κοινό που γνωρίζει τη διαδικασία και ξέρει ποιος είναι ποιος, ποια είναι τα τοπωνύμια που αναφέρονται κλπ., κάπως μπορούν να καλύψουν νοερά αυτό το χάσμα καλύτερα από έναν εξωτερικό ακροατή: ο εξωτερικός ακροατής μάλλον ακούει απλώς μια φωνή που διακόπτει τη μουσική για να πει εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες.

Αντίθετα το τραγούδι με στάνταρ κείμενο μπορεί μεν κι αυτό να τραγουδήθηκε στην Χ ή Ψ περίσταση με τους τάδε συμμετέχοντες και τη δείνα συναισθηματική φόρτιση, πράγματα δηλαδή που δεν τα πιάνει η ηχογράφηση, αλλά δεν παύει να διατηρεί και την αυθυπαρξία του ως σύνθεση στίχων και μουσικής.


Με άλλα λόγια: ένα τραγούδι που να λέει «οι τσολιάδες μας κατατροπώνουν τους μακαρονάδες» στέκει και εκτός πλαισίου, δε χρειάζεται να είναι 1940 για να έχει νόημα να το πεις. Δεν ισχύει το ίδιο όμως με μια μαντινάδα που λέει «τι εννοούσες Μανώλη με την προηγούμενη μαντινάδα σου;»