Γλωσσάρι, συμπληρώσεις

ρούμπα (η)

κουβανέζικος χορός σε ρυθμό τριών τετάρτων, έγινε γνωστός στις αρχές του 20ου αιώνα ∙ οι χορευτές κρατούν ακίνητο τον κορμό τους και εκτελούν βήματα με ανεπαίσθητο λίκνισμα των γοφών.

Rumba <rhumba

σουίνγκ (το)

μουσική τζαζ των δεκαετιών ’30 και ’40, με έντονο ρυθμό που συνήθως παιζόταν από μεγάλες ορχήστρες

[ΕΤΥΜ< swing : αγγλ. αιώρηση, παλινδρόμηση, στροφή, έντονη ρυθμική κίνηση]

γιοματάρι (το)

το βαρέλι με το κρασί που μόλις ανοίχτηκε.

Ακούγονται στο τραγούδι: “Βράσε τη ρούμπα, τα σουΐνγκ “ (1946)

Φωτίδας / Τσιτσάνης / Τσαουσάκης

«…δεν έχει η Λόντρα κι η Νιου Γιορκ

ρετσίνα γιοματάρι…» και στον τίτλο του τραγουδιού.

Αυτό σημαίνει big band, έτσι;

Ίσως είναι προτιμότερος ο όρος στα αγγλικά. Big band είναι συγκεκριμένος τύπος μεγάλης ορχήστρας, ενώ «μεγάλη ορχήστρα» σημαίνει απλώς μια μεγάλη ορχήστρα οτιδήποτε είδους.

E, χοντρό λάθος! Σιγά μην χορευόταν και ως βαλς…

τεσσάρων τετάρτων…………………….

Να πούμε ότι η λέξη “ρούμπα” έχει μπει και στο λεξιλόγιο του νεότερου λαϊκού τραγουδιού, ως όνομα ρυθμού που θεωρείται ότι κάπως φέρνει προς την κανονική ρούμπα, χωρίς κατ’ ανάγκην να πρόκειται για κομμάτια που χορεύονται ρούμπες.

Και «συρτορούμπα».

Βέβαια, αυτά τα λένε οι μουσικοί. Δε νομίζω να ακούγεται σε τραγούδι η λ. “ρούμπα” με αυτή τη σημασία.

το λήμμα ρούμπα (αλλά και το συρτορούμπα) φαίνεται να απουσιάζει απ’ το γλωσσάρι. Ή, κάνω λάθος;