κουβανέζικος χορός σε ρυθμό τριών τετάρτων, έγινε γνωστός στις αρχές του 20ου αιώνα ∙ οι χορευτές κρατούν ακίνητο τον κορμό τους και εκτελούν βήματα με ανεπαίσθητο λίκνισμα των γοφών.
Rumba <rhumba
σουίνγκ (το)
μουσική τζαζ των δεκαετιών ’30 και ’40, με έντονο ρυθμό που συνήθως παιζόταν από μεγάλες ορχήστρες
Ίσως είναι προτιμότερος ο όρος στα αγγλικά. Big band είναι συγκεκριμένος τύπος μεγάλης ορχήστρας, ενώ «μεγάλη ορχήστρα» σημαίνει απλώς μια μεγάλη ορχήστρα οτιδήποτε είδους.
Να πούμε ότι η λέξη “ρούμπα” έχει μπει και στο λεξιλόγιο του νεότερου λαϊκού τραγουδιού, ως όνομα ρυθμού που θεωρείται ότι κάπως φέρνει προς την κανονική ρούμπα, χωρίς κατ’ ανάγκην να πρόκειται για κομμάτια που χορεύονται ρούμπες.
Και «συρτορούμπα».
Βέβαια, αυτά τα λένε οι μουσικοί. Δε νομίζω να ακούγεται σε τραγούδι η λ. “ρούμπα” με αυτή τη σημασία.