Για τη λέξη "μπεζαχτάς"

μπεζαχτάς: το συρτάρι στον πάγκο του καταστήματος, όπου φυλάσσονταν οι εισπράξεις, το ταμείο, ένα υποτυπώδες χρηματοκιβώτιο, κατά κάποιο τρόπο.
Και, κατ’ επέκταση, χρηματικό ποσό ιδίως μεγάλο.

“Δώσ’ στους μπάτσους μ’ αρχοντιά
κι άνοιξε τον μπεζαχτά…”

από το τραγούδι “Στου Μάνθου τον τεκέ”.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. bezahta ].

[Μια συνδιαλλαγή - εδώ που τα λέμε - με τους φορείς της εξουσίας είναι ολοφάνερη, από τα συμφραζόμενα. “Ανοίγω τον μπεζαχτά”, σε δωροδοκία παραπέμπει]

Λοιπόν, έχει το ενδιαφέρον του ότι αυτό το δίστιχο το συναντάμε μόνο στην εκτέλεση με τον Κατσαρό το 1938. Ούτε στις δύο «πρώτες» εκτελέσεις το 1933 (με Νταλγκά και Ρόζα) ούτε το 1934 (με την Καναροπούλου) υπάρχει αυτό το δίστιχο. Και ούτε στην εκτέλεση με τον Μελκόν (γύρω στο 1950).

Μου φαίνεται ότι εδώ ο Κατσαρός, από την ασφαλή απόσταση της Αμερικής, τσοντάρει αυτό το δίστιχο «επαναστατικώ δικαίω».

Άραγε να τον είχε ρωτήσει τον Τζόβενο;

ΥΓ: “και άνοιξε”, όχι “κι άνοιξε”

Μπα, απίθανο. Σιγά μην τον ρώταγε. Ο Κατσαρός εξακολουθούσε να λειτουργεί με όρους ανώνυμης δημιουργίας, ελεύθερης συρραφής, ελευθερίας να διασκευάζει κατά τη μνήμη του ή κατά τα γούστα του. Κανένα ίχνος προσκόλλησης στο «επίσημο κείμενο», τουλάχιστον στα ρεμπέτικα.

Καλή σκέψη!

Με τη διαφορά ότι το συγκεκριμένο τραγούδι, νομίζω, έχει δεσπότη και δεν χωρεί εύκολα “συρραφιλίκι” αφού υπάρχει συγγραφιλίκι. Ένα αυτό. Και δεύτερον, η “κατσαρή” τσόντα ενέχει και επιλήψιμα στοιχεία, έχω την εντύπωση…

Το τουρκοελληνικό μου λεξικό δεν έχει λήμμα bezahta ή κάτι παρεμφερές εκεί κοντά. Το ελληνοτουρκικό, στο λήμμα μπεζαχτάς παραθέτει τις λέξεις kasa (ταμείο), kazanci (κέρδος), servet (πλούτος).

Έχει, για όποιον τον νοιάζει να αναρωτηθεί. Η αίσθησή μου είναι ότι τον Κατσαρό δεν τον ένοιαζε. Ότι δηλαδή δε διέκρινε μεταξύ επώνυμων συνθέσεων και ανώνυμων. Και πιο συγκεκριμένα ακόμα: ότι δε θεωρούσε τη μεν επώνυμη ως κάτι κατασταλαγμένο, που είναι και οφείλει να είναι έτσι όπως το έγραψε ο συνθέτης και όχι αλλιώς, τη δε ανώνυμη ως κάτι ρευστό και ανοιχτό στις παρεμβάσεις του καθενός, αλλά και τα δύο ανοιχτά.

Άσε που μπορεί κάλλιστα να μην ήξερε ούτε ποιος το έγραψε, ούτε πώς ακριβώς το έγραψε. Μπορεί να το 'μαθε και προφορικά. Η γνωστή ιστορία με την αδελφή του που του μάθαινε τους συρμούς της Ελλάδας.

Όλα τα λεξικά δίνουν λάθος ετυμολόγηση, εφόσον τέτοια λέξη δεν υπάρχει στα τουρκικά.

Ο «μπεζαχτάς» είναι παρεφθαρμένος «μπεσταχτάς»

( < τουρκ . pestahta ) = μικρόν , πρόχειρον χρηματοκιβώτιον

https://books.google.gr/books?id=1Gl0v0a5HZwC&q="μπεσταχτάς"&dq="μπεσταχτάς"&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwiJtvrivJ3tAhUpmIsKHdRpAdIQ6AEwBnoECAIQAg

………………………………………………
μπεζαχτάς/ μπεσακτάς/ μπεσταχτάς/μπεσαχτάς/ μπεζαχτάρι/ μπιζαχτάς: το συρτάρι με τα λεφτά, στον μπάγκο του σαράφη | ταμείο (λόγιο)
peştahta

Και στο Λεξικό Χλωρού (ΤΟΜΟΣ Α2: σελ. 429)

2 Likes

Ίσως να έχει σήμερα ξεχαστεί η λέξη; Λήμμα peştahta δεν υπάρχει στο δικό μου λεξικό. (ούτε be-)

Την βρίσκω ως δάνειο στα Σέρβικα (κυρίως στη Βοσνία) όπου σημαίνει “βάθρο”.

Αλλά στο λεξικό του educalingo υπάρχει και στα τούρκικα με την ερμηνεία που δίνει περίπου ο @Ανθιμος

Αυτή την ετυμολογία δίνει ο Μπαμπινιώτης.

Η αναζήτηση στο διαδίκτυο δίνει την τουρκική λ. “peştahta” από την περσική
“pesh-taḵẖta”

και τις εξής ερμηνείες:

  1. Συρτάρι που χρησιμοποιείται ως γραφείο εργασίας.
  2. Το διοικητικό συμβούλιο στο οποίο οι χρηματιστές μετράνε χρήματα.

Και συναφείς, π.χ., Azerbaijani: [piştaxta]

1 Like

Γενικά όταν δε βρίσκουμε μια τούρκικη λέξη που υπάρχει και στα ελληνικά (και δεν ξέρουμε τούρκικα), καλό είναι να υποψιαζόμαστε μια πιθανή εναλλαγή μεταξύ p - b. (Βέβαια εδώ έχουν γίνει κι άλλες αλλαγές.)

Και a – e, και x – ks, και y - i και άλλα. Γενικά, και τούρκικα να μην ξέρεις, όταν χρησιμοποιείς τουρκικό λεξικό αυτά τα μαθαίνεις, θες δε θες.

Λοιπόν, έψαξα παραπέρα: λήμμα peştahta, στο λεξικό μου δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως peş, που σημαίνει ακολουθία, σειρά, σώρευση και tahta, που σημαίνει σανίδα, ξύλο, μαδέρι κλπ. Δηλαδή peştahta = ξύλινο κουτί για σώρευση χαρτονομισμάτων.

Edit, 25΄ αργότερα

Και κατόπιν αυτού, αναζήτηση πεσταχτά και στο (σούπερ!) Lexikon Tourko – ellenikon «του Άνθιμου» δίνει πράγματι πισ-ταχτά, κοινώς πεσταχτά, ουσιαστικόν, περσική (προέλευση) (τα σ με τελίτσα απάνω, να προφέρονται «ως εις το γαλλικόν chien»): γραφείον, χρηματοθήκη των μικρεμπόρων και εργαστηριαρχών και επίσης: (από άλλο λήμμα στα τουρκικά): πεσταχτά: αναλόγιον, γραφείον περικλείον έγγραφα και τα προς γραφήν αναγκαία.