Εδώ έχουμε αναφορά στον στίχο ‘‘δυο φίδια μαυροκέφαλα’’, τον οποία σύχνα τραγούδαγε ο Γενίτσαρης, σε κούρδισμα καραντουζένι (βλ. cd έκδοσης ‘‘Παραδοσιακά αδέσποτα ρεμπέτικα’’ καθώς και στην έκδοση ‘‘Ντουζένια, σκοποί παλαιάς κοπής’’).
Ο φιλόμουσος καφφεπώλης κ. Ματαράγκας, μεταβάς προ καιρού εις Κωνσταντινούπολιν όπως εύρη τραγουδιστρίας προς συγκρότησιν καφφεαμάν ενταύθα, επέστρεψε προ ημερών, κομίζων πέντε βοώπιδας, καλλιπαρείους και γλυκοφώνους Αρμενίας, συνοδευομένας υπό πέντε ανδρών, αρίστων μουσικών, επίσης Αρμενίων.
Σπεύσατε φιλόκαλον και φιλόμουσον κοινόν να ίδητε και ακούσητε, αλλά μετά προσοχής και συνέσεως, ίνα μη σας ίδωμεν ή ναρκουμένους εκ της γλυκείας μελωδίας ή πίπτοντας θύματα των ως βέλος διαπεραστικών βλεμμάτων
Ο σημαίνων διανοούμενος, δημοσιογράφος και συγγραφές Πέτρος Ωρολογάς κατεβαίνει σ’ ένα καπηλειό και ακούει τα “σοβαρά μπουζούκια με τα τέλια τα χονδρά” (ΦΩΣ 1/7/1915)
Δεν είμαι και τόσο σίγουρος… Το ότι τους βρήκε καλούς και του άρεσαν ναι, είναι σίγουρο. Μπορεί όμως η αναφορά στην καταγωγή να έχει απλά και μόνο την έννοια του κάποιου προσδιορισμού προέλευσης, μιας και βεβαίως δεν ήταν «δικοί μας».
Αι διάφοροι εύμολποι αηδόνες, αι ακούουσαι εις τα νωχελή ονόματα της Εσμέ και της Φατμάς, που μετεκομίσθησαν εκ των περάτων της Ανατολής και έστησαν την καλιάν των εις τους υπογείους παραδείσους της οδού Αθηνάς, τείνουν να επιφέρουν ριζικήν μεταβολήν εις τον χαρακτήρα των αθηναϊκών καφέ-κονσέρ. Απλούστατα, θα τα μεταβάλουν εις καφέ-αμάν, όπως απαντώνται εις τας επαρχιακάς πόλεις.
Όποιος περνά από τα περίχωρα του Δημοτικού θεάτρου και της Ομονοίας κατά τας νυκτερινάς ώρας, δεν ακούει πλέον να ξεφεύγουν από τας σιδερένιας εσχάρας των υπογείων άντρων των νυμφών βιεννέζικα βαλς και γαλλικές καντσονέτες, αλλά περιπαθή αμάν και αχ-βαχ. Η Κοντσετίνα και η Νίτσα υποχωρούν προ της Σμυρνιάς και της Φατμάς. Η “Εύθυμη Χήρα” και το “Ονειρώδες Βαλς” έκαμαν τόπο εις τον αμανέ