Ακολουθώντας την πρόταση του #75 («ας γραφτούν εντυπώσεις και κριτικές επί της ουσίας, όχι γενικώς και αορίστως») καταθέτω τις εντυπώσεις μου.
Κατʼ αρχάς ξεχωρίζω το βιβλίο από το CD, θεωρώντας τα ως αυτόνομες δουλειές. Σε ό,τι αφορά το CD, λοιπόν, το θεωρώ πολύτιμη προσφορά και πράγματι εκτός συζήτησης και εκτός συναγωνισμού. Μακάρι να συνεχιστεί αυτή η προσπάθεια και να βγουν και άλλα τέτοια πράγματα. Ομολογώ ότι θα προτιμούσα την έκδοση μόνο CD με ενσωματωμένο φυλλάδιο, λιγοσέλιδο ή πολυσέλιδο ανάλογα με το περιεχόμενο του κάθε CD.
Για το βιβλίο τώρα. Η γενική εντύπωση είναι πολύ καλή από πλευράς τυποτεχνίας, αν και η ιλουστρασιόν έκδοση δεν με πολυσυγκλονίζει (βάλε και ότι ψιλογυαλίζει το σύνολο όταν διαβάζεις…). Από πλευράς ουσίας και περιεχομένου, τώρα, ξεχώρισα τα περί Celepi/Laborde/Villoteau με τα επιμέρους όργανα της ταμπουροοικογένειας, το μέρος με τα όργανα του Τσαούση (αν και μου κόλλαγε καλύτερα να πήγαινε στο τέλος σε παράρτημα) και τα περί Μανέτα, καθώς και σκόρπια σημεία εδώ και εκεί. Τα περί κουρδισμάτων και Καραπιπέρη τα είχα υπόψη μου από προηγούμενες δημοσιεύσεις του Σ. Κουρούση. Μεγάλη επίσης συμβολή θεωρώ το «ξεκαθάρισμα» συγχύσεων μεταξύ μπουζουκιού/ταμπουρά.
Επιμέρους παρατηρήσεις: στο τμήμα με τους περιηγητές κλπ, αισθάνθηκα τη βασική έλλειψη του Bourgault Ducoudray, τη στιγμή μάλιστα που μας παραδίδει ενδιαφέρουσα μαρτυρία για το μπουζούκι, τόσο το 1876 (Souvenirs dʼ une mission musicale en Grece et en Orient), όσο και το 1877 (Etudes sur la musique ecclesiastique Grecque): «Το μπουζούκι είναι ένα δημοφιλές όργανο στην Ελλάδα. Είναι ένα είδος μαντολίνου με πολύ μακρύ λαιμό και με σώμα σε σχήμα σκάφης πλοίου. Οι διαιρέσεις του λαιμού αντιστοιχούν στους τόνους και τα ημιτόνια της ευρωπαϊκής σκάλας, εκτός από την ψηλή του περιοχή, που προορίζεται για ξένη μουσική και είναι διαιρεμένη σε τρίτα του τόνου» (1876). «Πώς εξηγείται γενικώς η ανά τας επαρχίας διαδεδομένη χρήσις του μπουζουκίου, οργάνου ούτινος τα διαστήματα εισί πάντα τόνοι ή ημιτόνια; Προς το άνω μέρος της λαβής ευρίσκονται, είναι αληθές, διαιρέσεις ανταποκρινόμεναι προς τα τριτημόρια ή τα τεταρτημόρια του τόνου, αλλά το μέρος τούτο του οργάνου είναι προωρισμένον εις την εκτέλεσιν ξένων μελωδιών, τουρκικών ή αραβικών. Η παρουσία εν οργάνω δημοτικώ της Ελλάδος δύο κλιμάκων ων η μία η ευρωπαϊκή κλίμαξ και η ετέρα αφιερωμένη εις τας ξένας μελωδίας, δεν δεικνύει τις είναι η αληθής μουσική του έθνους ιδιοσυγκρασία;» (1877).
Αρκετά επίσης θα είχε να ωφεληθεί το βιβλίο αν έπαιρνε στα υπόψη τη δουλειά του Σταύρου Καρακάση από το 1970 (Ελληνικά μουσικά όργανα, σελίδες 59-95). Ειδικά οι σελίδες 59-72 είναι αφιερωμένες αποκλειστικά στην οικογένεια των ταμπουράδων, με πολύ καλή κάλυψη του θέματος καθαρίζοντας τη «φάση» μόνος του και σε καιρούς που οι σχετικές δημοσιεύσεις ήσαν από ελάχιστες έως μεδέν. Για παράδειγμα, μέσω του Καρακάση θα μπορούσε να ταυτοποιηθεί η παρουσία ενός ακόμα οργάνου της ταμπουροοικογένειας, που είναι το Καραντουζένι , «Για φέρτε μου τον τάμπουρα και το καραντουζένι» (Qaraduzan που λέει ο Celepi).
Και έρχομαι τέλος σε κάτι που πάντα προσέχω σε ένα βιβλίο, που μου δίνει την τελευταία πινελιά ποιότητας, ότι δηλαδή είναι φροντισμένο και γλωσσικά. Και πάντα, προσωπικά, δίνω αβάτζο ένα ποσοστό λαθών, ανάλογα με τον αριθμό των σελίδων και το κατά πόσο αυτά ζημιώνουν την όλη εικόνα ή υπονομεύουν επιμέρους σημεία του κειμένου. Στην περίπτωσή μας λοιπόν μέτρησα περίπου 90 σελίδες καθαρού κειμένου, και κατά την ανάγνωση μέτρησα επίσης περίπου 150 λάθη… (που ξεκινούν ήδη -4- από το οπισθόφυλλο). Ομολογώ ότι ψιλοενοχλήθηκα. Πολύ περισσότερο που στους συντελεστές της έκδοσης αναφέρονται τρεις (3) διορθωτές/επιμελητές (αριθμό που δεν έχω ξανασυναντήσει σε βιβλίο).
Τα λάθη κλιμακώνονται από απλά ορθογραφικά/τυπογραφικά (π.χ. άτονες λέξεις, διπλοτονισμένες λέξεις, διπλογραμμένες, λάθος γραμμένες λέξεις κλπ) έως και πιο «βαριά» (π.χ. σ. 26-27: 7-8 λάθη στα παραθέματα από τον Pasow/ σ. 28: 5 λάθη στο παράθεμα του Φιλήμονος/ σ.41: στο περί Qaraduzan: «όταν αυτός ήταν ακόμα πρίγκηπας Bayazid», δεν βγαίνει νόημα. Το πρωτότυπο λέει «όταν αυτός ήταν με τον πρίγκηπα Bayazid». Παρακάτω στο Yungar έχει παραλειφθεί η λέξη «τουρκική» από το «Μικρή τρίχορδη πανδούρα». Παρακάτω στο Chartar ο σεϊχης δεν είναι Sawafi αλλά Safawi./σ. 44: «γύρω από το μανίκι εντέρινα τάστα είναι τυλιγμένες για να παίζουν ψηλές νότες»: νόημα; Παρακάτω το πρωτότυπο λέει σκέτο viola όχι «viola da gamba». Κάτω κάτω ο Tony Klein ως άγγλος μουσικός κάτοικος Σουηδίας, ενώ στη σελ. 84 είναι Σουηδός μουσικός/ σ. 67: στην υποσημείωση «στριμώχτηκαν» καμιά δεκαριά λάθη. Το κείμενο μας λέει ότι «πρωτοεμφανίζεται» στον Meursius, ποια λέξη όμως; Μετά μας λέει ότι εκεί υπάρχει λέξη «ρέμπιτος»…Παρακάτω αναφέρεται ο Du Cange με κουτσουρεμένο τον τίτλο του Λεξικού (λείπει: ad Scriptores), o δε «ρεμβός» είναι λέει κατά Du Cange και αυτός που «δαπανά τον καιρό του σε ανομίες και αργά στο σπίτι του επιστρέφει (βραδίως [αντί βραδέως] εις τʼοίκον αναςρίφων [αντί αναςρέφων]» Αλλά οι «ανομίες» πού βρέθηκαν; Εις «ανόνητα» λέει ο Du Cange, δηλ. σε μάταια πράματα…/σ. 71: στην υποσημείωση ο Gauntlett μεταβάλλεται σε μουσικολόγο, ενώ το μικρό του όνομα τη μία λατινιστί (στη λεζάντα) και την άλλη ελληνιστί/ σ. 72 η ταβέρνα όχι «Κουτσουρά» αλλά «Νέα Κούτσουρα» και η εφημερίδα όχι Σκριπ αλλά Εμπρός/σ. 119: Του Ανωγειανάκη είναι «Ελληνικά Λαϊκά κλπ»/σ. 121: Του Pasow είναι «Ρωμαίικα» όχι «Ρωμαϊκά»…)