Ottoman Remnants in the Music and Dance Repertoire of the Serres Prefecture

Συστήματος ανακινήσαντος, έχει ενδιαφέρον να γίνει περαιτέρω λόγος για τα “κιουτσέκια” και τον ενδεχόμενο συσχετισμό με τα “τσουτσέκια”

Ο Σκουβαράς («Από το λειμώνα της παράδοσης: Πηλιορείτικα Β’», ΑΣΤΗΡ 1983) παραθέτει λόγιο
του 19 ου αιώνα:
«Παρά τοις Θεσσαλοίς Τούρκοις επεκράτησαν συνήθειαι απρεπείς εν καφείοις ιδίως κατά τας
νύκτας του Ραμαζανίου και τοις βαλανείοις (θερμοίς τεχνητοίς λουτροίς) των κωμοπόλεων και των πόλεων. Επεκράτησαν δ’ επίσης και έξεις κακοήθεις εξασκούμεναι εν τοις Διβανίος (ανδρωνίταις), αι οποίαι καθιέρωσαν οιονεί την παιδεραστίαν εν γνώσει των συγγενών και των χαρεμίων των (γυναικών των) και των θυγατέρων των Τούρκων, διά της προσκλήσεως υπηρετών ευειδών (τσιμπούκ ογλάν) εις τας οικίας των. Κυρίως η παιδεραστία εξησκείτο εν τοις χαμαμίοις ιδίως των πόλεων και μεγαλουπόλεων και ιδίως της Λαρίσης, εν οίς φανερώς εξησκείτο υπό των εν τέλει (=αρχόντων) της πόλεως, καθώς και υπό των εντοπίων μεγιστάνων και των άλλων της πόλεως μωαμεθανών κατοίκων.

Εξησκείτο δε και, ως ανωτέρω είπομεν, εν τοις καφείοις, εν οίς παίδες ευειδείς, τσουτσέκια καλούμενοι, ενδεδυμένοι γυναικείας περιβολάς, ωρχούντο σπασμωδικώς και λίαν ανοικείως ενώπιον πολυπληθών μωαμεθανών θαμώνων και πολλάκις και Ελλήνων, εκλελυμένων, αάνηδων [αλάνηδων;] καλουμένων, οίον ασώτων και κακοήθων και μάλιστα ντερμπεντέρηδων και ασίκηδων. Οι χορεύοντες λοιπόν παίδες, κατερχόμενοι προς συλλογήν χρημάτων (μπαξίς) εχειρονόμουν κακοήθως και εδέχοντο και ούτοι κακοηθεστάτας χειρονομίας, προσβαλούσας τα δημόσια ήθη. Ήδον επίσης χανεντέδες, μουσικοί καλλιφωνότατοι Οθωμανοί, άσματα ασίκικα παιδεραστικά, προκαλούντα ανταποδόσεις παιδεραστών κατ’ ερωταπόκρισιν, ένεκα των οποίων και φόνοι εγίνοντο. Αι δε εν τοις χαμαμίοις διαπραττόμεναι παιδεραστικαί ασχημίαι καθιέρωσαν τας εορτάς εν τοις λουτροίς, εις ας πολλοί ομού ωργίαζον εν κραιπάλη όντες, “Τσουτσέκ τσιμπούς” καλουμένας».

Επίσης, στο «Νεώτατα της Ελλάδος κατά της Ασίας τρόπαια», 1835, διαβάζουμε:
«Περιέτρεχεν ήδη τριγύρω η μέθη, η αποκοιμίζουσα και χαυνώνουσα όλας τα ψυχικάς των βαρβάρων δυνάμεις, και τα τέκνα της ασελγείας (τα κιουτσέκια) εσύναζον ήδη με τα χείλη των το πικρόν αργυρούν νόμισμα, τον αντάξιον μισθόν των ασελγών και τρυφηλών χορών των, από την γλώσσαν των μεθυσμένων θεατών […]»

Τέλος στον Κασομούλη διαβάζουμε: «Ο Μουχτάρπασιας διαμένων εις Τζιαρίτζιανην με το περισσότερον στράτευμα και εντρυφών με τα κιουτζέκια"
όπου σε υποσημείωση:
κιουτζέκια: σκλαβωμένα αγόρια χριστιανόπουλα, γυμνασμένα να χορεύουνε χτυπώντας τα ζίλια

1 «Μου αρέσει»