Ἀρχικὰ, θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω τὶς θερμὲς μου εὐχαριστίες στὸν Ἄνθιμο γιὰ τὴν πολύτιμη συμβολὴ του καὶ τὸν κόπο ποὺ κατέβαλε ὥστε νὰ καταθέσει αὐτὲς τὶς σημαντικές, γιὰ ἐμένα, σελίδες. Τὸ ἐκτιμῶ ἀφάνταστα.
Περνῶντας τώρα στὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ Νικολάου Ρούτσου, ὁ ἴδιος ἀναφέρει ὅτι ἡ ἰδέα γιὰ τὴ «Συννεφιασμένη Κυριακή» “γεννήθηκε” ἀπὸ μία πρόταση πελάτη στὸ κέντρο τοῦ «Τζίμη τοῦ Χοντροῦ». Ὅπως διηγεῖται, ὅσο βρισκόταν στὸ Παρίσι, ἄκουσε μία μεγάλη γαλλικὴ ἐπιτυχία μὲ τίτλο «Συννεφιασμένη Κυριακή». Πράγματι, ὑπῆρξε μία οὑγγρικὴ ἐπιτυχία μὲ τίτλο «Szomorú Vasárnap» (“Στενάχωρη Κυριακή”), ἡ ὁποία ταξίδεψε σὲ πολλὲς χῶρες καὶ μεταφράστηκε καὶ στὰ γαλλικὰ μὲ τίτλο «Dimanche Triste» ἢ πιὸ ἐπίσημα «Sombre Dimanche». Τὸ τραγούδι αὐτὸ κυκλοφόρησε τὸ 1936. Γιὰ νὰ διασταυρωθεῖ, ὅμως, ὅτι ὁ πελάτης πράγματι ἀναφερόταν σὲ αὐτό, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε πότε περίπου ἐπέστρεψε ὁ Ρούτσος ἀπὸ τὴ Γαλλία· δυστυχῶς, στὴν ἀφήγησή του ἀρκέιται στὴ λέξη «κάποτε».
Παράλληλα, ἀξίζει νὰ σχολιάσουμε καὶ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Τσιτσάνη σὲ ἕνα περιστατικὸ Χριστουγέννων ποὺ, ὅπως λέει, συνέβη Κυριακὴ τῶν Χριστουγέννων. Μὲ μία γρήγορη ματιὰ στὸ ἡμερολόγιο τῆς περιόδου τῆς Κατοχῆς, διαπιστώνουμε ὅτι «Κυριακὴ Χριστούγεννα» δὲν ὑπῆρξε.
Ἂν ἐξετάσουμε τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς στὴν Ἑλλάδα (Ἀπρίλιος 1941 – Ὀκτώβριος 1944), βλέπουμε:
-
1941: Πέμπτη
-
1942: Παρασκευή
-
1943: Σάββατο
-
1944: Δευτέρα
Ἂν, λοιπόν, δὲν μιλούσε ἀλληγορικά —ὅπως μιλᾷ καὶ γιὰ τὴ «συννεφιά» στὸν Γεώργιο Λιάνη («Ρεμπέτικη Ἀνθολογία», Δ’ τόμος, σελ. 20)— τότε μάλλον πρόκειται γιὰ μία ὅμορφη ἱστορία φτιαγμένη γιὰ συνέντευξη. Οὐδὲν μεμπτό· ὅλοι μας ὑπερβάλλουμε καμιὰ φορά.