Συζήτηση για το λήμμα "άρμενο"

Όπου έχω πετύχει τη λέξη, π.χ. στη «Γραμπούσα» του Μουντάκη (όλα τ’ άρμενα αρμενίζουν με πανιά και με κουπιά), φαίνεται να σημαίνει πλεούμενο, αν και δεν καταλαβαίνω αν είναι συγκεκριμένος τύπος πλοίου/βάρκας ή γενικός όρος για όλα τα πλεούμενα.

Ο ορισμός λέει:

Στο ΛΚΝΕ βλέπουμε την επέκταση της έννοιας να γίνεται σε τρία στάδια:

**1.**πανί ιστιοφόρου πλοίου. 2. (πληθ.) το σύνολο των εξαρτημάτων και των οργάνων ιστιοφόρου πλοίου· ξάρτια: Tα άρμενα του πλοίου / του καϊκιού / της βάρκας. ΠAΡ Xωρίς άρμενα και κουπιά Aι-Nικόλα βόηθα, γι΄ αυτούς που χωρίς να καταβάλουν προσπάθεια οι ίδιοι, περιμένουν σωτηρία, βοήθεια από άλλους. 3. ιστιοφόρο πλοίο.

Άρα μπορεί να είναι και απλώς το πανί.

Κατσαρό πανί; Μήπως εννοεί τη φράντζα ή κάτι τέτοιο στα μαλλιά της όμορφης;

Δεν ξέρω αν έχει σχέση, αλλά ο Καραπιπέρης και πάλι είναι που λέει, στο άλλο του ίδιου δίσκου, και «ρίξε τα μαλλιά σου πλώρα / ελληνικιά τροπιλλοφόρα»: παρομοίωση της όμορφης κοπέλας με καράβι, σε συνδυασμό με ειδική αναφορά, απ’ όλα τα κάλλη της κοπέλας, στα μαλλιά της. Βέβαια θα μου πεις, η τορπιλλοφόρα δεν πάει με πανιά…