Να καταθέσω κάποιους προβληματισμούς, γιατί μου φαίνεται πολύ πρόωρο να προχωρήσουμε σε σύνταξη τέτοιου λήμματος.
Πότε πρωτοαπαντά στη διαχρονία ως θηλυκό με την τωρινή σημασία που φαίνεται στα παραθέματα που εντόπισα; Πότε πρωτοσυναντάμε σε πηγές τον γλωσσικό τύπο «η λέφα=μίζα κλπ»;
Ο γλωσσικός τύπος που πράγματι συναντάμε σε μεγάλη έκταση διαχρονικά είναι το αρσενικό «ο λουφές=σιτηρέσιον κλπ». Από την άλλη, ο τύπος «ο ουλεφές/λεφές=πληρωμή/μισθός» βλέπω ότι είναι εντελώς σπάνιος και δεν συγκρίνεται με τη χρήση του κοινολεκτούμενου «λουφέ». Δηλ. αν συνέτασσα λήμμα, αυτό θα ήταν ο “λουφές” και σε σημείωση θα έγραφα ότι απαντά σπανιότατα και ως “ουλεφές/λεφές”
Οπότε, προσωπικά δεν ξέρω αν η «λέφα δεν χάθηκε στο διάβα των χρόνων», ακριβώς γιατί δεν είδα να «βρέθηκε» και ποτέ…
ΥΓ. Αν ήθελε να εννοήσει ο Παπάζογλου τη λέφα ως ρέφα, γιατί να μην έλεγε ρέφα, που την ήξερε όλος ο κόσμος;