Στα ρεμπετάδικα η Αθήνα αναστενάζει (ξανά) - Άρθρο στη LiFO

Ένα κατά τη γνώμη μου πολύ ενδιαφέρον και αντιπροσωπευτικό άρθρο της LiFO για τα αυθεντικά στέκια και τους μουσικούς που αγαπάμε. Ο αρθρογράφος καταφέρνει με αρκετή ακρίβεια να δώσει το κλίμα στα στέκια, ίσως και με μια πιο… νεανική ματιά.

Αρκεί να μην είχε στον τίτλο τον όρο “ρεμπετάδικα”…


Τα αφτεράδικα και οι ταβέρνες με ζωντανό ρεμπέτικο ξαναζούν μέρες δόξας στην Αθήνα


Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

Είναι 4 το πρωί όταν μπαίνουμε στον Άγγελο, το after μαγαζί στη Ζωοδόχου Πηγής, ένα νεοκλασικό σπίτι που ελάχιστα θυμίζει μεζεδοπωλείο. Δεν είναι το κλασικό αφτεράδικο όπου πας για το τελευταίο ποτό. Στον Άγγελο μπορείς να φας, ακόμα κι αν είναι περασμένη η ώρα, και να ξεδώσεις με μουσική. Στο μαγαζί επικρατεί μια περίεργη σιωπή και στην αρχή μού κάνει εντύπωση, μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι ο κόσμος δεν μιλάει επειδή είναι αφοσιωμένος στη μουσική. Τρία μπουζούκια και η ξανθιά χαίτη της Λένας Κιτσοπούλου ξεπροβάλλουν από το άνοιγμα ενός τοίχου − οι μουσικοί παίρνουν θέση όχι σε πατάρι αλλά στο ύψος των τραπεζιών και παίζουν χωρίς μικρόφωνα. Η ατμόσφαιρα είναι σχεδόν κατανυκτική. Ο Άγγελος δεν είχε πάντα μουσική στο πρόγραμμα. Τον θυμάμαι όταν είχε πρωτοανοίξει μέσα στην κρίση ως ένα τυπικό μεζεδοπωλείο που γρήγορα έγινε ένα παρεΐστικο στέκι.

«Τη μουσική την έβαλα για να διαφημίσει την κουζίνα» αναφέρει. «Ήταν δύσκολο να δουλέψει μέρα ως μαγαζί. Ξεκίνησα να βάζω μουσική κάθε Δευτέρα, την πιο “κουλή” μέρα, και γέμισε. Κοιτούσα να φέρνω κόσμο τις πιο δύσκολες μέρες. Τώρα δεν ανοίγω καν Δευτέρα. Σιγά σιγά, ξεκίνησα να φέρνω μερικούς γνωστούς μου μουσικούς για να παίξουν κι αυτοί με τη σειρά τους έφερναν άλλους και κάπως το μαγαζί καθιερώθηκε και ως αφτεράδικο, και για τη μουσική και για όλα μαζί. Καμιά φορά, η δουλειά σε πάει από μόνη της».


Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

Στο μαγαζί παίζουν διαφορετικά άτομα κάθε μέρα και το πρόγραμμα έχει από λαϊκά της δεκαετίας του '50 και του ‘60 μέχρι βαριά ρεμπέτικα. Ένα άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι οι ξένοι φαίνεται πως αγκαλιάζουν τη συγκεκριμένη τάση κι έχουν περιέργεια γι’ αυτήν, περισσότερο ίσως και από τους ίδιους τους Έλληνες, όπως μου λέει ο Άγγελος, που έχει ανάμεικτο κοινό στο μαγαζί του, παρότι τα Εξάρχεια δεν είναι τουριστικός προορισμός. Πρόσφατα έλαβα ένα e-mail από το εξωτερικό, από την Αγγλία συγκεκριμένα. Ένας γνωστός μου ζητούσε tips για ρεμπετάδικα στην Αθήνα που να προσφέρουν, όπως έγραφε χαρακτηριστικά, «γνήσια διασκέδαση». Το μυαλό μου πήγε κατευθείαν εκεί και στη Γη, στον Σταθμό Λαρίσης, άλλο ένα μεζεδοπωλείο που έχει αφήσει το στίγμα του στη νυχτερινή διασκέδαση της πόλης. Όταν περνάς το κατώφλι του, νιώθεις σαν να μπαίνεις σε ένα χρονοντούλαπο όπου ο κόσμος ξενυχτάει, ακούγοντας την ίδια μουσική, χωρίς να υπάρχει αύριο.


Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

Πριν το πάρουν το 1999 οι σημερινοί ιδιοκτήτες του, ο Γιώργος και η Ρίτα, σεμνοί άνθρωποι που δεν μιλούν πολύ, ήταν μια μπακαλοταβέρνα, από αυτές που σέρβιραν και μεζέδες. Η ηλικία τον θαμώνων ξεκινά από τα 20 και φτάνει μέχρι τα 70. Οι εβδομηντάρηδες είναι αυτοί που συμμετέχουν πιο ενεργά, επειδή γνωρίζουν τα κομμάτια.

Δεν ξέρω αν ο κόσμος που προτιμάει αυτού του είδους τη διασκέδαση διακατέχεται από μια μορφή νοσταλγίας γι’ αυτά τα ακούσματα. Πρόκειται όντως για μια αναβίωση του ρεμπέτικου; Απ’ ότι φαίνεται, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αυτό το φαινόμενο είναι περισσότερο αποτέλεσμα της κρίσης, όπως μου λέει ο Χάρης Γιαχνής που ξεκίνησε να παίζει κιθάρα πιο επαγγελματικά στη Γη πριν από 6 χρόνια –πριν ήταν ερασιτέχνης−, συνοδεύοντας τον Παύλο στο μπουζούκι. «Νομίζω ότι από την κρίση και μετά συνέβησαν δύο πράγματα» αναφέρει. «Καταρχάς, υπήρξε μια τεράστια άνθηση των μεζεδοπωλείων και των καφενείων. Το βλέπεις ακόμα και στο Χαϊδάρι, όπου μένω. »Αυτά, στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν κόσμο, έβαλαν κάποια μέρα την εβδομάδα και μουσικούς, μια κιθάρα κι ένα μπουζούκι. Ήταν ένας τρόπος να πεις στον άλλο ότι θα φάει και θα πιει με 15 ευρώ και θα ακούσει και μουσική. Εφόσον δεν είχε πια τα χρήματα να πάει στις μεγάλες σκηνές να δει μεγάλα σχήματα, περιορίστηκε στο ταβερνάκι ή στο καφενεδάκι».


Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

«Υπάρχει κι άλλο ένα σημαντικό στοιχείο τα τελευταία χρόνια» τονίζει. «Η λειτουργία των μουσικών σχολείων και το ΤΕΙ Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής στην Άρτα έχουν βγάλει πάρα πολλές φουρνιές νεαρών μουσικών. Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν πολλά μουσικά σχήματα στην Αθήνα που μεγάλωσαν στα μουσικά σχολεία. »Βλέπεις 22χρονα και 23χρονα παιδιά, με άπειρες γνώσεις παραδοσιακής μουσικής, που παίζουν παραδοσιακά τραγούδια ή ρεμπέτικα που ακόμη κι εγώ, που παίζω χρόνια, δεν τα έχω ακούσει ποτέ». Αυτό το διαπίστωσα κι εγώ με έκπληξη σε διάφορα μαγαζιά που επισκέφθηκα. Αρκετά παιδιά που έπαιζαν μπουζούκι ήταν νεαρής ηλικίας. Στον Μιχάλη − Στου Κουτρούλη, που βρίσκεται πάνω από την Πανόρμου, ένα απίστευτο μεζεδοπωλείο, υπόγειο που αναβιώνει την παράδοση του κουτουκιού, με μια ροζ φωτισμένη πόρτα ανάμεσα σε βλάστηση, χωμένη ανάμεσα σε δύο πολυκατοικίες, τόσο που αν δεν γνωρίζεις ότι είναι μαγαζί μπορεί και να το προσπεράσεις, τα παιδιά που παίζουν και τραγουδούν μπροστά από το τζάκι είναι κάτω των 30. Αυτά τα παιδιά έχουν συμβάλει στο να προχωρήσει το είδος αρκετά, μου τονίζει ο Χάρης. «Πλέον, αν δεις, στα μαγαζιά της Αθήνας αρχίζουν να εμφανίζονται όργανα που είχαν εξαφανιστεί, όπως το κανονάκι, το ούτι, το λαούτο. Βλέπεις ακόμη και σαντούρι, που σίγουρα δεν έβλεπες παλιότερα».


Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

Η σκηνή, όμως, πέρα από το τεράστιο ενδιαφέρον που παρουσιάζει μουσικολογικά, είναι από τις πιο αχαρτογράφητες. Ο Πειραιάς είναι ένα ολόκληρο κεφάλαιο από μόνος του. Οι μουσικοί αυτού του είδους, οι νέοι και οι πιο μεγάλοι μουσικοί μπορεί να εμφανίζονται 4-5 φορές την εβδομάδα σε διάφορα μαγαζιά, μεσημέρι ή βράδυ, καμιά φορά και σε μεγάλες πίστες. Ο ίδιος μουσικός μπορεί να παίζει τη Δευτέρα σε ένα καφενεδάκι με 10 άτομα και την Παρασκευή σε μια ταβέρνα μπροστά σε 80. Επομένως, πώς μαθαίνει κανείς ποιος και πού τραγουδά; Από το Ίντερνετ. Πρώτον, μέσα από τα social media και συγκεκριμένα το Facebook. Αν γνωρίζεις τους μουσικούς ή τα μαγαζιά που έχουν μουσική στο πρόγραμμά τους, μπορείς να τα κάνεις add και να ενημερώνεσαι. Δεύτερον, από το site aptaliko.gr, που ανανεώνεται κάθε μέρα, αλλά αφορά περισσότερο τα πιο γνωστά ονόματα. Τα social media, επίσης, χρησιμοποιούνται ως εργαλείο από μουσικούς και κοινό που ανεβάζουν ολιγόλεπτα βίντεο με ερμηνείες σπάνιων κομματιών τα οποία διαδίδονται και γίνονται πιο γνωστά στο ευρύ κοινό και όχι μόνο. Το πιο πρόσφατο που είδα ήταν από μια εμφάνιση incognito του Θέμη Αδαμαντίδη, που τραγουδούσε στο μεζεδοπωλείο Κάππαρη στα Πετράλωνα.

Πολλά αξιομνημόνευτα περιστατικά έχουν συμβεί σε τέτοιες βραδιές και μουσικές συναντήσεις. Από τις πιο συγκινητικές ιστορίες που άκουσα, πάντως, ήταν αυτή του 77χρονου μπουζουξή, Θύμιου Στουραΐτη, από τους τελευταίους της γενιάς του. «Μια νύχτα, καθώς έπαιζε εδώ πέρα, έπαθε έμφραγμα» λέει ο Άγγελος. «Δεν ήθελε ούτε ασθενοφόρο ούτε τίποτα. Σηκώθηκε κι έφυγε μόνος του. Κάθισε τέσσερις μέρες στην εντατική και την κοπάνησε, μόνος του έβγαλε τα καλώδια. Μιλάμε για τέτοιον άνθρωπο». Γνωστά Ονόματα για να ψάξεις: Ο «θρύλος» Γιώργος Πάνου και σε παλιά λαϊκά, ο Θύμιος Στουραϊτης και οι Άλκης Μαύρος, Γιάννης Παπαβασιλείου, το δίδυμο Σκούτας-Μηταράκης, οι Νώε Ζαφειρίδης, Χαρούλα Tσαλπαρά, Γιάννης Νιάρχος, Μαρία Φασουλάκη, Σάκης Νικολετόπουλος με τον Δημήτρη Μέντη, Γιάννης Διονυσίου, Μαρώ Τσουράπα, Ρεμπετιέν, Το Τρίο Κατάρα, Σεμέλη Παπαβασιλείου, Γιώργος Οικονόμου (Ζάγκουρας), Ειρήνη Λιοκουκουδάκη, τα παιδιά από τη «The Circle Orchestra», οι Σταύρος Μαραγκός, Μανώλης Μανιός, Άγγελος Καλοριζικάκης, Θεοδωρής Μαραϊδώνης, Σπύρος Χαϊκάλης, Δημήτρης Κρανίδας, Γιώργης Μανωλάκης, τα παιδιά από την «kompania», οι Χρήστος και Στρατός Στρατηγόπουλος, Καλομοίρα Κατερινιού και η λίστα είναι ατελείωτη.


Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO

Ενδεικτικά Στέκια:

  • Άγγελος, Ζωοδόχου Πηγής 19, Εξάρχεια
  • Μεζοδοπωλείο Γη, Αλκαμένους 26, Σταθμός Λαρίσης
  • Καφενείο ο Πίπης, Μεγ. Αλεξάνδρου 86, Κεραμεικός
  • Στεκι πινόκλης, Μεγ. Αλεξάνδρου 102, Κεραμεικός
  • Ρεμπετάδικο Ανηφόρι, Βασ. Γεωργίου και Μουσών, Λεωφ. Βασιλέως Γεωργίου Β, Πειραιάς
  • Μιχάλης – Στου Κουτρουλή, Βαρίκα 8
  • Φειδίου 2, Φειδίου 2, Αθήνα
  • Εν Μοσχάτω, Θερμοπυλών 49, Μοσχάτο
  • Τηλέμαχος, Πλατεία Καισαριανής, Καισαριανή
  • Εικοσιπενταράκι, Ψαρών 29, Χολαργός
  • Το Στέκι της Βάσως, Ζερβουδάκη 62, Πατήσια
  • Το Υπόγειο του Μαραθωνίτη, Βίνκελμαν 3, Αθήνα
  • Το Καφενείο Του Θείου, Μασσαλίας 3, Αθήνα
  • Τρίπορτο, Παραμυθίας 48 και Αρτεμισίου 40, Κεραμεικός
  • Τρίχορδο, Εμμανουήλ Μπενάκη 60, Εξάρχεια
  • Παξιμαδοκλέφτρα, Καλλιρρόης 166, Πετράλωνα
  • Ο Κάβουρας, Θεμιστοκλέους 70, Εξάρχεια
  • Tivoli, Εμμανουήλ Μπενάκη 34, Εξάρχεια

Σημαντική Σημείωση: Η λίστα με τα μαγαζιά είναι ατελείωτη. Δεν είναι όλα τα μαγαζιά after, ούτε έχουν καθημερινό πρόγραμμα. Οι ώρες λειτουργίας και το πρόγραμμα διαφέρουν από μαγαζί σε μαγαζί. Καλό είναι να επικοινωνήσει κανείς ή να συμβουλευτεί την σελίδα τους στο Facebook για τις ημέρες που έχουν μουσική.

Πηγή:

2 Likes

Ωραία τα λέει. Βέβαια δεν είμαι σε θέση να κρίνω την ακρίβεια του άρθρου, αλλά φαντάζομαι ότι έτσι θα είναι.

Εντελώς υποκειμενικά, ένα σημείο που μου έκανε κλικ:

Τι μου θύμισες τώρα!

Με την Ειρήνη παίζαμε μαζί πριν… ουου, μπορεί να 'ταν και 25 χρόνια! Έκτοτε δεν ξανάκουσα να αναφέρεται, δεν έτυχε ποτέ να δω την ίδια ή το όνομά της στη μουσική πιάτσα, και καθώς βασικά ήταν ηθοποιός υπέθεσα ότι μάλλον δε θα συνέχισε, όπως δε συνέχισα κι εγώ. Δεν ήξερα ότι τραγουδάει ακόμη, και ομολογουμένως εκπλήσσομαι που την αναφέρουν ως γνωστό όνομα. (Ευχάριστα εννοώ.) Αν κανείς σας την ξέρει, χαιρετισμούς.



Και αυτό τώρα με οδηγεί σε μιαν άλλη σκέψη:

Γκούγκλαρα να βρω τίποτε για την Ειρήνη Λ., και σ’ ένα βιντεάκι την είδα ακριβώς σε ίδια φάση όπως τότε: κομπανία με τρίχορδα, καφενείο ή ταβέρνα χωρίς ήχο, κλασικό ρεμπέτικο ρεπερτόριο, ακόμη και τα κουτάλια. Υπάρχει λοιπόν κόσμος που για δεκαετίες συνεχίζει να ασχολείται με τον ίδιο τρόπο με μια μουσική που, όταν αυτοί ξεκίναγαν, ήταν ήδη παλιά και είχε ολοκληρώσει τον δημιουργικό της κύκλο. Άλλωστε το ίδιο συμβαίνει και με όσους άλλους μουσικούς θυμάμαι από εκείνη την περίοδο και είναι ακόμη ενεργοί, π.χ. Σκούτας. (Συμβαίνει φυσικά και με μεγαλύτερους, αλλά δε θέλω να αναφερθώ σ’ εκείνους γιατί δεν ξέρω πρώτο χέρι τι συνέβαινε στα δικά τους ξεκινήματα.) Σε συνδυασμό λοιπόν με εναύσματα που δίνει το άρθρο, σκέφτηκα: με ποιο τρόπο η μουσική αυτή τούς δίνει κουράγιο να κάνουν το ίδιο πράγμα χωρίς να φθείρονται από την επανάληψη;

Το άρθρο μιλάει για την επανεμφάνιση εξαφανισμένων (από την πιάτσα) οργάνων, κι αυτό μου θύμισε ότι εδώ και κάμποσα χρόνια υπάρχει κι αυτός ο χείμαρρος επανεμφάνισης άγνωστων παλιών τραγουδιών. Υπάρχουν συλλέκτες 78στρ, όπως υπήρχαν και από πάντα, αλλά υπάρχει επιπλέον και η κουλτούρα του δωρεάν ιντερνετικού μοιράσματος (η οποία, φυσικά, πυροδοτήθηκε από την ανάπτυξη των μέσων που κατέστησαν εφικτό το δωρεάν μοίρασμα).

Έτσι δημιουργείται ένα αρκετά σύνθετο πλέγμα σχέσεων και αλληλεπιδράσεων. Το ρεπερτόριο παλιών τραγουδιών αυξάνεται ραγδαία. Μαθαίνουμε περισσότερα για συγκεκριμένους συνθέτες και μουσικούς. Οι νέοι αυτοί μουσικοί που αναφέρει το άρθρο ότι, ορμώμενοι από τα μουσικά σχολεία και την Άρτα, έσκασαν μύτη με τα ούτια και τα σαντούρια τους έχουν ένα ισχυρότερο κίνητρο να ασχοληθούν με το είδος απ’ ό,τι θα είχαν πριν 20 χρόνια, που τα ρεμπέτικα με ούτι λ.χ. ήταν ένας περιορισμένος αριθμός λίγων τραγουδιών. Περαιτέρω, στην Άρτα αλλά και στα παν/μιακά τμήματα μουσικών σπουδών, κάποιοι από τους ίδιους αυτούς μουσικούς αποκτούν επίσης κίνητρο να ερευνήσουν σχετικά με συνθέτες και μουσικούς για τους οποίους πλέον έχει χαραχτεί ένα κάποιο προφίλ, ενώ παλιότερα ήταν γνωστοί μόνο για 3-4 ενδεχομένως τραγούδια! Παράλληλα, υπάρχει και όλη η πρόοδος (που έχουμε επανειλημμένως ξανασυζητήσει) ως προς τη θεωρητική ματιά προς τη μουσική αυτή, τρόποι κλπ.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κάποιος που από τη δεκ. '90 μέχρι σήμερα ασχολείται με την ίδια αυτή μουσική, που όλα της τα τραγούδια έχουν ήδη γραφτεί, όχι απλώς απέχει πολύ από το να το έχει εξαντλήσει το πράγμα αλλά ίσα ίσα βρίσκεται καθημερινά μπροστά στην πρόκληση ενός «καινούργιου» παλιού τραγουδιού, ενός συνεργάτη που παίζει ένα «καινούργιο» παλιό όργανο, ενός άλλου που παίζει μεν ένα «παλιό» παλιό όργανο (π.χ. κιθάρα) αλλά με «καινούργιο» παλιό τρόπο, και γενικά βρίσκεται στο κέντρο ενός βρασμού εξελίξεων.

Αναρωτιέμαι αν έχει γίνει καμιά μελέτη γι’ αυτά τα ρεύματα, ιδιαίτερα αυτό της ανάσυρσης αρχαίων ηχογραφήσεων σε συσχετισμό με όλο το υπόλοιπο πλέγμα…

Υ.Γ.:

Ο τίτλος, «Στα ρεμπετάδικα η Αθήνα αναστενάζει (ξανά)», είναι παράφραση του στίχου του Σαββόπουλου «στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει». Το να παραφράζεις στίχους του Σαββόπουλου είναι ο ορισμός του «πιο κλισέ πεθαίνεις». Ε, τι να κάνουμε , όταν διαβάζεις λάιφο ξέρεις τι μπορείς περίπου να περιμένεις.

2 Likes

κατ’αρχήν η ειρήνη λιοκουκουδάκη ζει και βασιλεύει, και μαζί με τον γιώργο τον ζάγγουρα παίζουν τακτικά σε στέκια της αθήνας τον χειμώνα. αξίζει τον κόπο να τους δει κανείς, φωνές και όργανα και νοιάξιμο για τα κομμάτια.

στο άλλο ερώτημά σου τώρα, κι εμένα με χαίρομαι που κάποιοι μετά από είκοσι χρόνια διατηρούν την φρεσκάδα τους και την επιθυμία τους για μουσική, που παίζουν και γουστάρουν σαν μικρά παιδιά. αλλά και στεναχωριέμαι για κάποιους άλλους που είναι μονίμως κουρασμένοι και ξενερωμένοι. είναι σκληρό το πενθήμερο παίξιμο κάθε χειμώνα και εφταήμερο κάθε καλοκαίρι…
το να καταφέρει να διατηρήσει κάποιος την όρεξή του στην δουλειά του νομίζω έχει να κάνει με τους όρους/όρια που βάζει ο καθένας στην δουλειά του, με την δημιουργικότητα πάνω στο πάλκο, με την ζωή έξω από τα μαγαζιά, με τον σεμνό και ανοιχτόκαρδο χαρακτήρα του, με το χάρισμα να μοιράζεται συναισθήματα με τους θαμώνες, και όσο φλυαρώ θα βρίσκω και άλλα.

υγ: δεν κάθομαι να σχολιάζω λάιφστάιλ άρθρα. όποιος θέλει να μάθει για την ρεμπέτικη ζωή της αθήνας, ας κάνει μια βόλτα ή ας μιλήσει με πέντε ανθρώπους.