Στίχοι> καμάρα Σκιάθου

Ζητάω τους στίχους, οι οποίοι αρχίζουν με τα εξής λόγια>
σαράντα πεντε μάστοροι και εξήντα μαθητάδες, έλα δω πουλί μου, έλα…
Ευχαριστώ πολύ εκ των προτέρων.

Μάρθα, πρόκειται για «της Άρτας το γιοφύρι», όπου υπάρχουν περισσότερες από ίσως εκατό διαφορετικές παραλλαγές, και στο στίχο αλλά και με διαφορετικές μελωδικές γραμμές, από Κάτω Ιταλία μέχρι Πόντο. Εδώ
http://www.mla.gr/song_info?song_id=15539
θα βρεις καταγραφή μιάς παραλλαγής από τη Σκιάθο αλλά χωρίς τους στίχους. Και δεν περιέχει και το γύρισμα Έλα δω πουλί μου έλα. Ίσως εδώ
http://www.stixoi.info/
με αναζήτηση βρεις κάποιους στίχους αλλά αυτή τη στιγμή η σελίδα είναι κρεμασμένη και δεν μπορώ να μπώ.

Ά! Βρήκα μιά παραλλαγή, όπου μάλιστα αναφέρεται συγκεκριμένα η Άρτα και είναι και αρκετά πλήρης. Την πέτυχα σερφάροντας και δεν ξέρω περισσότερα στοιχεία.

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύριν εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιρολογούν οι μάστοροι και κλαινʼ οι μαθητάδες:
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στίς δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκεμιέται».
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσεν αντίκρυ στο ποτάμι
δεν εκελάηδει σαν πουλί, μηδέ σα χιλιδόνι,
παρά εκελάηδει κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
«Άʼ δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει.
Και του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
ποʼ ʼρχεται αργά τʼ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα».
Τʼ άκουσʼ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τʼ αηδόνι,
αργά να πάει και να διαβεί της ʼΆρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί παράκουσε, κι αλλιώς επήγ κι είπε:
«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της ʼΆρτας το γιοφύρι».
Να τηνε κι εξανάφανεν από την άσπρη στράτα.
Την είδʼ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τούς χαιρετά κι από κοντά τούς λέει:
«Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας κι είναι βαργωμισμένος
«Μάστορα, μην πικραίνεσαι, κι εγώ να παʼ σʼ το φέρω,
εγώ να μπω κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να ʼβρω».
Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέσʼ επήγε:
«Τράβα, καλέ μʼ, τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,
ʼτι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα».
ʽΈνας πιχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και πίχνει μέγα λίθο.
«Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες.
Η μια ʼχτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον ʼΑφράτη,
κι εγώ η πλιό στερνότερη της ʼΆρτας το γιοφύρι.
ʽΩς τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες»
«Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
ποʼ ʼχεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχει και περάσει».
Κι αυτή το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει:
«Αν τρέμουν τʼ άγρια βουνά ,να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τʼ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
ʼτι έχω αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει».

Σε πολλές παραλλαγές (φαντάζομαι και στη Σκιαθίτικη) αντί γιοφύρι αναφέρεται καμάρα, γέφυρα είναι και αυτή.

Από την καταγραφή λείπει το κομμάτι, μεταξύ της απορίας της λυγερής για το βαρυγκώμισμα του άντρα της και της προσφοράς της να ψάξει για το δαχτυλίδι.  Βέβαια, ο πρωτομάστορας της είπε (ψέμματα) ότι του έπεσε το δαχτυλίδι του στο ποτάμι.

μόλις άκουσα το τραγούδι, αρκετές σειρές ταιριάζουν! Σ’ ευχαριστώ, μου βοηθάει πάρα πολύ!
Αναρωτιέμαι σε ποιά ευκαιρία χορεύεται ένα τέτοιο τραγούδι.

Από που το άκουσες το τραγούδι, Μάρθα;

Ευχαριστώ προκαταβολικά:)

σ’ ένα σεμινάριο

Αυτά τα τραγούδια, Μάρθα, σπάνια χορεύονται. Είναι «αφηγηματικά», διηγούνται ιστορίες που χρειάζονται μακροσκελές κείμενο για να ολοκληρωθούν και απαιτούν προσήλωση του ακροατή στο στίχο και όχι στο θέαμα του χορού. Θα χρειαζόταν πάρα πολύς χρόνος μέχρι να παρατεθεί ολόκληρο το τραγούδι και θα ήταν κουραστικό. Στις λίγες περιπτώσεις όπου χορεύονται, πρόκειται για πανηγύρια κλπ. όπου εντάσσονται μέσα σε κάποια «τελετουργία» του δρωμένου. Σήμερα βέβαια δεν τραγουδιούνται από το λαό, που δεν διαθέτει πλέον τον απαιτούμενο χρόνο, παλαιότερα όμως χρησίμευαν ως «τραγούδια της στράτας», που τα τραγουδούσε ο γνωρίζων κατά τη διάρκεια κάποιας πεζοπορίας ή, σε νυχτέρια εργασίας ή γλεντιού ή σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις.

Σεμινάριο Ελληνικών παραδοσιακών τραγουδιών; Στο Μόναχο;
Δεν πιστεύω να γίνομαι αδιάκριτος; Γιατί άλλωστε, μυστικό σεμινάριο;
Δώσε μας μερικές πληροφορίες. Και μεις στη Γερμανία μένουμε και ενδιαφερόμαστε πολύ, όπως γνωρίζεις.
Ευχαριστώ προκαταβολικά:)

Όχι σεμινάριο παραδοσιακών τραγουδιών, αλλά σεμινάριο παραδοσιακών χορών.Τέτοια υπάρχουν πάρα πολλά.

Νίκο, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ! Έτσι συμπληρώνονται τα στοιχεία.

Δείτε το στο βίντεο γιατί δε νομίζω να το δούμε ποτέ στ’ αλήθεια:

Κάπου έχω ακούσει (δεν ξέρω αν ήταν στη Σκιάθο) ότι το χόρευαν οι χτιστάδες στο τέλος μιας μεγάλης δουλειάς.

Η βιντεογραφημένη αναπαράσταση δείχνει χαρακτηριστικό “τελετουργικό” χορό πανηγυριού, συνήθως μπροστά στην εκκλησία, όπου πρέπει τα βήματα να είναι απλά και βατά σε όλους, αφού σε αυτό το δρώμενο χόρευαν όλοι ανεξαιρέτως, με τον παπά πρώτο, τους οικογενειάρχες άντρες μετά, κατά σειρά ηλικίας, τις παντρεμένες γυναίκες να ακολουθούν, τους ανύπαντρους, τις ανύπαντρες (προσοχή, πάντα με ένα μικρό παιδάκι ανάμεσα στις διαφορετικού φύλου ομάδες, ώστε να αποφεύγεται το άγγιγμα αντρικού και γυναικείου χεριού) και καταλήγοντας στα πιτσιρίκια και τους τυχόν ξένους.

Και κάτι που μου είχε ξεφύγει: Η κατάρα του κτίσματος που δεν στεριώνει και που μόνο με θυσία θα ξεπεραστεί, είναι παμπάλαια και πανευρωπαϊκή τουλάχιστον, δεν ξέρω αν υπάρχει και σε άλλους πολιτισμούς. Σημερινή επιβίωση είναι ο κόκορας που σφάζεται κατά την τελετή του θεμελίου λίθου και θάβεται στα θεμέλια.

Και με τον τελετουργικό ημίγυμνο μπούμαν.

Έ, αυτά συμβαίνουν όταν κάποιοι πιέζονται να “παρουσιάσουν” παραδοσιακά δρώμενα εκτός τόπου και χρόνου. Η ίδια η Δόμνα Σαμίου μας εδιηγήτο, όταν μας μάθαινε δημοτικό τραγούδι, για το περιστατικό όπου πίεζε μία γιαγιά να της τραγουδήσει άσεμνα αποκρηάτικα τραγούδια εκτός εποχής. Δεν ήθελε η γιαγιά και τεκμηρίωσε την άρνησή της με τη φράση, “-όχι, όχι, θα ψειριάσ’ το μ’νί μ΄!”.

Πλάκα, πλάκα όμως, η Σαμίου με την πίεσή της κατάφερε να περάσει στην αθανασία ένα τελετουργικό δρώμενο που αλλοιώς, όπως και εσύ επισημαίνεις, μπορεί να είχε χαθεί.