Παραδοσιακό τραγούδι

Ως προς τον αργυροτσικνιά, για παράδειγμα, δεν βλέπω πώς μπορεί να “ενοχλείται” κάποιος από ένα κείμενο σαν το παρακάτω. Μια χαρά αναφέρονται οι λαϊκές ονομασίες, μια χαρά αναφέρονται οι λόγιες κλπ:

Η λέξη -που ήταν το πιο πρόχειρο παράδειγμα που μου 'ρθε- δεν είναι κακή από μόνη της. Σίγουρα καλύτερη π.χ. από το «μεγαλολευκοερωδιός» που συναντάμε στο ίδιο κείμενο (για το ίδιο είδος!), και που αναφέρεται ως λαϊκή.

Αμφιβάλλω σφόδρα αν κανείς λαϊκός άνθρωπος είπε ποτέ «κοίτα, μια φωλιά μεγαλολευκοερωδιών», ή ακόμη και «αργυροτσικνιάδων». Αλλά έστω κι αν είπε κάποια από αυτά, σίγουρα όχι όλα τα παρόμοια (τέτοιες ονομασίες υπάρχουν ή επιδιώκεται να υπάρχουν για κάθε είδος της ελληνικής φύσης). Δεν είναι λαϊκές ονομασίες, είναι λαϊκότροπες.

Λοιπόν η ένστασή μου είναι ότι η προσπάθεια να βγουν λαϊκότροπες είναι ατυχής, για τον λόγο που προανέφερα σχετικά με την ταξινομική λογική.

Μπάκακας δεν είναι το είδος βατράχου Rana τάδε ή Rana δείνα, αλλά ο βάτραχος γενικά. Υπάρχουν είδη με αρκετά ευδιάκριτες διαφορές μεταξύ τους, αλλά αυτές οι διαφορές δεν επηρεάζουν σε τίποτε τη ζωή των πέριξ ανθρώπων ώστε να μπουν στη διαδικασία να διακρίνουν τα είδη με ξεχωριστά ονόματα. Όλα μπάκακας, γιατί όλα την ίδια δουλειά κάνουν. Ενώ οι διαφορές είναι πολύ σημαντικές για έναν ζωολόγο, ο οποίος ακολουθεί άλλον τρόπο σκέψης και τον αποτυπώνει στη γλώσσα του.

Έχω ξαναβρεθεί σε τέτοιες συζητήσεις, και από διαφωνούντες έχω ακούσει την παρατήρηση «και τι ξέρεις εσύ από ζωολογία;». Για να φτιάξεις ονόματα δεν πρέπει να ξέρεις [μόνο] από ζωολογία, αλλά [και] από λέξεις. Λοιπόν, το να μην αντιλαμβάνεται κάποιος, ή να μη σέβεται, το γεγονός ότι η λαϊκή γλώσσα δίνει άλλη οπτική των πραγμάτων από την επιστημονική, και να προσπαθεί να φτιάξει επιστημονική ορολογία με λαϊκή πρώτη ύλη, δε δείχνει αυτό το προσόν.

Στην ορίτζιναλ εκδοχή της λογικής «ένας τσικνιάς - ναι αλλά τι τσικνιάς; - αργυροτσικνιάς», ο λαϊκός ομιλητής έχει πλάσει λ.χ. το «πετροχελίδονο». Το πετροχελίδονο όμως δεν είναι χελιδόνι, και ενδεχομένως μάλιστα ο λαϊκός ομιλητής να το ξέρει αυτό, όμως δεν τον νοιάζει. Τον νοιάζει ότι μοιάζει με χελιδόνι.

Κάποιος που κατοικεί σε τόπο με πολλά είδη βατράχων, όπου οι βάτραχοι είναι μή αμελητέο μέρος της κουλτούρας. Όπως π.χ. στα κυπριακά κάνουμε διάκριση μεταξύ μούλας και βόρτου, ή μεταξύ αλιντζαύρας και κουρκουτά.

Συμφωνώ με αυτά. Αλλά σκέφτομαι και κάτι άλλο. Μήπως με το καινούριο τηγάνι η πεθερά ήθελε να δείξει στη νύφη ότι την αποδέχεται και ότι ήθελε να τη φροντίσει με τον καλύτερο τρόπο, διώχνοντας έτσι κάθε καχυποψία της νύφης που ίσως να υποψιάστηκε ότι δεν την ήθελε για νύφη και ότι κάποιο κακό θα μπορούσε να της κάνει. Στο κάλεσμα της πεθεράς να πάρει η νύφη για να φάει εμένα μου φαίνεται καχύποπτη γιατί απαντάει στην πεθερά:

Μμμ, ναι, ομολογουμένως αυτό θα έστεκε. Τους στίχους με το αντέτι δεν τους είχα καταλάβει, γιατι τα μπούλετς δε με βοηθούσαν να καταλάβω ποιος μιλάει κάθε φορά. Δεδομένου ότι τέτοια αντέτια (έθιμα) όντως υπήρχαν κατά τόπους, η νύφη μόνο να στέκει όρθια και να υπηρετεί όταν όλοι οι άλλοι τρώνε και η ίδια να τρώει άλλη ώρα μόνη της και περίπου κρυφά, τώρα με το νέο αυτό σχόλιο φωτίζεται η εξής λεπτομέρεια της ιστορίας:

Η πεθερά τής λέει, νύφη έλα να φας που σου ετοίμασα. Η νύφη λέει όχι, είναι ντροπή να κάτσω να φάω, δεν τρώνε σ’ εμάς οι νύφες. Όχι, λέει η πεθερά, σ’ εμάς τρώνε.

(Τουλάχιστον τώρα φωτίστηκε για μένα. Σ’ άλλους μπορεί να ήταν ήδη προφανές.)

Τέτοιος διάλογος δεν μπορεί να βρίσκεται μες στην αφήγηση χωρίς κάποιον λόγο. Δεν είναι απλό παραγέμισμα. Η πιθανότερη ερμηνεία είναι αυτή του Παραδοσιακού, ότι η νύφη κάτι υποψιάζεται και προβάλλει προσχήματα για να μη φάει, κι η πεθερά προσπαθεί να την κάνει να ξεπεράσει την καχυποψία της δείχνοντας περιποιητική συμπεριφορά.

Εκεί λοιπόν κολλάει και το ολοκαίνουργο τηγάνι, ως ένα ακόμη στοιχείο εξαιρετικής περιποίησης.

1 «Μου αρέσει»

Επίσης, πρώτη φορά παρατηρώ ότι στην άλλη παραλλαγή του ίδιου τραγουδιού (μνμ. #27), το τηγάνι είναι χρυσό. Κι εκεί θα μπορούσε να φανεί ως απλό κοσμητικό επίθετο, γιατί ο διάλογος φαε - όχι δεν τρώω δεν υπάρχει τώρα, αλλά με τις δύο παραλλαγές μαζί παίρνει άλλο νόημα.

Ψέμματα! Η Vipera graeca Ηπείρου και Αλβανίας διαχωρίστηκε από την V. ursinii

Θα πρέπει και τα δύο κεφάλια της να έχουν σχέση με το μιμίδιο της δικέφαλης οχιάς. Αυτό θα μπορούσε να προέρχεται από την εικόνα του χωρού-μονομαχίας αρσενικών, ή και την ωοζωοτοκία του γένους Vipera.



Και μιας και φιδολογούμε, σκέφτομαι ότι οι irl εικόνες πίσω από <<τα φίδια πλεχταριές και τις οχιές κουβάρια>> θα πρέπει να είναι ομαδικό λιάσιμο V. berus και ζευγάρωμα νερόφιδων https://www.youtube.com/watch?v=xJlWfXSNZzg

Καλύτερα μια μετάφραση εκ του λατινικού, <<γελαστός>> βάτραχος, όπως ονομάστηκε λέει αυτό το είδος για το μεγάλο στόμα του (<<Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα;>><<Για να γελάω καλύτερα, Πασχαλίτσα!>>).

Ακριβώς το ίδιο.

Ακριβώς, ο <<λευκοτσικνιάς>> είναι ό,τι πιο ανώδυνο εδωπέρα. Άκου <<μεγαλολευκοερωδιός>>, και δεν είναι θέμα ζωολογίας, απλά αυτό δεν είναι καθόλου καλή ελλ. λέξη. Διάλε, ας περίφραζες <<μεγάλος λευκός ερωδιός>> κατά το <>..

Δεν κάνετε πάντως κάτι εντυπωσιακό, αφού βρίσκω πως <<βόρτος>> είναι το σερνικό μουλάρι, οικονομικά σημαντικό ζώο, <<κουρκουτάς>> το <<κροκοδειλάκι>> (Laudakia stellio, οικ. Agamidae), είδος με χτυπητά διαφορετική εμφάνιση (όποιος έχει επισκεφτεί την Δήλο σίγουρα το έχει προσέξει), ενώ <<αλιντζαύρα>> είναι οποιοδήποτε είδος της οικ. Lacertidae, οι σαύρες <<γενικού τύπου>>. Βλέπω επίσης ότι <<μισιαρός>> είναι το μολυντήρι, θα πρέπει να υπόκειται κάποια κοινή ιδέα/εντύπωση για την μολυσματικότητα της οικ. Gekkonidae (τα ηλίθια μικρά σαυράκια τοίχων, σαμιαμίδια, μολυντήρια).

Βρίσκω επίσης ότι στη Μάνη λένε την θηλυκή οχιά <<κοντοσέρβα>> και την αρσενική <<κοντοθόδωρο>> (αυτό μπορεί και γίνεται γιατί στο γένος Vipera υπάρχει έντονος φυλετικός διμορφισμός, με τα θηλυκά να είναι προς το καφετί και τα αρσενικά προς το γκρι), και σκέπτομαι: <<αστρίτης>> και <<οχιά>> να ήτανε αρχικώς τα φύλα;

Κατά το great white heron έλεγα και δεν το έβαλε, και συγγνώμη για την τόση φιδολογία.