Μια παραλλαγή ακόμα:
Στον Άδη τʼ άργανα λαλούν στον Άδη κάνουν γάμο.
Ρηγόπουλο παντρεύεται βασιλοπούλα παίρνει.
Όλο τον κόσμο τους καλεί, της γης τους ξακουσμένους
το Δίγιανο δεν κάλεσε που’ ταν ανταμακάρης
όπου σκοτώνει τους γαμπρούς και παίρνει τις νυφάδες.
Και ποιον γαμπρό εσκότωσε και ποια νυφούλα πήρε;
το Δήμο τον εσκότωσε, τη Δήμαινα την πήρε.
Και ο Δίγιανος σαν τʼ άκουσε βαριά του κακοφάνη.
Καρτέρι πήγε κι έκανε σε ξύλινο γιοφύρι.
Πιάνει το γκέμι του γαμπρού και τ’ άλογο της νύφης.
Βγάλε γαμπρέ περαστικά να σου περάσει η νύφη
Μα η νύφη πουʼ ταν γνωστικιά, αρχοντομαθημένη,
απλώνει στην τσεπούλα της στην αργυρή την τσέπη
και βγάζει μια και βγάζει δυο και βγάζει εννιά χιλιάδες.
Οι πέντε να΄ναι του γαμπρού κι τέσσερις της νύφης
κι αυτές οι δεκάτεσσερις ναʼναι του σχαρικιάρη
και ο σχαρικιάρης κίνησε στην πεθερά πααίνει.
Καλή σπερά σου πεθερά, καλώς το σχαρικιάρη
τη νύφη σου τη φέρνουμε βαριά ξαγορασμένη
τσ΄ πεθεράς τσ΄φάνηκε πως τσ’ πε γκαστρωμένη.
Τσαπί και φτάρι άρπαξε στο πετροβούνι πάει
και πιάνει φίδι με φτερά κι οχιά με δυο κεφάλια.
Τα πήρε τα τηγάνισε σʼ ένα χρυσό τηγάνι
τα πήρε και τα απίθουσε μπροστά απ’τη νυφούλα
Πάρε νυφούλα μ ’ μια φορά, πάρε νυφούλα μ’ δυο
παίρνει το η νυφούλα, παίρνει το, στα χείλη της το βάζει.
Νερό μανούλα και σκασα, νερό και θα πεθάνω.
Από μικρή στον αργαλειό τη βρύση δεν την ξέρω.
Νερό αστέρι μ’ και σκασα, νερό και θα πεθάνω.
Χρυσό τσουκάλι άρπαξε και για νερό πααίνει.
Όσο να πάει και όσο να΄ρθεί την βρίσκει πεθαμένη.
Χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ αργυρό θουκάρι
ψηλά ψηλά το σήκωσε και στη καρδιά το βάζει.
Τα πήραν και τα θάψανε τα δυο σε ένα κιβούρι
Στοʼ να φυτρώνει κάλαμος και στ’ άλλο κυπαρίσσι
λιγοβεργάει ο κάλαμος φιλεί το κυπαρίσσι.
*Παραλλαγή από τη Θεσσαλία.