Λοιπόν, Κατσούδα ήταν το πατρικό όνομα της γιαγιάς μου, με καταγωγή από τη Ναυπακτία. Αμυδρά θυμόταν η ίδια ένα τραγούδι σαν μοιρολόι που αναφερόταν στον Κατσούδα και στη δολοφονία του που χαρακτηριζόταν άνανδρη.
Αλήθεια, Πατρατζίκι λέγεται ακόμα από τους παλιούς η Υπάτη!
Δεν υπάρχει ούτε ένα κλέφτικο τραγούδι όπου ο κλέφτης να σκοτώνεται “έντιμα”, π.χ. κατά τη διάρκεια μιας μάχης, που θα ήταν και το πιο λογικό. Όλοι οι θάνατοι είναι ύπουλοι, μπαμπέσικοι, άνανδροι και βεβαίως άδικοι. Ο μόνος έντιμος θάνατος κλέφτη είναι στο κρεβάτι, όπου συνετά φροντίζει να κατονομάσει το διάδοχό του.
Δεν νομίζω. Κατ’ αρχήν, χάλκινα τηγάνια δεν υπήρξαν ποτέ, τουλάχιστον στους ιστορικούς χρόνους. Αλλά κι αν ο ποιητής θεώρησε ότι τον βολεύει να είναι το τηγάνι χάλκινο κι αγάνωτο, ώστε άνετα να δηλητηριαστεί η νύφη, τότε δεν θα χρειαζόταν να πέσουν στο τηγάνι αστρίτης και δικέφαλη οχιά. Πέσανε όμως, και η δηλητηριαστική τους δύναμη ξεπερνάει παρασάγγας πολλούς, εκείνην ενός αγάνωτου τηγανιού. Οπότε πράγματι, η χρήση του προσδιορισμού “αφόρεγο” έχει, θα έλεγα εγώ, την έννοια της επίτασης: Όχι μόνο είναι τηγάνι, αλλά είναι και αφόρεγο, τσίλικο, γιαλιστερό, μία προσέγγιση που είναι συχνότατη στα δημοτικά τραγούδια αφού τέτοιες ιδιότητες ανυψώνουν τις προσδοκίες του ακροατηρίου.
Θυμάστε τα λεγόμενα κοσμητικά επίθετα; Είναι μια φράση που τη λέμε σχεδόν αποκλειστικά για πλάκα, όταν κάποιος βρίζει κλπ., αλλά έχει και μια κυριολεξία.
Το αφόρεγο είναι κοσμητικό επίθετο. Δεν παίζει κάποιον λειτουργικό ρόλο. Το κρεμάμε εκεί για στολίδι. Δεν επηρεάζει την εξέλιξη της ιστορίας, όπως δεν επηρεάζεται η πορεία μιας ημέρας ανάλογα αν η αυγούλα ήταν ή δεν ήταν ροδοδάχτυλη και νυχτοθρεμμένη.
Έτσι κι αλλιώς, το τραγούδι μοιάζει να είναι μια πιο εκτεταμένη, ενδεχομένως παλιότερη, παραλλαγή της Προσφυγούλας (Αρχοντογιός παντρεύεται). Την ξέρουμε την ιστορία: από τα φίδια φαρμακώθηκε, κι όχι από κάτι άλλο. Δεχόμαστε τη σύμβαση ότι από τα φίδια φαρμακώνεσαι κι αν τα φας, και όχι μόνο αν σε δαγκάσουν.
Δεν το κρεμάμε για στολίδι, Περικλή μου, απλά δεν προλάβαμε καν να το φορέσουμε το καινούργιο, τσίλικο φόρεμα. Λειτουργικότατη λοιπόν η χρήση της λέξης.
Ο σκοπός που μπαίνει ο προσδιορισμός αφόρεγο για το τηγάνι, είναι να το προσδιορίσει ως «καινούργιο», με άλλους λόγους «καλό πράμα», κάτι πολύ συνηθισμένο στα δημοτικά τραγούδια. Με την έννοια αυτή, πρόκειται για ένα χρήσιμο προσδιορισμό, αφού προσδίδει κάποιαν επιπλέον ιδιότητα στο τηγάνι, αυτήν της αίσθησης του καινούργιου, αχρησιμοποίητου.
Ντάξει, μ’ αυτή την έννοια μπορώ να το δεχτώ, όχι όμως και να το συμμεριστώ. Θεωρώ ότι αν αντί «σ’ αφόρεγο τηγάνι» έλεγε ξερωγώ «σ’ ένα παλιοτηγάνι», η ιστορία θα παρέμενε ακριβώς η ίδια. Έχουμε δηλαδή μια πληροφορία, αλλά όχι χρήσιμη ή απαραίτητη.
Βασικά, ολόκληρο το απόσπασμα …
«Σαν τα 'βρε τα τηγάνησε, σε αφόρεγο* τηγάνι
κι αυτά σαν ετοιμάστηκαν, στη νύφη τα παένει»
…θα μπορούσε εξίσου καλά να είναι απλώς «Σαν τα 'βρε τα τηγάνισε, στη νύφη τα πααίνει».
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
73
Κι εγώ ως επίταση το είχα σκεφτεί, δηλαδή ότι το αγάνωτο τηγάνι παρατάσσεται με τα εκλεκτά και τρία κεφάλια σε μια ποιητική υπερπολυτελή τοξικότητα, όχι ως πραγματιστική έγνοια μήπως δεν φτάσουν τα φίδια για να ξεκάνουμε την νύφη. Αλλά βέβαια είναι επίταση μέσω συμβατικής πολυτέλειας αφού τηγάνια για γάνωμα δεν υπήρχαν, και το <<αφόρεγο>> interestingly ήταν κοινό και ευρέως διαδεδομένο για καινούργια και αμεταχείριστα σκεύη, που βέβαια ταιριάζει με αρχοντικά συμφραζόμενα από όπου προήλθε. Κι εγώ κάπου από βασιλικό προξενιό το θυμάμαι, με τους μάγειρους <<που φτιάξανε πολλά φαγιά του γάμου>> να διατάζονται να φτιάξουν για την νύφη <<τριών φιδιών κεφάλια, του αστριτσιού και της οχιάς και της μονομερίδας>>. Και σκεπτόμενος ότι και η <<μονομερίδα>> οχιά θα πρέπει να 'τανε (ή υπήρχε ίσως και κανένα άλλο σοβαρό φίδι στην Μ Ασία;), αναρωτιέμαι: δεν είναι αξιοσημείωτο ότι υπάρχουν συνωνυμα για την οχιά;
Η μονομερίδα είναι ένα φίδι μιανής πιθαμής μάκρους έχει δύο κεφάλια και περπατεί την ημέρα μονάχα μια πιθαμή τόπο. Τη μονομερίδα δεν τη σκοτώνουν, γιατί δεν είναι καλό! Όποιος τη σκοτώση όμως πρέπει να τη σαβανώση με ένα παννί κόκκινο ή άσπρο και να τη θάψη. Αν δεν τη θάψη θα πάθη κακό ο άνθρωπος.
Μάθετε λίγο την ελληνική φύση, που περπατάτε και βλέπετε γύρω σας πράγματα και δεν ξέρετε πώς τα λένε!
Θαρρώ πως είναι διακριτά αυτά τα τρία φίδια : άλλο η κοινή οχιά ( Vipera ammodytes), άλλο ο αστρίτης (ένα από τα άλλα είδη οχιάς: Vipera berus) και άλλο η μονομερίδα (μικρό δηλητηριώδες φίδι εκτός οικογενείας εχιδνών)
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
76
Η απόδοση αυτών των ονομάτων σε συγκεκριμένα είδη δεν αντανακλά κάποια λαϊκή χρήση αλλά την αμηχανία ζωολογικών φορέων σε αναζήτηση <<κοινών>> ονομασιών για ελληνόφωνες δημοσιεύσεις. Η Vipera berus απαντάται σε περιοχές κατά μήκος των συνόρων, ενώ <<αστρίτες>> σίγουρα υπάρχουν στη λαϊκή Πελοπόννησο. Όλα τα άλλα είδη, πλην της V. ammodytes που ζει σ’ όλη τη χώρα και πολλά νησιά πλην Κρήτης (όπου είναι γνωστόν ότι δεν υπάρχουν επικίνδυνα ζώα, ή τουλάχιστον ερπετά, πλην κροκοδείλων ενίοτε) έχουν πολύ πιο περιορισμένη εξάπλωση, υπάρχουν κάποια βασικώς ασιατικά/μεσοανατολικά είδη στον Έβρο και κάποια ανατολικά νησιά και κάποια κυκλαδονήσια, και ένας πλυθησμός Ηπείρου και Αλβανίας που πρόσφατα κατατάχτηκε ως άλλο είδος από την V. berus. Τα διάφορα είδη δεν έχουν ιδιαίτερα χτυπητές διαφορές στην εμφάνιση, και δεν νομίζω και όπου απαντώνται δύο είδη να διακρίνονται λαϊκά. Το φαινόμενο είναι γενικότερο, πχ μπορεί να διαβάσει κανείς ότι <<μπάκακας>> είναι ο βάτραχος Pelophylax ridibundus, που σε εμάς βρίσκεται Θράκη και Α Μακεδονία, ή ότι η <<γουστερίτσα>> είναι δεν-θυμάμαι-ποιο είδος από όλα όσα θα έλεγε κανείς λαϊκά <<γουστέρες>>. Η μονομερίδα θα πρέπει να είναι εντελώς φανταστικό είδος, αφού απαντάται και στην Αιτωλοακαρνανία, και όχι μόνο κατά καμιά Βαβυλώνα μεριά να φάει τους προξενητάδες. Ίσως όμως με το μέγεθος και την ταχύτητά της να απηχεί την οχιά.
Ποιοι είναι οι ζωολογικοί φορείς που αναζητούν κοινές ονομασίες για ελληνόφωνες δημοσιεύσεις; ; Μήπως μπορείς να μας το κάνεις λίγο πιο λιανά;
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
79
Μάλλον όλοι οι σχετικοί, και από παλιά. Δηλαδή χρειαζούμενοι διάφοροι κάποια ονόματα ως <<κοινά>> για συγκεκριμένα είδη για τα οποία δεν υπάρχουν <<κοινές>> ονομασίες (ποιός λαϊκός ξεχωρίζει τα είδη των βατράχων; για την γιαγιά μου όλοι <<μπάκακες>> ήταν), ενίοτε δίνουν σε συγκεκριμένα είδη αυθαίρετα κάποια από τις λαϊκές ονομασίες, που λαϊκά όμως αναφέρονται σε κάποια κατηγορία χωρίς να ακριβολογούν ως προς το είδος, δηλαδή δεν υπάρχει κάποιος λαϊκός νομίζω που να έχει στο μυαλό του ως <<αστρίτη>>, αλλά όχι <<οχιά>> την Vipera berus και <<οχιά>>, αλλά όχι <<αστρίτη>> την V. ammodydes, ακόμα και στα μέρη που μπορεί να απαντώνται αμφότερες. Το φαινόμενο είναι ubiquitous σε κείμενα για την ελληνική πανίδα από όσο θυμάμαι (αν και μικρός δεν θα το καταλάβαινα), δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος κανονικός/συμβατικός τρόπος απόφασης στο ελλ. πανεπιστήμιο ή τους σχετικούς με την φύση οργανισμούς ή αν κάθε ζωολόγος είναι/ήταν ελεύθερος να δημιουργήσει οποιαδήποτε παράδοση κατά την έμπνευσή του.
Για τα πουλιά υπάρχει η ορνιθολογική εταιρεία, η οποία πράγματι κάνει αυτήν ακριβώς την αμήχανη προσπάθεια. Αφθονούν φτιαχτές σύνθετες ονομασίες όπου υποτίθεται ότι το δεύτερο συνθετικό είναι κοινό σ’ ένα ολόκληρο γένος και προέρχεται από τη λαϊκή γλώσσα, και το πρώτο συνθετικό ξεχωρίζει τα είδη, π.χ. αργυροτσικνιάς = γένος ερωδιός, είδος τάδε, ώστε να υπάρχει αντιστοιχία με τις επίσημες λατινικές ονομασίες. Τσικνιάς είναι πράγματι λαϊκή λέξη για τον ερωδιό, αλλά η αυστηρή ταξινομική λογική δεν είναι ίδιον της λαϊκής σκέψης, άρα και γλώσσας, και το αποτέλεσμα είναι αταίριαστο.
Υποθέτω ότι θα υπάρχουν αντίστοιχοι φορείς για έντομα, ερπετά κλπ.
Μ’ έχει ενοχλήσει από πολύ παλιά αυτό το σύστημα, και πρώτη φορά συναντώ ομοιοπαθή!