Πέθανε ο Σπύρος Παπαϊωάννου

Φαίνεται πως ένας-ένας οι γλυκύτεροι άνθρωποι της “ρεμπετολογίας” μάς αποχαιρετούν.

Μετά τον Τσάρλι, ο εξαίρετος τζέντλεμαν και σοβαρός συλλέκτης και ερευνητής του ρεμπέτικου Σπύρος Παπαϊωάννου “έφυγε” χτες από κοντά μας. Θρύλος έχουν μείνει οι 65 εκπομπές που έκανε το 1982 στο ραδιόφωνο για το ρεμπέτικο, όπως και τα άρθρα και οι δισκογραφικές παραγωγές με τους συνεργάτες Π.Κουνάδη και Π. Σωτηρόπουλο. Τελευταία αξιομνημόνευτη δουλειά του το “Ημερολόγιο 2006-Ο Πειραιάς και το ρεμπέτικο τραγούδι”.

Είχα την τύχη να είμαστε σε στενή επαφή τα τελευταία 7-8 χρόνια και διαπίστωσα από κοντά τις αρετές του ανδρός. Είχε τον αέρα ενός άλλου πολιτισμού -μιας άλλης Ελλάδας.

10 «Μου αρέσει»

Ξέρουμε αν υπάρχει κάπου αρχείο από τις εκπομπές του ?

Υποθέτω ότι θα πρέπει να απευθυνθεί κανείς στην ΕΡΤ.
Βλέπω ότι είχαν ξαναπαιχτεί πριν 10 χρόνια:

8 «Μου αρέσει»

Πολύ κρίμα, εξαιρετική η προσφορά του στην ιστορία του ρεμπέτικου.

3 «Μου αρέσει»

Εδώ με τον Γενίτσαρη στην κάβα του τελευταίου στην Αγία Σοφία Πειραιά:
https://www.vmrebetiko.gr/item/?id=3882

Εδώ με την Αγγέλα:
https://www.vmrebetiko.gr/item/?id=3873

Εδώ στο σπίτι του Μπάτη:
https://www.vmrebetiko.gr/item/?id=3885

4 «Μου αρέσει»

Αποδελτιωμένη συνέντευξη του Σπύρου Παπαϊωάννου στο πλαίσιο της διπλωματικής εργασίας του Δημήτρη Θεοδώρου, “Κέντρο ανάδειξης και προβολής του ρεμπέτικου πολιτισμού”, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο/Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών (2014)

Η Τρούμπα, μέσα στην πόλη του Πειραιά, εν αντιθέσει με τη Μασσαλία, στο Κάιρο, στην Κων/πολη που ήταν χαρακτηρισμένες ως τέτοιες περιοχές και η Τρούμπα ήταν χαρακτηρισμένη αλλά ήταν μέσα στην πόλη. (Δηλαδή σε άλλες πόλεις τα μπουρδέλα ήταν εκτός. Στον Πειραιά ήταν μέσα στην πόλη). Από 2ας Μεραρχίας, δύο τετράγωνα. Στη Νοταρά ήταν οι πόρνες και στη Φίλωνος τα καμπαρέ, τα καφωδεία. Και η Ακτή Μιαούλη των 2 τετραγώνων (είχε το Τζορτζ Μπουλ) και εκεί ήταν και κάτι ξενοδοχεία τετάρτης κατηγορίας, ουσιαστικά ήταν οίκοι ανοχής. Πηγαίνανε οι πόρνες στα δωμάτια του ξενοδοχείου. Ένα από αυτά τα ξενοδοχεία ήταν ο Αγ. Γεώργιος. Οι παλαιοί λέγανε όταν πήγαιναν μπουρδελότσαρκα, πάμε στον Αι Γιώργη. Με το ρεμπέτικο έγινε η εξής μεγάλη ανακατωσούρα: μέσα στη δικτατορία κυκλοφορεί το βιβλίο του Πετρόπουλου Τα Ρεμπέτικα Τραγούδια, το 1968, αυτό ήταν ένα βιβλίο, όπως ήταν ο Πετρόπουλος γεμάτο αντιφάσεις, έχει όμως ένα συγγραφικό τάλαντο και κυρίως είχε πιάσει πλευρές του ρεμπέτικου τις οποίες τις έλεγε ως από καθ’ έδρας (έτσι είναι γιατί εγώ το είπα). Είχε ένα κλίμα, σε πήγαινε προς τα παλιά, αλλά από πληροφορίες άστα να πάνε… Δεν ήξερε καν τους τίτλους των τραγουδιών που είχε ο δίσκος και έβαζε ας πούμε τα πρώτα λόγια. Π.χ η Αρχόντισσα του Τσιτσάνη αναφέρεται «κουράστηκα να σ’ αποκτήσω». Όμως ήτανε σταθμός, γιατί ήταν το πρώτο βιβλίο, το αποκαλυπτικό. Είχε προηγηθεί βέβαια κάπου εκεί το ́65 αυτή η ομάδα φοιτητών που είχε πάει στο Μάρκο Βαμβακάρη με την Κική Καλαμαρά και κάτι άλλους και έλεγε ο Μάρκος και η Κική έγραφε. Το βιβλίο του Μάρκου σίγουρα είναι το σημαντικότερο που έχουν βγει για τα ρεμπέτικα. Καθώς και της Αγγελικής Παπάζογλου, αυτό που γράφει ο γιος της ο Γιώργης. Στην οδό Κίμωνος, η οποία έχει μετονομαστεί τώρα σε οδό Βαγγέλη Παπάζογλου στη Νίκαια. Στον Γιώργο οφείλουμε εξίσου πολλά, όσα σχεδόν και στην αυτοβιογραφία του Μάρκου. Ας πούμε πως είναι ένα σκαλί περισσότερο η αυτοβιογραφία του Μάρκου είναι προς τη «ρεμπετιά», αλλά ως προς τη «ρεμπετοπροσφυγιά» είναι η Αγγελική Παπάζογλου. Την είχα γνωρίσει, ήταν λίγο μεγαλύτερη από την ηλικία της μητέρας μου, λογικά ίσως και να χαν συναντηθεί τα βήματά τους στην προκυμαία. Οι περιγραφές που κάνει για τους πρόσφυγες, που τραγουδάγανε στη Σμύρνη… είναι δηλαδή ο άλλος πόλος. Μάρκος – Παπάζογλου. Αυτά που έλεγε η Αγγελική οφείλονται στον Γιώργο, διότι αν δεν ήταν ο Γιώργος, όχι μόνο να τα γράφει, αλλά αυτό το πάθος, και σημειώστε είναι θετός γιος, σε αυτόν εγώ προσωπικά νομίζω οφείλω περίπου όσα και στην αυτοβιογραφία του Μάρκου. Πρώτοι μεταξύ ίσων. Κι όλα αυτά είναι έργα του Γιώργου χάρη στο πάθος του, την αφοσίωσή του, μια ζωή δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ασχολείται με αυτό. Είναι δηλ. η φωνή των Παπάζογλου και περισσότερο της Αγγέλας που είναι η φωνή της Σμύρνης. Και από το χώρο τουτραγουδιού ήταν τραγουδίστρια και στη Σμύρνη και εδώ. Μέσα στη χούντα είχε αρχίσει να καλλιεργείται από μέρους αντίδρασης… γράψανε κάτι μαλακίες τραγούδια (να ‘ταν το 21 ξέρω γω, Νταλάρας), κάτι άλλα τέτοια τραγούδια, μερικά μπορεί να ήταν και ωραία, κάποια του Παπαδόπουλου, του Πλέσσα. Είναι αυτό που λέμε άλλο το τραγούδι που προέρχεται από το λαό και άλλο το τραγούδι για το λαό. Δηλαδή όλοι αυτοί οι έντεχνοι που ακολούθησαν μετά το ́60 (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Πλέσσας) γράφουν τραγούδια για το λαό. Σαν εκπρόσωποι του λαού. Είχαν αυτοχριστεί εκπρόσωποι. Και ο ίδιος ο Θεοδωράκης ̇ μπορεί να έκανε πολύ ωραία τραγούδια και ο Χατζιδάκις βέβαια ωραιότατα, αλλά έχουν και μια τεράστια ευθύνη για την τροπή που πήρε το λαϊκό τραγούδι. Το λαϊκό τραγούδι είχε τελειώσει ουσιαστικά. Οι έντεχνοι ήταν η ταφόπλακα. Δεν ήταν από τη μεριά του λαού, ήταν απ’ έξω και κοίταζαν το λαό, όπως έλεγε κι ο Ταχτσής. Τα σουξέ των μπουζουξίδικων ήξεραν και ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, δεν είχαν ιδέα τι ήταν το ρεμπέτικο, ούτε το υποψιαζόντουσαν. Ο Χατζιδάκις, πονηρός κι έτσι, όταν το υποψιάστηκε είπε «είναι 50 τραγούδια και ένας γραφικός μύθος». Ερχόντουσαν οι τουρίστες στον Τσιτσάνη κάτω στις Τζιτζιφιές να δούνε το λαό ο οποίος λαός ήταν απέξω και σηκωνότανε στα πόδια του για να μπορέσει να δει μέσα αυτούς. Ο λαός ήταν απ’ έξω! Και αυτό ήταν χαρακτηριστικό. Σιγά σιγά με το μπέρδεμα και την αστικοποίηση… Μπορεί το ρεμπέτικο να κατέκτησε τη μικροαστική τάξη αλλά εξίσου κατακτήθηκε απ’ αυτήν. Δηλαδή δεν πήγε το ρεμπέτικο στην αστική τάξη έτσι. Πήγε ως διασκέδαση, αποχυμωμένο τελείως από κάθε ουσία του και έγινε ένα πράγμα διασκέδασης. Αν ορισμένοι με τα χρόνια όπως ο Νίκος Παπάζογλου που έχει γράψει το «ραγίζει απόψε η καρδιά» ή ο Ρασούλης ορισμένα, προσεγγίσανε αυτό το είδος, αλλά το προσεγγίσανε από μία νοσταλγία και βέβαια μιλάν για την εποχή τους… και αναβιώσεις τέτοιες. Αυτό όμως που ήτανε το είδος που αφορούσε καταρχήν τις φυλακές, τους τεκέδες, πόρνες, τη φτωχολογιά, την ευκαιριακή εργατιά, όχι την εργατική τάξη… Μεσοπολεμικά που ας πούμε είναι το ρεμπέτικο και το ξεπετάει η δισκογραφία, το ΚΚΕ, το οποίο προσπαθούσε να ελέγχει την εργατική τάξη, είχε να οργανώσει όλες αυτές τις μάζες σε μια άλλη ιδεολογία. Καταλαβαίνετε τα τραγούδια αυτά ήταν απαράδεκτα. Της εργατιάς ποιάς; Της εργατιάς που ήταν στις παρυφές αυτού του κόσμου… Κυρίως αφαλοκόβεται το σμυρναίικο τραγούδι. Ο Μεταξάς έχει ως αποτέλεσμα ένα είδος κανταδοποίησης, περισσότερο της δυτικοποίησης ως προς τη μουσική. Ως προς τους στίχους βγήκαν όλοι έξω. Είναι μια μεγάλη τομή αυτή. Η αλλοίωση είχε αρχίσει από την ώρα που μπαίνουν στη δισκογραφία – το γεγονός ότι ένα παραδοσιακό είδος προφορικής παράδοσης χώνεται σε ένα δίσκο τριών λεπτών αρχίζει να επιφέρεται μια αλλοίωση σταδιακά ανιούσα. Ένας σταθμός είναι η μεταξική δικτατορία. Έστειλε χιλιάδες κόσμο στα ξερονήσια, στις φυλακές, στην… και με συνέπειες στο τραγούδι το ρεμπέτικο, το οποίο ήταν όμως εκείνη την εποχή καντάδες. Και του Τσιτσάνη αν δεις όλα τα τραγούδια είναι κανταδοειδή. Και ουσιαστικά ένα άλλο το οποίο πρέπει να προσεχθεί, γιατί σκοπίμως παρερμηνεύεται, είναι ότι τα τραγούδια που μιλάνε για το χασίς, τις ουσίες, που τα λένε χασικλίδικα, δεν είναι ανάγκη να έχουνε ρητή αναφορά στο χασίς, στους λουλάδες, στο καλάμι, στο μαρκούτσι, για να είναι χασικλίδικα. Χασικλίδικα είναι και πολλά τραγούδια που δεν αναφέρονται στο χασίς, αλλά βλέπεις ότι είναι τραγούδια φυγής. Κι ο Τσιτσάνης ήταν χασικλής, το χασίς αυτό που κάνει είναι να σε βοηθάει να αποδράσεις, να φύγεις από αυτήν την πραγματικότητα. Άρα πολλά τραγούδια αυτής της εποχής είναι άκρως χασικλίδικα κι ας μην αναφέρονται στο χασίς. Πριν το ́36 τραγούδι του Τούντα: «στην Ελλάδα δεν μπορώ μια γυναίκα για να βρω, εγώ θέλω πριγκηπέσα από το Μαρόκο μέσα» είναι δύο τετράστιχα τα χασικλίδικα. Τραγούδι το ίδιο δημοσιεύεται στο περιοδικό πριν τον Αύγουστο του ́34 που έγινε η δικτατορία Μεταξά, και το ίδιο τραγούδι στο ίδιο περιοδικό μετά τον Αύγουστο του ́34, (1937 ή 1938) και λείπουν οι στίχοι οι χασικλίδικοι. Η λογοκρισία του Μεταξά είναι ένας σταθμός. Η έναρξη της δισκογραφίας είναι ένας άλλος σταθμός, επειδή η προφορική δημιουργία περνάει στη δισκογραφία, αλλά λόγω αδρανείας υπάρχουν ακόμα στα πρώτα χρόνια (32, 33, 34, 35) τα χασικλίδικα του Μάρκου, του Μπάτη, είναι απόηχος της προ-δισκογραφικής περιόδου η οποία έχει τεράστιο ενδιαφέρον και δε μπορείς να βρεις εύκολα στοιχεία.Απόστολος Ζυμαρίτη (1885) ίδια ηλικία με το Μπάτη.
(τρεις σταθμοί: Λογοκρισία, έναρξη λογοκρισίας, εμφάνιση εντέχνων).Εμφάνιση των εντέχνων.Το τέλος (κατά τη γνώμη μου) του είδους του αυθεντικού (ρεμπέτικου) και η στροφή που κάνουν οι εταιρείες. Στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι, υπάρχουν πολλοί, λένε, υπερβολικά ίσως αλλά όχι χωρίς κάποια αλήθεια να λείπει από αυτό, ότι το έντεχνο λαϊκό τραγούδι είναι δουλειά του marketing των εταιρειών δίσκων. Δηλαδή, κάνει ο Χατζιδάκις κάτι τραγούδια τα πρώτα, τα οποία τα βγάζει η Lyra και γίνεται ντόρος, αρχίζει και πουλάει. Και ο Λαμπρόπουλος της Columbia, ο οποίος ήταν ομοφυλόφιλος, λέει του Θεοδωράκη ο οποίος ήταν στο Παρίσι και έγραφε συμφωνίες, «τι κάνεις ρε εκεί, έλα εδώ έχουμε δουλειά να κάνουμε, εδώ γίνεται χαμός με το Χατζιδάκι» και έτσι του στέλνει τον Επιτάφιο του Ρίτσου και το κάνει, πολύ ωραία βέβαια, αλλά είχε την ατυχία να το κάνει με τη Μούσχουρη και το Χατζιδάκι στο πιάνο, δηλαδή τόσο άσχετος ήταν με αυτό το είδος ο Θεοδωράκης. Ήταν ο θρήνος μιας κοπέλας προς τον αγαπημένο της. Το ακούει ο Λαμπρόπουλος και του λέει «έλα εδώ θα σου πω εγώ πώς θα γίνει», τον παίρνει ένα βράδυ και τον πάει στο Αιγάλεω που τραγούδαγε ο Μπιθικώτσης και του λέει «αυτός θα το τραγουδήσει». Ο Θεοδωράκης του λέει «εγώ δεν έχω ιδέα από αυτά, αυτά είναι ζεϊμπέκικα… δε ξέρω». Του απαντά ο Λαμπρόπουλος «θα σου δώσω το Χιώτη για αυτά». Και μάθαινε ο Χιώτης το Θεοδωράκη τι είναι το ζεϊμπέκικο. Και γίνεται το μπαμ αυτό γιατί η φωνή του Μπιθικώτση στον Επιτάφιο… Ο Μπιθικώτσης πραγματικά ακουγόταν σα μάνα. (Ο Ρίτσος εμπνέεται το ποίημα από τα γεγονότα του 1936 το Μάιο, πριν το Μεταξά, από μια απεργία, σκοτώθηκε κόσμος, και είναι μια φωτογραφία μια μάνα σκυμμένη πάνω από το νεκρό σώμα του γιού της) και κατ’ εντολή του Λαμπρόπουλου έγραψε τη μουσική ο Θεοδωράκης. Η συμπεριφορά της Columbia, που είχε τότε και το μοναδικό εργοστάσιο παραγωγής δίσκων, κατάργησε τους λαϊκούς που υπήρχαν τότε. Ακόμα και το Μάρκο Βαμβακάρη, ο Δήμος Μούτσης το αφηγείται, πήγαινε κάτι στιχάκια που έγραφε σε χαρτάκια και τα κοιτάζει ο υπεύθυνος και του λέει «τι είναι αυτά ρε Μάρκο; Πάρτα και φύγε» και του τα πετάει στο πάτωμα. Και ο Μάρκος έφυγε ταπεινωμένος, φτωχός. Μετά ήρθε η δεύτερη αναγέννηση του Μάρκου με τον Μπιθικώτση που τραγούδησε τα τραγούδια του. Πέθανε μετά τελείωσε η ιστορία. Οι δισκογραφικές βάζουν ένα τέλος. Τώρα είναι το έντεχνο λαϊκό τραγούδι. Λες και το λαϊκό τραγούδι ήταν άτεχνο… Υπάρχουν κάτι ψήγματα των παλαιών, αλλά αυτά είναι η σκόνη. Η ιστορία έχει τελειώσει. Στα ρεμπέτικα υπάρχουν όπως έλεγε ο Δαμιανάκος «οι σταθερές της παράδοσης» που είναι μες στο DNA του Έλληνα και ας του φορέσανε καπέλο το βαλς οι Βαυαροί με τον Όθωνα και τα Ωδεία και αυτός ο βίαιος εξευρωπαϊσμός που έγινε στον ελληνικό χώρο.Το ερώτημα είναι πώς από το δημοτικό τραγούδι περνάμε στο ληστρικό. Μοιράσανε τα οφίτσια οι Βαυαροί και οι εδώ των Βαυαρών (ό,τι γίνεται σήμερα δηλαδή, ίδια ιστορία), αφήνουν απ’ έξω τους αγωνιστές, τον Κολοκοτρώνη π.χ (τον καταδίκασαν σε θάνατο) και άλλους αγωνιστές πολλούς. Επειδή τα πρώτα σύνορα ήταν πολύ χαμηλά και άλλοι αγωνιστές από τα άλλα μέρη της Ελλάδας που δεν είχαν απελευθερωθεί ήρθαν και αυτοί στο ελεύθερο κομμάτι της Ελλάδας.
Και έτσι στο Ναύπλιο, στην Αθήνα κλπ έβλεπεςνα κυκλοφορούν επαίτες. Γίνανε ζητιάνοι γιατί δεν είχαν τίποτα. Ήταν οι αγωνιστές, οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Από το 1860 που αρχίζουν και αναπτύσσονται τα φιλανθρωπικά ιδρύματα (μεγάλοι ευεργέτες) ήτανε γιατί δε θέλαν η Ελλάδα να έχει κακή εικόνα προς τα έξω (όπως και τώρα) και έτσι άρχισε η ιστορία της φιλανθρωπίας στην Ελλάδα. Πχ Συγγρός, νοσοκομείο και φυλακή. Οι μη τακτοποιημένοι ένοπλοι πήγαν στα βουνά. Τους εξωθήσανε κατά κάποιο τρόπο και γίνανε ληστές. Το τραγούδι το δημοτικό μεταφερόμενο, όντας κληρονομιά και των ληστών (δηλαδή ήταν οι αγωνιστές) είναι μέσα στις αποσκευές τους. Αυτοί όμως οι περισσότεροι βρίσκονται συνέχεια στις φυλακές και πολλοί σκοτώνονται μέσα στην αθλιότητα. Άρα το τραγούδι προσαρμόζεται στη νέα συνθήκη. Και σιγά σιγά με δίστιχα μέσα στις φυλακές, στους τεκέδες μετά την εξάπλωση του χασίς (το 1880 ο Πειραιάς είναι γεμάτος τεκέδες). ΛΗΣΤΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ΦΥΛΑΚΕΣ, να η ρίζα να η μιλιά. Δεν είναι από το δημοτικό, αν και υπάρχει στίχος δημοτικός, όμως δημιουργείται από την ώρα που περιθωριοποιείται και αστικοποιείται ο κόσμος. Βρίσκονται στις φυλακές και είναι και κάθε καρυδιάς καρύδι. Εκεί υπάρχουν και φονιάδες και παιδεραστές κλπ. Πορεία: Θα έφτανε στο Μεταξά, στους έντεχνους λαϊκούς που ήταν και η χαριστική βολή, σ’ αυτό που λέμε λαϊκό από το λαό. Ας πούμε ο Παπαϊωάννου ήταν μέσα από το λαό, κι αυτός και ο Μάρκος, ο Δελιάς, ήταν αγαπητικοί στα Βούρλα. Ακόμη και τώρα είναι μέσα στην ψυχή μας, άσχετα αν σπουδάσαμε έξω ή πήγαμε στα ωδεία, είναι μέσα μας. Μετά τον πόλεμο, πχ στη Χούντα, γίνεται ένας μεγάλος εκχυδαϊσμός του λαϊκού και από τότε αρχίζει… Έχει σαν όραμα την κυρίαρχη τάξη. Θα ήθελε να ανήκει εκεί, όπως φαίνεται σε πολλά τραγούδια. Στη χούντα το λαϊκό γίνεται καθεστωτικό, αν και οι συνταγματάρχες είχαν το τσάμικο. Και αρχίζεις να βλέπεις ότι στα μπουζουξίδικα πήγαιναν Παπαδόπουλος και γενικώς εξουσία, μετά πήγαινε η μεταπολίτευση του εθνάρχη και μετά το ΠΑΣΟΚ. Εκεί που πετούσε λουλούδια η Δέσποινα Παπαδοπούλου, από το ίδιο τραπέζι πέταγε ο αδερφός του εθνάρχη και την παρέα του κι από το ίδιο αργότερα ο Κουλούρης. Είναι μερικά μαγαζιά της εξουσίας. Στην χούντα γινότανε… Εμείς πηγαίναμε στον Τσιτσάνη τότε και με τον Παπαϊωάννου, μέσα στη Χούντα δεν έλεγε τα παλιά του. Αμέσως όταν γίνανε τα μπουζουξίδικα οι πελάτες ήταν μαυραγορίτες. ΟΑντρέας χόρευε ζεϊμπέκικο ακόμη κι όταν η ορχήστρα έπαιζε χασάπικο και έγινε ο χορός της Ελλάδας. Πήγαιναν λεφτάδες, όχι αριστοκράτες, κυρίως λαχαναγορίτες ή κάποιος που είχε πάρει τα μεροκάματα της εβδομάδας. Φαινόμενο μεγάλων κυριών. Ο δήμος Κερατσινίου έκανε αγώνες τραγουδιού με τίτλο τα Σακελλάρια. Πριν γίνει φίρμα ήταν συμπαθέστατο κορίτσι, αλλά της λένε ότι είναι μεγάλη κυρία. Ο Χατζιδάκις έφερε το Μάρκο και την Μπέλλου και είπε με ωραίο τρόπο ό,τι είπε και απενοχοποίησε τα ρεμπέτικα στη συνείδηση του ελληνικού λαού. Μόλις κατάλαβε όταν ξεκίνησε η ρεμπετολογία τα έφτυσε. Ήταν η πρώτη αντίδραση για τη χούντα, με το που ήρθε η μεταπολίτευση φτιάχτηκαν οι κομπανίες. Ξέσπασε με τρόπο γελοίο και απαράδεκτο. Άρχισαν να γίνονται εκπομπές και συνεντεύξεις με τους επιζώντες (Μπαγιαντέρας, Κηρομύτης, Γενίτσαρης, Ρόζα κλπ). Ακόμα και τη λογοκρισία (υπήρχε ακόμη) και δεν ήταν εύκολο να… ο Χατζηδουλής έκανε βιογραφίες. Ξεκίνησε με Παπαϊωάννου και κατέληξε με Θεοδωράκη. Κι εμείς κάναμε ένα κέντρο έρευνας. Κάναμε για τη μετανάστευση και ένα κεφάλαιο την πτώχευση της Ελλάδας… αφήσαμε την Αμερική και φεύγουν 500 χιλιάδες.Εδώ θέλει διερεύνηση. Ίσως τα πρώτα ρεμπέτικα (στη δισκογραφία) γράφτηκαν στην Αμερική. Περιοδικό… Καφενεία στο Σικάγο ήταν τεκέδες. Πηγαίνανε οι πρώτοι μετανάστες, άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Και τους έλληνες δεν τους θεωρούσαν λευκούς. Και ήταν και η κκκ. Ο Τάσος… ιστορικός, έγραφε το 1900 ότι εκείνη την εποχή η Ελλάδα είχε 12900 ληστές. Απ’ αυτούς πολλοί διευκολύνθηκαν να πάνε στην Αμερική. Αυτός ήταν ο δίαυλος να πάει το ρεμπέτικο στην Αμερική. Πειραιάς. Στη Χούντα ο Σκυλίτσης (δήμαρχος) έλαβε το στίγμα της κακογουστιάς. Όπως γίνεται με όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα. Ο Μουσολίνι ήταν πιο μοντέρνος, κίνημα φουτουριστών ήταν άνθρωποι του Μουσολίνι, ο Χίτλερ ήταν του αρχαιοελληνικού. Προσπάθησε ο Σκυλίτσης να αναζητήσει μια ταυτότητα για τον Πειραιά. Περιθώριο – σκυλάδικο. Παλιό φαινόμενο. Πολυτελείας που πήγαινε η πλουτοκρατία της εποχής. Σημίτης είχε πάρει λεφτά για τα κασιτεράδικα του Πειραιάς, από τις γραμμές του τρένου προς το λιμάνι (Αλιπέδου από κάτω όπως πάμε για λιμάνι). Είχαν κριθεί παραδοσιακά και είχε πάρει επιδότηση για την ενίσχυσή τους και τα έδωσε στο Γιαννόπουλο για το πολιτιστικό κέντρο. Στην όλη εξέλιξη που πήρε το πράγμα, στο στυλ? του Παπαδόπουλου ο οποίος ξεκίνησε με ρεμπέτικα και λαϊκά και μετά έκανε αφιερώματα σε άλλους. Κυρίως είχε λαϊκά, συνεργαζόταν με τον Πάνο Σαββόπουλο, τα τραπέζια στη σειρά, ορχήστρα και σταρλετίτσες. Εκεί βλέπεις την πλήρη καταστροφή κάθε αυθεντικότητας σε σχέση με το ρεμπέτικο. Είναι σκέτη διασκέδαση. Κατάντησε μικροαστικό είδος. Το οριστικό τέλος το έδωσαν οι έντεχνοι με τις εταιρείες. Έργο του Λαμπρόπουλου.Στην Αμερική πήγε πολύς κόσμος σε σχέση με τον εδώ πληθυσμό και οι ληστές, μέσα απ’ αυτό το κανάλι… ψάχνουμε να βρούμε στοιχεία για καφενεία για ύποπτα κλπ πώς γραφόντουσαν. Τα τραγούδια του λαού μας… ο λαός που τραγούδαγε τα ελαφρά δεν ήταν λαός; Το μισό μου σόι ήταν μικρασιάτες, ακουγόντουσαν τα σμυρναίικα. Τα τραγούδια της εργατιάς (Τσιτσάνης, σφυρίζει η φάμπρικα κλπ γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά) τα τραγούδια που λένε απ’ έξω. Τα άλλα, μην απελπίζεσαι, συνδέονται με τον εμφύλιο, οι μάνες αναστενάζανε κλπ. Και του Καζαντζίδη τα πρώτα τραγούδια. Το σφυρίζει η φάμπρικα δεν το τραγούδαγε κανείς, αλλά έγινε τίτλος βιβλίου που χρηματοδότησε η ΓΣΕΕ. Η διάκριση που έκαναν στα λαϊκά τραγούδια. Μπάτης: Χασικλής από την πρώτη δισκογραφική περίοδο, τα τραγούδια του για φυλακές, τσιγγάνες, λέει για το θερμαστή (επάγγελμα βαρύ του λιμανιού) κάργα ρασκέτα ωχ και λοστό, το Μπέι να περάσω… μα η φωτιά είναι φωτιά μα η φωτιά είναι λαύρα κλπ. Με δυο τρία λόγια έχει μπει μέσα στο πετσί της πραγματικής εργατιάς. Η αλήθεια του ρεμπέτικου είναι το τραγούδι του Μπάτη.Ορισμένοι έχουμε καταλήξει σε συμπεράσματα και η ιστορία της μεταπολίτευσης… μυθολογία για τους ειδικούς. Κανείς δεν ήταν ειδικός, ειδικοί υποτίθεται είναι οι πανεπιστημιακοί, αλλά ούτε αυτοί αφού κι ο Δαμιανάκος έκανε λάθη. Άρχισαν να βγαίνουν επανεκδόσεις. Μια σειρά ρεμπέτικη ιστορία. Και ήταν ο Μπαγιαντέρας, ο Κηρομύτης, ο Τσιτσάνης, η Γεωργακοπούλου σε μια αίθουσα και μίλησε κάποιος της εταιρείας και εμφανίστηκε και ένας της ΕΡΤ με την… και του κάνει ερωτήσεις του Μπαγιαντέρα και της λέει ότι άρχισε με χασικλίδικα για να τα κατακρίνει. Κάνανε κωλοτούμπες τον καιρό της χούντας. Και πολλές τραγουδίστριες ήταν καταγραμμένες ως πόρνες. Χατζιδάκις: Μάρκος Μπέλου στη διάλεξή του. Τους έστησε στη σκηνή. Η πρώτη από τη μόδα των περιβόητων συναυλιών. Τους είχε πει όταν σας χειροκροτάει ο κόσμος θα κάνετε… και έπαιζε ο Μάρκος και κουνούσε το κεφάλι του. Ξεφτίλα με ευθύνη των εντέχνων. Αυτό το περί ελληνικότητας είναι αμφιλεγόμενο, αλλά υπαρκτό. Κατά κάποιον τρόπο φράξανε το δρόμο προς την ευρωπαϊκή μουσική την κλασική τη λεγόμενη, βέβαια οι μαθητές των ωδείων δε χαμπαριάζουν απ’ αυτά. Το τρίτο πρόγραμμα παίζει μόνο στην Αττική. Όταν βγαίνουν και λένε ότι ο Μάρκος είναι ο Μπαχ της Ελλάδας είναι μια ανίερη σύγκριση όχι γιατί δεν είναι μεγάλος κάποιος απ’ αυτούς. Το ένα είναι χθόνιο και το άλλο είναι ουράνιο. Δύο διαφορετικά πράγματα. Αυτοί είναι οι κατεξοχήν λαϊκιστές. Θεοδωράκης: Ο Τσιτσάνης είναι ο δάσκαλός μου. Μπήλιω Τσουκαλά έκανε αφιέρωμα στο Ζαμπέτα. Τον παρουσίασε ως τον Μότσαρτ της Ελλάδας. Η δημόσια τηλεόραση έχει ως αποστολή να διαπαιδαγωγήσει τον κόσμο κατά τ’ άλλα. Βαγόνια στα χασικλίδικα. Πήγαινε και τους καθάριζε η αστυνομία. Γιοβάν Τσαούς σ’ ένα βαγόνι κάθομαι. Βάρναλης στους ζωνταντούς ανθρώπους έχει περιγραφή ενός χασικλή σε βαγόνι. Σε σπηλιές, βαγόνια. Πολλούς απ’ αυτούς τους έτρωγε η αστυνομία (αυτοί που πέφτουνε από τον τέταρτο πχ όροφο τον έχουν φάει ήδη). Εκεί πέθαιναν, κρύο, πείνα, καταφύγιο των ανθρώπων του δρόμου.Ιστορία της πορνείας, τα συστατικά στοιχεία, πώς το διακανονιστικό σύστημα… Θέσπιζε κανόνες μεταξύ οίκων ανοχής, γυναικών, αστυνομίας, ιατρικής εξέτασης κλπ. με την κατάργησή του συνετέλεσε (από τα τέλη του 19ου αιώνα) στην εμπορευματοποίηση και επαγγελματοποίηση του επαγγέλματος, περιήλθε στα χέρια των μαστροπών και στα συνδικάτα του εγκλήματος, έφυγε το κράτος από μέσα. Οι πόρνες στις πρώτες κοινωνίες δεν είχε άλλο να κάνει, μπορούσε όμως αν τα κατάφερνε να φύγει. Μετά το διακανονιστικό σύστημα και τους οίκους ανοχής, σκέψου τα Βούρλα που τιμωρούσαν τις πόρνες… έχασαν τη στέγη τους. Τις γριές τις πετάγαν έξω και έμεναν στο δρόμο. Όταν ένας νοικοκύρης ριχνόταν στη δούλα του, αυτή αντιστεκόταν την κατέδιδε στην αστυνομία. Η αστυνομία την πήγαινε στα Βούρλα. Κάποια πόρνη που ανήκε σε οίκο ανοχής αλλά είχε παραβεί κάποια διάταξη του οίκου, τη στέλνανε τιμωρία στα Βούρλα (ένα μήνα, έξι μήνες, ισόβια). (Δηλαδή: Τα πορνεία στα Βούρλα ήταν κρατικά και ελεγχόμενα, εκεί ήταν τόπος τιμωρίας για πουτάνες ή για δούλες που δεν κάθονταν στους αφέντες τους, υπήρχαν κανόνες –διακανονιστικό σύστημα- που όταν καταργήθηκαν, άρχισαν να ελέγχονται από κακοποιούς μαστροπούς. Γίνανε σπίτια, μάλλον έτσι φτιάχτηκε η Τρούμπα, και οι γριές έμειναν στο δρόμο. Αυτά θέλουν εξέταση μέσα από τα άρθρα που σου έστειλα. Τα Βούρλα έκλεισαν το 41-42 και έγιναν φυλακές).(Βιβλίο, μπουρδέλο Αθηνάς, περιγραφή Λαπαθιώτη τεκές στην Πειραϊκή).41-42 έκλεισαν τα Βούρλα από γερμανοϊταλούς και τα κάνανε φυλακές. (Απόδραση των…) Πριν τον πόλεμο υπήρχαν και τα Βούρλα και οίκοι ανοχής μέσα στην πόλη.Κυρίως Δραπετσώνα. Κι ο Μάρκος κι ο Χατζηχρήστος, Γιοβάν Τσαούς, Δεληάς, αγαπητικοί στα Βούρλα. Πλατεία Καραϊσκάκη αριστερά η ευρωπαϊκή και δεξιά οι παράγκες. Καφενεδάκι του Μπάτη. Γενίτσαρης. Οι ιστορικές φωτογραφίες από κει. Απέναντι ήταν η αγορά και το ψαράδικο του Μάθεση. Ο Γενίτσαρης είχε περιγράψει… μαγαζιά στη Δραπετσώνα και Καραϊσκάκη. Το καφενεδάκι του Μπάτη ήταν τεκές, το είχε χωρίσει στα δύο επειδή έκανε ντου η αστυνομία. Είχε ένα χώρισμα και μία τρύπα, από πίσω ήταν ο λουλάς και από την τρύπα έβγαινε το μαρκούτσι και πήγαιναν οι ενδιαφερόμενοι και τραβούσαν. Ο Μπάτης ρούφαγε και έμεινε με τον καπνό στο στόμα όταν μπήκε ο μπάτσος. Έβγαζε τον καπνό τελετουργικά και ρυθμικά, δήλωσε φακίρης.Βιομηχανική περιοχή πάνω από την ακτή Κονδύλη (γραμμές) ήταν οι λαμαρίνες που ήταν στέκι των …?Παραπάνω ήταν οι τσιγγάνες με τις οποίες τραβιόταν ο Μπάτης, κι αυτές πόρνες. Καμίνια …? τεκέδες (του Σταύρακα;) Στη Δραπετσώνα υπάρχει… για τα Βούρλα έγραφε η Λιλίκα Νάκου ως δημοσιογράφος… (δεν υπάρχουν φωτογραφίες από τα Βούρλα από μέσα. Μόνο μία με μια φιγούρα γυναίκας που ίσως είναι φωτομοντάζ. Μόνο μία που είναι στην αυλή δύο γυναίκες) πήγαινε κι ο Καββαδίας. Πολλές ιστορίες που έχει σοτ πούσι του της είχε πει μια πόρνη που υπάρχει σε σκίτσο και λεγόταν η Αναστασία η κουτσή. Της λέγανε ιστορίες ναυτικοί και αυτή τις έλεγε στον Καββαδία.

7 «Μου αρέσει»

'Εμαθα αρκετά τραγούδια, επειδή κάποιος είχα γράψει τις εκπομπές του και οι κασέτες έφταναν στα χέρια μας. Πολύ σοβαρή η προσφορά του. Καλό ταξίδι…

5 «Μου αρέσει»

Χορταστική συνέντευξη-σεντόνι στην ΑΥΓΗ (17/11/2002)



Δεν θα ξεχαστείς ποτέ Σπύρο!

1 «Μου αρέσει»

Πολύ ενδιαφέρουσα, πράγματι, η συνέντευξη. Θα κρατήσω μία συγκεκριμένη φράση του Παπαϊωάννου που «αλίευσα».

Είναι στους παλαιότερους ανάμεσά μας γνωστή η θέση που είχα παλαιότερα υποστηρίξει, σε δημοσιεύσεις σχετικές με την έρευνα του ρεμπέτικου και τις σχετικές ορολογίες, ότι (σε αντίθεση με τον Πετρόπουλο) πρέπει να διαφοροποιούμε μεταξύ («πειραιώτικου») Ρεμπέτικου και Σμυρναίικου ως επί μέρους κατηγοριών του μουσικού είδους Αστικό Λαϊκό Τραγούδι. Δεν ήξερα, το έμαθα σήμερα, ότι δεν ήμουν μόνος με αυτή την άποψη. Η φράση:

Ξέρετε, περισσότερο μ’ ενδιέφερε η ανίχνευση του κόσμου εκείνου που κάποτε είχε το σμυρναίικο ή το ρεμπέτικο για τραγούδι του.

1 «Μου αρέσει»

Ο Πάνος Σαββόπουλος ξεκίνησε να “ανεβάζει” κάποιες από τις ιστορικές εκπομπές του Σπύρου Παπαϊωάννου:

4 «Μου αρέσει»