Να ξέρατε Σουηδικά (να γελάσετε)

Οι “Γεια μας” ειναι ενα Σουηδικό σχήμα που παιζουν Ελληνικά Λαϊκά και βρίσκονται ηδη στη Σκόπελο για το Φεστιβάλ.
μια εφημερίδα τους παρουσιάζει με τίτλο.
<<Οι “Γεια μας,” ειναι ενα γκρούπ απο το Ερεμπρού, που παίζει Ρεμπέτικα.
Ενα είδος που κάποιος μπορει να περιγράψει σαν μουσική που παίζεται στα σταυροδρόμια, κατι μεταξύ Φλαμένγκο και Μπλούζ . >>

ακριβώς έτσι.!
δηλαδη καμιά σχέση

να θυμίσω οτι ο Bengt Olov Johansson ξεκίνησε με 8χορδο, λόγο Θεοδωράκη, αλλα βρήκε τελικά τον σωστό "δρόμο "( σε 6χορδο φυσικά).

Ό,τι του δόξει του καθενός…

Κατά τα άλλα, εδώ και χρόνια έχουμε μάθει για διάφορα ξένα ρεμπέτικα συγκροτήματα. Ολλανδία, Βόρεια Ευρώπη, νομίζω και Ισπανία, Τουρκία βέβαια, ο γνωστός Ιάπωνας κ.ά. Κάποια περιλαμβάνουν και Έλληνες στα μέλη τους, άλλα όχι.

Έχω λοιπόν μεγάλη απορία πώς προσλαμβάνει αυτή τη μουσική κάποιος που δε μιλάει τη γλώσσα μας. Όσο και να σου αρέσει η μουσική του ρεμπέτικου, ο στίχος είναι κεντρικό στοιχείο, δεν είναι απλό στόλισμα της μουσικής. Και μπορεί βέβαια να υπάρχουν σε διάφορες χώρες άνθρωποι που μαθαίνουν ελληνικά, αλλά η βιωματική λαϊκή γλώσσα του ρεμπέτικου απευθύνεται κυρίως σε φυσικούς ομιλητές.

2 «Μου αρέσει»

Η Γκαήλ Χόλστ στο Δρόμο για το ρεμπέτικο είχε γράψει ότι τα πρώτα της ακούσματα της θύμησαν λίγο το μπλουζ, φλαμένκο κλπ. Νομίζω για το μέσο ξένο ακροατή αυτή είναι η πρώτη αντίδραση.

1 «Μου αρέσει»

Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε ανθρώπους που από χρόνια έχουν ξεπεράσει την αρχική πρόσληψη και τις πρώτες αντιδράσεις.

Πρίν ακόμα βρεθώ στην Ύδρα το 2004 για την τρίτη «μάζωξη» φίλων του ρεμπέτικου που οργάνωνε (και οργανώνει ακόμα…) ο Ed Emery, το είχε φέρει η τύχη να γνωρίσω αλλοδαπούς (στην πλειοψηφία τους Ευρωπαίους) που όχι μόνο τους άρεσε να ακούν ρεμπέτικο, αλλά έπαιζαν και τραγουδούσαν και οι ίδιοι. Οι επανειλημμένες, για σειρά ετών, εμπειρίες μου από την Ύδρα, μου έδωσαν την ευκαιρία να γνωρίσω πάρα πολλούς ακόμα ξένους / -ες που παίζουν / τραγουδούν ρεμπέτικο. Πολλοί απ’ αυτούς δεν καταλαβαίνουν καθόλου Ελληνικά, άλλοι καταλαβαίνουν αρκετά και κάποιοι, λίγοι φυσικά, μιλάν πολύ καλά. Βέβαια πάντα ενδιαφερόμουν και ρώταγα, πώς γνώρισαν το ρεμπέτικο, πώς έμαθαν να το παίζουν και πώς έφτασαν να φτιάξουν και «σχήματα». Μετά από δεκαετίες, πλέον, νομίζω ότι σήμερα μπορώ να συνοψίσω και συγκεράσω τις απαντήσεις που πήρα. Η συντριπτική πλειοψηφία των ξένων αυτών ενδιαφέρθηκε για το ρεμπέτικο ψάχνοντας μίαν εναλλακτική πρόταση για μουσική, που θα φεύγει μακριά από το λεγόμενο mainstream music που κατακλύζει, τις τελευταίες δεκαετίες, ολόκληρη την Ευρώπη (φαντάζομαι και την Αμερική, αλλά δεν έχω από εκεί εμπειρίες) μουσική που όλοι τους «καταγγέλλουν» ως επιφανειακή προσέγγιση χωρίς κανένα ειδικό ενδιαφέρον. Ναι, στην αρχή, όλοι ακούν με ενδιαφέρον τα ρεμπέτικα εντοπίζοντας σ’ αυτά κάποια στοιχεία από εκείνα που τους έμαθαν να τα προσδιορίζουν ως «εξωτικά». Σύντομα όμως, αρχίζουν να διαβάζουν στίχους τραγουδιών και εντυπωσιάζονται πάρα πολύ και απρόσμενα από την πλήρη αντίθεση του περιεχομένου τους προς εκείνο που αυτοί ξέρουν ως «λαϊκή μουσική», δηλαδή τις ωραία ζωγραφισμένες λαϊκές εικόνες με ωραία τραγουδάκια, ωραία στιχάκια και ωραία πηδηματάκια των κοριτσιών που τα χορεύουν. Όποιος διαβάσει τη μετάφραση των στίχων του (τυχαία μου ήρθε, εκατοντάδες όμοιες περιπτώσεις υπάρχουν) «Μπρός στο ρημαγμένο σπίτι», το πρώτο που ρωτάει είναι: - Μα πώς, με τέτοιο στίχο, ο άλλος θα γράψει μουσική για ένα τραγούδι που θα παιχτεί στην ταβέρνα και κάποιος θαμώνας θα σηκωθεί να χορέψει, γλεντώντας κατά την άποψή του; Συνειδητοποιούν λοιπόν ότι δεν είναι μόνο η μουσική «εξωτική», το όλο στήσιμο μουσικής, λόγου και χορού είναι κάτι που ξεφεύγει πλήρως από αυτό που έχουν μάθει να βλέπουν ως «μουσική για βραδυνή διασκέδαση». Και βεβαίως, αυτό τους ιντριγκάρει ακόμα περισσότερο και πλέον, εκτός από τα «εξωτικά» στοιχεία αρχίζουν να ενδιαφέρονται και για κοινωνικές κλπ. κλπ. προεκτάσεις.

Για να ξανάρθουμε όμως στους «ψαγμένους» όπως το παράδειγμα του #1, αυτοί έχουν από καιρό ξεφύγει από την εξωτική προσέγγιση, τις κοινωνικές προεκτάσεις τις έχουν ψάξει αρκετά και δεν τους απασχολεί η διαφοροποίηση που σωστά επισημαίνεις, Περικλή, μεταξύ κοινής νεοελληνικής και ρεμπέτικης αργκό. Ξέρουν καλά τη διαφορά, αλλά η επαφή τους με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα είναι τόσο συχνή που δεν τους δημιουργείται πρόβλημα. Έχω φίλο Σουηδό, υψηλόβαθμο στέλεχος του σουηδικού δικαστικού σώματος και έμπειρο ακορντεονίστα του ρεμπέτικου, που ξέροντας λίγα μόνο ελληνικά μπορεί να καταλάβει ωραιότατα τη διαφορά μεταξύ «στέκομαι να τους δώ» και «στέκομαι να τους μπανίσω» ή ότι το ρήμα «σακουλεύομαι» δεν έχει καμμία σχέση με σάκο ή σακούλα.

3 «Μου αρέσει»

Να σας πω την εμπειρία μου κυρίως απο εδώ στην Ισπανία αν και δεν νομίζω οτι διαφέρουν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ξεχωρίζω 2 κατηγορίες μη ελληνων μουσικών (ερασιτεχνών και επαγγελματιων) που ασχολούνται με το ρεμπέτικο.

Η πρώτη κατηγορία είναι αυτοί που ηρθαν σε επαφή με κάποιον ελληνα (ταξίδι, ερασμους, σχέση κτλ) που τους μύησε στο ρεπερτόριο. Αυτοί κατα κανόνα μαθαίνουν και τη γλώσσα σε κάποια φάση και έχω ακόμα και γνωστούς οι οποίοι αφου έμαθαν καλά τα Ελληνικά πήγαν για σπουδές στο ΤΕΙ στην Αρτα για να εμβαθύνουν στην λαϊκή και παραδοσιακή μουσική.

Το δεύτερη κατηγορία είναι και η μεγαλύτερη σε πλήθος, είναι οι σπουδαστές ανατολίτικης, τροπικής μουσικής (οθωμανικής ή αραβικής), κυρίως παίζουν Ούτι ή Σάζι (baglama saz) αλλά έχω δει και παίκτες συχνά Λύρας (klasik kemenche), Yali Tanbur και βιολιού (keman) φυσικά.

Αυτοί συχνότερα είναι επαγγελματιες μουσικοί ή μουσικολόγοι (καθηγητές). Ακολουθώντας την ίδια την πορεία της μουσικής κάποια στιγμή φτάνουν στο ελληνικό ρεπερτόριο το οποίο περιλαμβάνει και το ρεμπέτικο.

Έχοντας συνηθίσει να μελετούν μια μουσική όπου δεν καταλαβαινουν το στίχο (ούτε τουρκικά ούτε αραβικά μιλάνε συνήθως) δεν τους κάνει καμία διαφορά να μελετάνε τα ελληνικά τραγούδια. Τα πρώιμα ρεμπέτικα σε σμυρναίικο ύφος μάλιστα τους φαίνονται και αρκετά οικεία. Τα μουσικά εργαστήρια όπως ο Λαβύρινθος έχουν συμβάλει πολύ σε αυτό.

1 «Μου αρέσει»

Προσωπικά, κύριε Σπύρο, θα το μετέφραζα ως “ένα ελληνικό υβρίδιο μεταξύ κλπ κλπ”

2 «Μου αρέσει»

ναι έχεις δίκαιο Άνθιμε, ετσι πρέπει να μεταφραστεί.
οχι κυριολεκτικά.
σωστη και δεκτή η παρατήρηση σου. :+1:

1 «Μου αρέσει»

οτι κανουμε εμεις με τους αγγλους και αλλους λαους, κανουν και οι αλλοι με μας… απλα. η μουσικη τελικα ειναι παγκοσμια γλωσσα. και καποια αλλη που δεν κανει να πω… :wink:

1 «Μου αρέσει»

Το άλλο σχετικό που παίζει ίσως περισσότερο στην Ευρώπη είναι ότι ο κόσμος είναι αποξενωμένος από την ντόπια παράδοση. Π.χ. στην Αγγλία η βιομηχανική επανάσταση έγινε πολύ νωρίς οπότε ο μέσος άγγλος του 20ου-21ου αιώνα δεν έχει ακούσει τα τραγούδια στο οικογενειακό-γειτονικό του περιβάλλον, μόνο από το σχολείο ή από ερευνητές/επαγγελματίες σε συναυλίες και ηχογραφήσεις. Πιο γνωστές είναι οι αμερικάνικες παραδόσεις παρά οι ντόπιες. Στη Γερμανία νομίζω ότι η παράδοση συνδέθηκε καλώς ή κακώς με την ιστορία της χώρας οπότε οι μεταπολεμικές γενιές το γύρισαν σε ξένες μουσικές, π.χ. ο Χάρης Κατσιμίχας στη Γερμανία γνώρισε την ιρλανδική μουσική τη δεκαετία του 70. Και αυτοί που θα ασχοληθούν με μια από τις παραδοσιακές μουσικές θα ασχοληθούν και με άλλες, σαν Ρος Ντέιλυ σε μικρογραφία :slight_smile:

3 «Μου αρέσει»