Η πιο χαρακτηριστική, νομίζω, παρόμοια πανελλήνια περίπτωση με το «νώμος» είναι το «νοικοκύρης». Εδώ είναι η περιγραφή του γραμματικού φαινομένου για το νοικοκύρης.
Εκείνο που δεν μπορεί να αποδώσει η γραπτή καταγραφή είναι η εκφορά των λέξεων στα τοπικά ιδιώματα. Αυτό είναι Πανελλήνιο βέβαια. Τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου δεν επαρκούν για να αποδώσουν όλους τους ήχους.
-
Έχουμε και μεις στη Σίφνο το «νώμος». Αλλά το προφέρουμε έτσι ώστε το αρχικό «ν» να τονίζεται ιδιαίτερα, σαν να είναι διπλό. Εάν δεν το κάνουμε αυτό θα εννοούμε «νόμος». Στο «Νηγιάς», πάλι, («Αη Νηγιά που δέχεσαι βροχάς και τρικυμίας κλπ» και στο νήγιος (από το «ήλιος»: Παναγιά του Νήγιου) το «ν» προφέρεται απλό.
-
Αν είναι Καλυμνιακές οι καταγραφές της Ταρσούλη, το «συχάζουν» και το «βάζουν» είναι πιθανόν να εκφέρονται «συχά(ν)τζουν» και «βά(ν)τζουν». Μπορεί να διαβάζω στο γραπτό κείμενο «συχάζουν» αλλά στο μυαλό μου καταγράφω «συχά(ν)τζουν». Και το ανάποδο. Αυθόρμητα μου έρχεται στο μυαλό να πω «συχά(ν)τζουν» αλλά θα γράψω «συχάζουν» όπως μου το μάθανε στο σχολείο.
Μερικά ακόμα σκόρπια
- «θ’ απομείνω». Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτός είναι ο καταλληλότερος τρόπος μεταφοράς στον γραπτό λόγο. Μια εναλλακτική γραφή είναι «θα ’πομείνω». Υπάρχει ρήμα «πομένω», που προέρχεται βέβαια από το απομένω στο οποίο «σιγάται το αρχικό άτονο α-». Για αυτό αρκετοί το γράφουν «’πομένω». «Αγάντα τρεχαντήρα μου και μην ’πομένεις πίσω κλπ»
- «μα δεν εξέρει τι τραβά». Αυτό το αρχικό «ε», στο εξέρει, δεν είναι απλώς προσθήκη για να ταιριάσει με το μέτρο. Σε ορισμένα ιδιώματα, και στον κανονικό λόγο μπαίνει μια τέτοια προσθήκη. Αλλά είναι αύξηση ώστε να γραφτεί «εξέρει» ή είναι η παρεμβολή ενός φωνήεντος για χάρη ευφωνίας; Οπότε καταλληλότερο θα ήταν η καταγραφή «δεν-ε-ξέρει». Εμείς θα λέγαμε «δεν-η-ξέρει» (καλά. Πιο extreme θα ήταν «εν-η-ξέρει»).
Τέλος
«με καρχαρίες του γιαλού». Άλλη μια περίπτωση όπου «γιαλός» είναι η θάλασσα γενικώς και όχι η πλαζ.