Νέο λήμμα: σουφραζέτα

σουφραζέτα: η γυναίκα που διεκδικούσε (τέλη 19ου αιώνα-αρχές 20ού) δικαίωμα ψήφου –και κατ’ επέκταση η φεμινίστρια

ΕΤΥΜ.: γαλλ. suffragette «γυναίκα που διεκδικεί να ψηφίζει»< suffrage «ψήφος»< λατ. suffragium «όστρακο/πήλινο θραύσμα που χρησίμευε ως ψήφος»

Ακούγεται στο τραγούδι του Ν. Ρουμπάνη «Σωφραζέττα» (1925) με την Παπαγκίκα:

Είναι η σωφραζέττα η τρομερά

γι’ άντρα δεν δίνει, λέγει, έναν παρά

μα όταν πάει σ’ έναν χορό

φιλάκια δίνει, η σωφραζέττα, με το σωρό

1 «Μου αρέσει»

Σωφραζέτ(τ)α =“σουφραζέτα”, που είναι μάλλον κοινή λ.

1 «Μου αρέσει»

Ναι, και στον Τύπο της εποχής βλέπεις συχνά “σωφραζέττα”

1 «Μου αρέσει»