Νέο λήμμα "Ντουντού"

ντουντού (η)

λέξη που συναντάμε σε αρκετά τραγούδια (πολίτικα, σμυρνέικα, ρεμπέτικα) με πολλές σημασίες, όπως: κυρία, δεσποινίς, αγαπημένη, αγαπητικιά, μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα, «καλή μου», ως προσφώνηση κ.λπ.

Ακούγεται π.χ. στο παραδοσιακό: “Αχ Μανιώ μου”:

“…Αχ Μανιώ μου και Ντουντού μου και χρυσό μου όνομα / ήθελα να σ’ ιστορίσω στον οντά μου κόνισμα …”

ή στο τραγούδι «Ντουντού» του Νταλγκά:

…Μωρή ντουντού μωρή ντουντού βρε
εσύ μου σήκωσες το νου
Μωρή ντουντού κάτσε καλά
να μη μας βάλεις σε μπελά…”

[ΕΤΥΜ.: < τουρκ. «dudu» = γυναίκα]