κοκόνα: προσφώνηση/χαρακτηρισμός για κυρία αρχοντικής καταγωγής αλλά και χαϊδευτικά για σύζυγο/σύντροφο/κόρη. Λέγεται και ειρωνικά για γυναίκα μαθημένη στην πολυτέλεια.
ΕΤΥΜ.: <ρουμαν. cucoană
Ακούγεται στο τραγούδι του Γιοβάν Τσαούς «Βλάμισσα» (1936)
Μέρες καί νύχτες περπατώ αμάν αμάν
μέσα στήν Δραπετσώνα
γιά μιά σουλτάνα βλάμισσα αμάν αμάν
πεντάμορφη κοκόνα