Νέο λήμμα "Γκιουζελ"

Καλησπέρα σε όλους, τι σημαίνει γκιουζελ? Το έχω ακούσει στο οργανικό του Περιστέρη όπως και σε μανέδες όπως γκιουζελ μανες η γκιουζελ Ταξίμ, τι σημαίνει όμως αυτή η λέξη? Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι προέρχεται από τουρκική λέξη.

Όμορφος - /η, - /o στα Τουρκικά. (güzel)

2 «Μου αρέσει»

γκιουζέλ (επίθ.) γκιουζέλ [ɟuˈzel] Αξ., Μισθ., Τροχ. γκιοζέλ [ɟoˈzel] Ουλαγ. γκιουζάλ [ɟuˈzal] Μισθ. κοτζέλ [koˈdzel] Ανακ. κουζέλι [kuˈzeli] Τσουχούρ., Φάρασ. κουζα̈́λι [kuˈzæli] Αφσάρ. γκιουζελίμ [ɟuzeˈlim] Μισθ. γκϋζελί [ɟyzeˈli] Αξ. Γεν. γκϋζελιδιού [ɟyzeliˈðʝu] Τελμ. Θηλ. κουζέλ’σσα [kuˈzelsa] Φάρασ. γκουζέλτσα [guˈzeltsa] Φάρασ. κουζέλτ͑σα [kuˈzeltʰsa] Φάρασ. κουζα̈́λτ͑σα [kuˈzæltʰsa] Αφσάρ. Ουδ. κουζέλικο [kuˈzeliko] Φάρασ. Πληθ. κουζέλα [kuˈzela] Τσουχούρ.Νεότ. ουσ. γκιουζέλ (Mackridge 2021: 63), το οπ. από το τουρκ. επιθ. güzel (< παλ. τουρκ. gözel) = ωραίος, όπου και διαλεκτ. τύπ. guzel, gozel και gözel. Οι θηλ. τύπ. με την προσθήκη του παραγ. επιθμ. -ισσα. Ο τύπ. γκιουζελίμ από το τουρκ. güzelim = ομορφιά μου, ως προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο.

Όμορφος, ωραίος ό.π.τ. : Γκιουζέλ σερνικός, γκιουζέλ ναίκα (Όμορφος άντρας, όμορφη γυναίκα) Αξ. -ΙΛΝΕ 1555 Γκιουζέλ ‘νι ντου εβλάτι σ’ (Όμορφος είναι ο γιός σου) Μισθ. -Κοτσαν. Ογλούμ γκιουζάλ (Παιδί μου, όμορφη) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Πολύ γκιοζέλ 'τον (Πολύ όμορφη ήταν) Ουλαγ. -Αναστασ. Ηύραν ένα κορίσ̑, ντουνιά γκουζελί (Βρήκαν ένα κορίτσι, το ομορφότερο στον κόσμο) Γούρδ. -Αναστασ. Γκιουζελίμ ναίκα 'νι (Όμορφη γυναίκα είναι) Μισθ. -Κοτσαν. Έσ̑’ τρία κ͑ελέσ̑α κορτσόκκα, κουζέλα κορτσόκκα (Έχει τρία όμορφα κορίτσια, ωραία κορίτσια) Τσουχούρ. -VLACH Τα λένκαμε Μαργαρίτα, Σταυρούλα, Χιονέρ’σσα, Κουζέλ’σσα. (Τα (ζώα μας τα) ονομάζαμε Μαργαρίτα, Σταυρούλα, Χιονάτη, Όμορφη) Φάρασ. -ΕΚΠΑ 2142Παπαδοπούλου 1974

Α ημέρα ηύρινι αν ντιλπέρ’σσα, ήτουνι πολύ κουζέλι (Μια μέρα βρήκε μια νεράιδα, ήταν πολύ όμορφη) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. || Φρ. Ντϋνιά γκϋζελί (Του κόσμου η πιο ωραία˙ πεντάμορφη) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Συνών. αγγελικός, καλός, κελέσης, όμορφος, χόσι, Αντίθ άσκημος :1

β. Το θηλ. ως ουσ., όμορφη κοπέλα Αφσάρ., Φάρασ. : Ήντουνε σο φιλάνι το χωρίο αν γκουζέλτσα που ντε τζ̑οὔdουνε (Σ’ ένα συγκεκριμένο χωριό υπήρχε μιά όμορφη κοπέλα, που σαν αυτήν ποτέ δεν είχε υπάρξει άλλη ) Φάρασ. -Dawk.

1 «Μου αρέσει»

Θα μπορούσες να δεις και στο Γλωσσάρι, βέβαια:

γκιουζέλ

ωραίος, πανέμορφος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Τζεμιλέ” (1939)
Στ., μουσ.: Χιώτης
Ερμηνεία: Άλ. Παγώνης

"..μα τον Αλλάχ, Τζεμιλέ μου,
είσαι γκιουζέλ, είσαι κουκλί…"

[ΕΤΥΜ. < τούρκ. Güzel = όμορφος]

1 «Μου αρέσει»

Mια που ανέβηκε:

Γιατί και πανέμορφος, στο γλωσσάρι μας ; Με το σκέτο ουσιαστικό καλυπτόμαστε πλήρως!

(πανέμορφος: çok güzel)

1 «Μου αρέσει»