Κώστα Ταχτσή, "Ρεμπέτικα, 1964"

Απόσπασμα από το βιβλίο του " “Η γιαγιά μου η Αθήνα” (Εκδόσεις “Ερμής”, 1979)

«Πολλοί έχουν την εντύπωση ότι τα ρεμπέτικα ήρθαν στην Ελλάδα με τους πρόσφυγες του ʼ22.
Η αλήθεια είναι ότι, με την ίδια μορφή αλλά διαφορετικό περιεχόμενο, ήταν γνωστά από πολύ πριν στην “παλιά” Ελλάδα --ξέρουμε ότι τα τραγουδούσαν και τα χόρευαν οι αγωνιστές του 1821-- κι ακόμα περισσότερο, στις περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που ενσωματώθηκαν πολύ αργότερα στην ελληνική επικράτεια.
Στην “παλιά” Ελλάδα, βέβαια, που αποτέλεσε το κύριο σώμα του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, παραμερίστηκαν ή περιφρονήθηκαν --χωρίς και να εξαφανισθούν-- όπως τόσα άλλα στοιχεία της λαϊκής μας παράδοσης, απʼ την αρχιτεκτονική ώς τη γλώσσα, είτε επειδή θύμιζαν τους αιώνες της σκλαβιάς, είτε επειδή παρασύρθηκαν απʼ το ρεύμα του εξευρωπαϊσμού.
Ο ίδιος ο λαός, μʼ εξαίρεση ορισμένες περιθωριακές κοινωνικές ομάδες, βάλθηκε, με την ανάπτυξη των πόλεων και του μικροαστισμού, να μιμείται και σʼ αυτό την άρχουσα τάξη που, με τη σειρά της, μαϊμούδιζε τα ευρωπαϊκά κι ιδιαίτερα τα ιταλικά πρότυπα. Με την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θράκης, ξαναπήραν τη θέση τους στην ελληνική λαϊκή μουσική. Η έλευση των προσφύγων το ʼ22, του έδωσε νέα ώθηση ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, την Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσ/νίκη και το Βόλο, όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι απʼ αυτούς.

Είναι τα ρεμπέτικα τούρκικης προέλευσης; Και ναι και όχι. Δεν είναι, επειδή όταν οι Τούρκοι ήρθαν στο Βυζάντιο, δεν είχαν δικό τους πολιτισμό- δανείστηκαν στοιχεία απʼ τον περσικό, τον αραβικό και τον βυζαντινό. Είναι, επειδή με τον καιρό τους έδωσαν το “βαρύ” χαρακτήρα που ταίριαζε στην εθνική τους ιδιοσυγκρασία. Αυτά τα δευτερογενή πολιτιστικά προϊόντα γνώρισαν οι Έλληνες της σκλαβιάς, κι αυτά έφεραν μαζί τους όταν ήρθαν το ʼ22 στην Ελλάδα.

Ότι οι ντόπιοι αστοί και μικροαστοί, που στο μεταξύ είχαν συνηθίσει στην ευρωπαϊκή μουσική, τα είδαν σαν “τούρκικα” δεν είναι καθόλου περίεργο.
Μήπως και τους ίδιους τους πρόσφυγες δεν τους αποκαλούσαν “τουρκόσπορους”;
Προσωπικά, νομίζω ότι μʼ όλες τις επιρροές που δέχτηκαν, τα ρεμπέτικα κατάγονται σε μεγάλο βαθμό απ’ τα βυζαντινά τραγούδια που, με τη σειρά τους, δε μπορεί παρά να έχουν τη ρίζα τους στους αρχαίους χορούς, ιωνικούς, φρυγικούς, μιξολυδικούς κ.λπ. Όλʼ αυτά αποτελούν ενδιαφέρον θέμα για ιστορική έρευνα, αλλʼ εγώ δεν είμαι ιστορικός.
Αυτό που μʼ ενδιαφέρει άλλωστε στα περιορισμένα πλαίσια του μικρού αυτού δοκιμίου, είναι η εξέλιξη του ρεμπέτικου μέσα στην ελληνική κοινωνία απʼ τη Μικρασιατική Καταστροφή κι ύστερα.
Δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος. Οι λιγοστές γνώσεις που έχω πάνω σ’ αυτό το θέμα δε βασίζονται σε θεωρητικές μελέτες, που έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν, αλλά στην προσωπική μου εμπειρία, κι αυτή θα ήθελα να καταθέσω με την ελπίδα ότι θα βοηθήσει ίσως έστω και λίγο το μελλοντικό μελετητή. Τα τελευταία τριάντα χρόνια παρακολούθησα από κοντά αυτήν την εξέλιξη. Στη Θεσ/νίκη, νήπιο σχεδόν, τραγουδούσα ή άκουγα να τραγουδούν το “Γελεκάκι”, το “Καλογεράκι” και τις “Ομολογίες”–“αν δε μου δόσʼ η μάνα σου σαράντα ομολογίες…”.
Στα δύο-τρία προμεταξικά χρόνια που πρόλαβα κι έζησα στην Αθήνα, άκουγα τους “Λαχανάδες” - “που κάναν την κυρία”.
Αλλά κι επί Μεταξά, παρʼ όλη την απαγόρευση, τόσο στην Αθήνα όσο και στο Βόλο όπου παραθερίσαμε δυο-τρία καλοκαίρια, άκουγα πολλά ρεμπέτικα, και μάλιστα απʼ τα πιο βαριά, χωρίς --μικρός κομφορμιστής-- να τα τραγουδάω εγώ ο ίδιος. Σʼ αυτό ακολουθούσα τους μεγάλους γύρω μου που τα συνέδεαν με τον υπόκοσμο και τα περιφρονούσαν. Αλλά ποιος ήταν αυτός ο “υπόκοσμος”;
Ήταν βέβαια τα διάφορα “αντικοινωνικά” στοιχεία, το λούμπεν προλεταριάτο.
Αλλά σʼ αυτό πρέπει να προστεθεί ένα μέρος της εργατιάς --που οι αστοί κι οι μικροαστοί εύκολα συνέχεαν την εποχή εκείνη με τον “υπόκοσμο”-- καθώς και πολλοί απʼ τους πιο φτωχούς πρόσφυγες που αγωνιζόντουσαν με κάθε τρόπο να επιβιώσουν. Οι τελευταίοι αυτοί είχαν και κάτι άλλο κοινό με τον υπόκοσμο, έτσι τουλάχιστον όπως το έβλεπαν οι αστοί κι οι μικροαστοί: τη συνήθεια της χασισοποσίας που ήταν βέβαια ευρύτερα διαδομένη στη Μ. Ασία καθώς και σε πρόσφατα απελευθρωμένες πόλεις, όπως η Θεσ/νίκη, απʼ ό,τι ήταν στην “παλιά” Ελλάδα.
Όλο αυτό το πολύμορφο πλήθος της φτωχολογιάς είχε ανάγκη από έναν τρόπο να εκφραστεί μουσικά, διαφορετικό και απʼ τα δημοτικά τραγούδια των χωρικών και από τις καντάδες ή τα τανγκό των μικροαστών και των αστών. Αγκάλιασαν λοιπόν το ρεμπέτικο, που όμως ήταν επόμενο καταδίκασε σαν αντικοινωνικό κι ανεπιθύμητο το φασιστικό κράτος της 4ης Αυγούστου.
Αν η απαγόρευση αυτή συνεχιζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι πιθανό ν’ ανέστελλε την πρόοδό τους, ή και να τα εξαφάνιζε.
Αλλʼ ο πόλεμος και το χάος που ακολούθησε τους έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία νʼ αναπτυχθούν.
Όλοι οι Έλληνες τώρα, είτε πορτοφολάδες ήταν, είτε μικροαστοί ή αστοί, βρέθηκαν στο ίδιο σακούλι, εν μέρει εξομοιώθηκαν με τον προπολεμικό υπόκοσμο --απʼ τον οποίο ειρήσθω εν παρόδω στρατολόγησαν οι Γερμανοί τους περισσότερους ταγματασφαλίτες. Δεν υπήρχαν πια νηστικοί και χορτάτοι, κύριοι και δούλοι. Όλοι ήταν νηστικοί ή σχεδόν όλοι, κι όλοι ήταν “δούλοι”.
Όλοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να κλάψουν τη μοίρα τους, κάτι που έτσι κι αλλιώς έρχεται φυσικά στον Έλληνα απʼ την εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Όπως άλλοτε μόνο στους τεκέδες, επικράτησε τώρα παντού μια ατμόσφαιρα παρανομίας, φόβου, μιζέριας και θανάτου. Δεν υπήρχε πια ελληνική αστυνομία για να κάνει τις συνηθισμένες ταξικές διαφοροποιήσεις και να μεροληπτεί.
Μόνο ο κοινός ξένος εχθρός μπροστά στον οποίο όλοι οι Έλληνες, εγκληματίες κι αθώοι, πλούσιοι και φτωχοί, ήταν --μʼ εξαίρεση τους προδότες- λίγο-- πολύ ίσοι, όλοι τους υπέκειντο ανά πάσα στιγμή σε μεταχείριση που, σ’ εποχή ειρήνης, επιφυλάσσεται μόνο σʼ εγκληματίες, όλοι ζούσαν απʼ τη μια μέρα στην άλλη, όλοι φοβόντουσαν, κι όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αντίκριζαν καθημερινά το θάνατο.
Σʼ αυτή την ατμόσφαιρα, τα ρεμπέτικα βρήκαν πρόσφορο έδαφος νʼ αναπτυχθούν. Πολλά απʼ τα τραγούδια που ακούσαμε αμέσως μετά τον πόλεμο, αυτήν ακριβώς την εποχή είχαν γραφτεί. Εννοείται, τα τανγκό, τα βαλσάκια και τα σλόου, εξακολούθησαν να γράφονται ανελλιπώς και να τραγουδιούνται. Οι μορφές τέχνης, υψηλής ή λαϊκής, δεν πεθαίνουν ποτέ απʼ τη μια μέρα στην άλλη.
Παρουσιάζεται, διακριτικά στην αρχή, μια νέα μορφή που αμιλλάται με την παλιά, και σιγά-σιγά την επισκιάζει ώσπου να την εξαφανίσει. Φυσικά, μένουν πάντα μερικά κατάλοιπα που εξακολουθούν να καλλιεργούν οι φτηνοί νοσταλγοί κι οι απληροφόρητοι, και κάτι τέτοιο συνέβη και με την προπολεμική ελαφρά μουσική. Επιπλέον, επειδή ήταν πιο οικεία σʼ αυτούς, κι επειδή καλλιεργούνταν απʼ τα λιγότερα ταραχοποιά στοιχεία του πληθυσμού, η μουσική αυτή όχι μόνο επιτρεπόταν, αλλά σχεδόν επιβαλλόταν απʼ τους κατακτητές στους σκλάβους. Έπρεπε με κάθε τρόπο να δοθεί η ψευδαίσθηση πως όλα ήταν μια χαρά.
Τα γερμανικά αυτοκίνητα με τα μεγάφωνα που γύριζαν στις λαϊκές κυρίως συνοικίες, δεν έπαιζαν βέβαια ρεμπέτικα: ξυπνούσαν τον κοσμάκη με τραγούδια όπως εκείνο το αμίμητο “Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά”, που στην πραγματικότητα ήταν ένα ξύπνημα με φιλιά θανάτου, ένα θόρυβος που είχε σκοπό να σκεπάζει τους κρότους των οπλοπολυβόλων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και τις οιμωγές του Έλληνα που πέθαινε απ’ την πείνα ή που ματοκυλιόταν.
Για πρώτη φορά τώρα τα τραγούδια αυτά κέρδισαν δίκαια τον τίτλο του ελαφρού.
Γιατί δεν ήταν πια ελαφρά μόνα σα συνθέσεις, αλλʼ ελαφρά και στο βαθμό που δεν είχαν καμιά σχέση με την πραγματικότητα που, αντίθετα, πλαστογραφούσαν.
Κανένα κατοχικό τανγκό δεν τραγούδησε τους όμηρους, την πείνα ή τον καημό της ξενικής Κατοχής.
Όλα εξακολούθησαν να μιλάνε γι’` αγάπες, φεγγάρια και λουλούδια. Ήταν τραγούδια τρελών, γιατί τι σημαίνει τρέλα αν όχι τέλεια αποξένωση απ’ την πραγματικότητα; (Βέβαια, πολλά παρουσιάζονται σαν πραγματικότητα, και συμβαίνει συχνά να παρουσιάζεται και η ίδια αποξένωση σαν κάτι πραγματικό. Εδώ μιλάω για τη σωστή αποκρυπτογράφηση του τι αληθινά είναι και γίνεται).
Όχι πως τα ρεμπέτικα μιλούσαν για τους όμηρους, την πείνα, ή την Κατοχή.
Κι ούτε, σκέπτομαι τώρα, ήταν δυνατό να εκφράσουν το πνεύμα των ελεύθερων Ελλήνων που πολεμούσαν στα βουνά τον κατακτητή --και καμιά φορά ο ένας τον άλλο.
Πάρα πολλοί απʼ αυτούς, άλλωστε, ήταν χωρικοί και τραγουδούσαν ή δημοτικά τραγούδια ή ελληνόφωνες παραλλαγές ρώσικων ή και γερμανικών εμβατηρίων.
Μα στην ταβέρνα των πόλεων όπου δε μπορούσαν εκ των πραγμάτων να έχουν θέση τα εμβατήρια, όταν μεθούσε ο Έλληνας --και το κρασί ήταν ίσως το μόνο αγαθό που δεν του έλειψε, παράλληλα με το χασίσι που πουλιόταν τότε σχεδόν ελεύθερα-- εκτός απʼ τα ελαφρά τραγούδια, τραγουδούσε κυρίως τα ρεμπέτικα: αυτά μπορεί να μη μιλούσαν για την Αντίσταση ή για τα φαρμάκια της ξενικής Κατοχής.
Μιλούσαν όμως για κάτι πιο μόνιμο: για τα φαρμάκια της ζωής, και καθένας έδινε την ερμηνεία που ήθελε.
Εγώ, έφηβος ακόμα τότε, κι ανήκοντας σε μια τάξη που εξακολούθησε να τραγουδάει τανγκό καθώς και τα διάφορα ιταλικά τραγούδια της μόδας, δεν έχω παρά μόνο επιδερμική και κατά κάποιο τρόπο αναδρομική γνώση αυτών των ρεμπέτικων.
Συνείδηση της ύπαρξής τους απόχτησα για πρώτη φορά αμέσως μετά την απελευθέρωση, κι ακόμα περισσότερο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.
Πάντως, όταν πήγα στη διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι, τʼ αγαπούσα κιόλας με πάθος. Ήταν η εποχή που είχα αρχίσει να επαναστατώ ενάντια σʼ όλα τα ψέματα που μου ʼχαν πει απʼ την κούνια μου, και τα τραγούδια αυτά ήταν “επαναστατικά” με την ευρύτερη, ίσως και καλύτερη, έννοια του όρου: διαμαρτυρόντουσαν, άμεσα ή έμμεσα, εναντίον της κοινωνικής αδικίας, εναντίον της ίδιας της ζωής, εντελώς ασύνειδα θρηνούσαν ίσως και την αποτυχία του αριστερού κινήματος που διαφαινόταν κιόλας καθαρά. Κι ήταν ακόμα τότε, όχι ακριβώς παράνομα ή ρητά απαγορευμένα απʼ την αστυνομία, πάντως αντικείμενο βαθύτατου μίσους όλων εκείνων των αμαθών, αντιδραστικών και διπλοκουμπωμένων αστών που δεν έχασαν καιρό, αμέσως μετά την απελευθέρωση, κι ακόμα περισσότερο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, νʼ ανασυνταχθούν και να προβάλουν τον εαυτό τους σαν το νόμιμο και μοναδικό κριτή της συμπεριφοράς του κοινωνικού συνόλου. Βέβαια, ακόμα κι αυτοί, μετά την τραυματική εμπειρία της Κατοχής, ντρεπόντουσαν τώρα λίγο για τα τανγκό που τραγουδούσαν άλλοτε.
Γιʼ αυτό παράλληλα με τα εγγλέζικα και τʼ αμερικάνικα τραγούδια που έγιναν αμέσως της μόδας --και που μιμήθηκαν βεβαίως οι δικοί μας συνθέτες-- επιδιώχτηκε από ορισμένους κύκλους να επιβληθεί το δημοτικό τραγούδι σαν το μόνο γνήσια ελληνικό.
Η Φρειδερίκη και το Λύκειο Ελληνίδων οργάνωσαν αλλεπάλληλες εκδηλώσεις–την εποχή εκείνη άρχισε κι η κατά τʼ άλλα αξιέπαινη προσπάθεια της Δόρας Στράτου.
Μα τα ρεμπέτικα κέρδιζαν συνεχώς έδαφος κι αποχτούσαν όλο και περισσότερους θαυμαστές. Στον “υπόκοσμο” που τα τραγουδούσε άλλοτε, προστέθηκαν τώρα μερικοί εκκεντρικοί ξένοι, κυρίως Άγγλοι, και κάμποσοι νεαροί επαναστατημένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, αστοί και μικροαστοί --“βλαστοί καλών οικογενειών με κακή φήμη” κατά την έκφραση της Νάτας Μελά-- που είχαν πάρει τον κατήφορο ανεβαίνοντας τη στενή σκάλα του “Μάριου” στην Ομόνοια, και που τραγουδούσαν τώρα τα ρεμπέτικα από ανάποδο σνομπισμό, διανοητικό μαζοχισμό ή και από γνήσιο επαναστατικό πνεύμα.
Δεν ξέρω πότε ακριβώς έγινε το πήδημα απʼ την οιονεί παρανομία στην κοινωνική καθιέρωση. Ξέρω μόνο ότι μια εποχή το να τραγουδάς ρεμπέτικα έκανε πολλά φρύδια να ορθώνονται, το χωροφύλακα να σε βλέπει με μισό μάτι, διόλου περίεργο αφού και συ ο ίδιος ένιωθες λιγάκι “εκτός Νόμου”.
Η στρατιωτική περίπολος περνούσε απ’ τα μπουζουκτσίδικα και μάζευε ναύτες και φαντάρους που χόρευαν ζεϊμπέκικο ή τσιφτετέλι. Ένα βράδι, ανθυπολοχαγός κι εγώ τότε, ζήτησα το λόγο απʼ τον επικεφαλής αξιωματικό. Όχι, είπε, δεν απαγορευόταν ο χορός για τους φαντάρους, αλλά χάθηκαν οι ελληνικοί χοροί να χορέψουν --τα τανγκό και τα βαλς;
Οι μεγάλες επιτυχίες μερικών λαϊκών συνθετών- του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, του Παπαϊωάννου- παρʼ όλο που τις τραγούδησε το Πανελλήνιο, δε μπόρεσαν ν’ αλλάξουν ουσιαστικά την εχθρική στάση του βλαχομικροαστικού κατεστημένου με το μακρύ νυχάκι στο δάχτυλο και στο μυαλό.
Το 1960, ταξιδεύοντας απ’ το Σύντνεϋ στον Πειραιά με το υπερωκεάνιο “Πατρίς”, ζήτησα απʼ την ορχήστρα να παίξει και κανένα ρεμπέτικο, μα το απαγόρευσε ο καπετάνιος.
Και ξαφνικά, το ίδιο καλοκαίρι, φτάνοντας ένα απομεσήμερο στην Τουλώνα, κατέλυσα σʼ ένα ξενοδοχείο κάτω στο παλιό λιμάνι, μα στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ: εννιά φορές στις δέκα το τζιουκ-μποξ του μπαρ στο ισογείο έπαιξε ως αργά μετά τα μεσάνυχτα τα “Παιδιά του Πειραιά” του Χατζιδάκι.
Οι ελαφρολαϊκοί συνθέτες, θαμπωμένοι απʼ την επιτυχία, δεν άργησαν να μιμηθούν το παράδειγμά του, κι άρχισαν να γραφουν τα τραγελαφικά αρχοντορεμπέτικα.
Οι αστοί κατάλαβαν ότι κάθε περαιτέρω αντίσταση ήταν μάταιη.
Με τη γνωστή λοιπόν τακτική της εξουδετέρωσης δια της περιέξεως, τα υιοθέτησαν, τα ʼκαναν δικά τους: είναι ο καλύτερος τρόπος ευνουχισμού μιας “επανάστασης” --φτηνός, ασφαλής κι αναίμακτος.
Άρχισαν λοιπόν να κάνουν νυχτερινές πορείες προς τις διάφορες μπουζουκοταβέρνες, οι τιμές στα μενού ανέβηκαν, οι καταστηματάρχες νοίκιασαν μεγαλύτερα μαγαζιά σε κεντρικά σημεία της Αθήνας και του Πειραιά, οι μπουζουκτσήδες φόρεσαν ακόμα και σμόκιν, στην ορχήστρα προστέθηκε τώρα και πιάνο, οι θαμώνες άρχισαν να τα σπάνε για την τραγουδίστρια με το χρυσό δόντι, οι τιμές ξανανέβηκαν, ο λαός τρόμαξε, αποσύρθηκε σʼ άγνωστες ταβέρνες, οι εκκεντρικοί πρώτα, οι νεόπλουτοι ύστερα τις ανακάλυψαν κι αυτές, έπιασαν και εκεί τα τραπέζια, ώσπου ο λαός, μη βρίσκοντας πια θέση να καθήσει, αναγκάστηκε να μαζεύεται απέξω και να χαζεύει τις ορχήστρες, να χαζεύει τους νεόπλουτους και τους κάθε λογής ξένους --που τους πήγαιναν τώρα εκεί ομαδικά τα ταξιδιώτικα γραφεία για νʼ απολαύσουν λίγο κουλέρ-λοκάλ-- και νʼ ακούει τα τραγούδια που είχαν βγει μέσʼ απʼ αυτόν, μα που ήταν πια πολύ ακριβά για την τσέπη του. Επικράτησε λοιπόν η παρανοϊκή κατάσταση του τουρίστα που πήγαινε να δει το λαό, και το λαό που πήγαινε να δει τον τουρίστα. Ο τουρίστας, θαυμάζοντας τα πνευματικά προϊόντα δεκαετιών ολόκληρων οικονομικής αθλιότητας και κοινωνικής αδικίας --ένα κομμάτι του “καημού της Ρωμιοσύνης”-- κολάκευε το λαό, και με τη σειρά του γινόταν αντικείμενο χαζέματος απʼ το λαό, και πρότυπο προς μίμηση.
Στον ορίζοντα διαγραφόταν τώρα καθαρά η κοινωνία της αφθονίας, και μαζί μʼ αυτήν ο εκχυδαϊσμός κι η εκπόρνευση των πάντων.
Για να τελειώνω: με τη συνεργία μερικών καλοπροαίρετων καλλιτεχνών και πολλών ασυνείδητων εκμεταλλευτών της λαϊκής ψυχής, έλαβε χώρα μπροστά στα μάτια μας μια αριστοτεχνική ληστεία: του δικαιώματος του λαού να κλαίει τουλάχιστο τη μοίρα του.
Ή μήπως έχουν εκλείψει στο μεταξύ οι λόγοι που τον έκαναν να κλαίει; Ποιος ξέρει. Τα ρεμπέτικα πάντως έγιναν κατεστημένο, έχασαν την αιχμή τους, έγιναν κι αυτά με τη σειρά τους σαν τα κατοχικά τανγκό. Πιο ελληνικά βέβαια --όταν δε νοθεύονται με Μεσανατολίτικα ή Ινδικά στοιχεία-- αλλά τι τα θέλετε, δεν είναι πια τα ρεμπέτικα που γνωρίσαμε στα νιάτα μας. Δε μιλάνε πια για κοινωνικές αδικίες, ούτε για τα φαρμάκια της ζωής. Δε διαμαρτύρονται-καταφάσκουν.
Μόνο για τα φαρμάκια της ξενιτιάς δεν έχουν πάψει εντελώς να μιλάνε ακόμα, πράμα με βαθιά σημασία, αφού η μετανάστευση είναι το πια το μόνο είδος φυγής απʼ την πραγματικότητα που επιτρέπεται, όταν δεν επιβάλλεται. Τα τραγούδια λοιπόν εκείνα που είχαν καταφέρει για ένα διάστημα να γίνουν τα μέσα έκφρασης της διαμαρτυρίας ενός ολόκληρου λαού εναντίον της πάσης φύσεως εκμεταλλευτών του, συνθέτονται τώρα σύμφωνα με πλουτοκρατικές μεθόδους μαζικής παραγωγής απʼ τους ίδιους τους εκμεταλλευτές ή χρηματοδοτούνται απʼ αυτούς προς κατανάλωση απʼ το λαό.
Κι ο λαός που δεν καταλαβαίνει, που χόρτασε λιγάκι τα τελευταία χρόνια, κιʼ επειδή χόρτασε, φαντάστηκε πως πλούτισε-τα τραγουδάει. Το πράμα είναι πολύ ενδιαφέρον από κοινωνικοπολιτικής άποψης. Μα δεν είμαι ούτε πολιτικός, ούτε επαγγελματίας μεταρρυθμιστής. Μόνο το αισθητικό αποτέλεσμα όλης αυτής της φάρσας έχω κάποια αρμοδιότητα να κρίνω. Κι είναι αξιοθρήνητο».


Ένα κείμενο αρκετά ενδιαφέρον που συσχετίζεται και με άλλες παράλληλες συζητήσεις μας σ’ αυτή την ενότητα.

Δεν ήξερα για την ύπαρξη αυτού του κειμένου.

Μου πέφτει κάπως δύσκολο να διαβάσω ολόκληρο δοκίμιο στην εμφάνιση που παίρνει το κείμενο εδώ στην πλατφόρμα, αλλά μέχρι εκεί που έφτασα βλέπω μια ωραία ματιά, ψύχραιμη και με συμπάθεια χωρίς μεροληψία.

Μια λεπτομέρεια:

Επειδή αυτό το επιχείρημα το ακούμε συχνά σήμερα από εθνικιστές, ότι το Α ή Β πράγμα δεν μπορεί να είναι τούρκικο επειδή οι Τούρκοι ήταν καβαλάρηδες στη στέπα, να πούμε ότι:

α. Δεν ξέρω αν ισχύει ότι οι καβαλάρηδες στη στέπα δεν είχαν δικό τους πολιτισμό.
β. Ας πούμε ότι ισχύει. Όταν εγκαταστάθηκαν σε σταθερό τόπο, δανείστηκαν όλα αυτά τα στοιχεία. Έστω. Όμως από τη στιγμή του δανεισμού και μετά, έφτιαξαν ένα πολιτιστικό μείγμα που μετά ακολούθησε δική του εξέλιξη. Από ένα σημείο και μετά, σαφώς και έχουν δική τους πολιτισμική ταυτότητα, άσχετα αν αυτή δε συνίσταται σε στοιχεία που να τα δημιούργησαν όλα μόνοι τους οι καθαροί Τούρκοι.

Επομένως, όταν γίνεται συζήτηση αν π.χ. ένα τραγούδι 100-150 ετών που τραγουδιέται και στα ελληνικά και στα τούρκικα προήλθε από τους Έλληνες και το υιοθέτησαν κι οι Τούρκοι ή το αντίστροφο, δε στέκει να απαντήσουμε «πριν οχτακόσια χρόνια οι Τούρκοι δεν είχαν δικά τους τραγούδια, άρα είναι ελληνικό». Ακόμα κι αν ισχύει, πριν 100-150 χρόνια είχαν.

1 «Μου αρέσει»

Το κείμενο αυτό αποτελεί δεύτερη γραφή του άρθρου «Ζεϊμπέκικο, 1964: ένα Δοκίμιο» που πρωτοδημοσιεύτηκε στο πρωτοποριακό περιοδικό Πάλι (τχ. 2-3/1964: σελ. 85-90) και αναδημοσιεύτηκε στη μεγάλη έκδοση του βιβλίου του Πετρόπουλου:

“ Πολλοί έχουν την εντύπωση, ότι το ζεϊμπέκικο, κι όλοι οι άλλοι ρεμπέτικοι χοροί, εισήχθησαν στην Ελλάδα απ’ τους πρόσφυγες. Λέγοντας εδώ Ελλάδα, εννοούμε, φυσικά, την «παλιά» Ελλάδα, γιατί, πριν απ’ τους Βαλκανικούς πόλεμους, ένα μεγάλο μέρος της σημερινής Ελλάδας ήταν τούρκικες επαρχίες, κι οι Έλληνες εκεί τραγουδούσαν και χόρευαν ο,τι περίπου και οι Έλληνες της Μικρά Ασίας.

Η αλήθεια είναι πώς, μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θράκης, οι χοροί αυτοί διαδόθηκαν, χωρίς, ίσως μεγάλη επιτυχία στην αρχή, και στην «παλιά» Ελλάδα, και χορευοντουσαν από μια ορισμένη τάξη ανθρώπων πολύ πριν έρθουν οι πρόσφυγες. Αλλ είναι εξ ίσου αναμφισβήτητο, ότι οι πρόσφυγες τους έδωσαν την ώθηση που χρειαζόντουσαν. Χωρίς αυτούς είναι ζήτημα αν θα γινόντουσαν αυτό που είναι σήμερα, δηλαδή εθνικά, σχεδόν, τραγούδια, ισότιμα με τα άλλα δημοτικά. Ρεμπέτικοι χοροί υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλών ειδών. Εδώ θα ασχοληθώ μόνο με το ζεϊμπέκικο, το μόνο απ’ τα ρεμπέτικα που γνώρισα καλύτερα, κι αγάπησα, ίσως γιατί άξιζε περισσότερο ν’ αγαπηθεί. Υποστηρίχθηκε, με διάφορο βαθμό πειστικότητας, ότι κατάγεται απ’ ευθείας απ’ τους αρχαίους χορούς των Ελλήνων της Ιωνίας και της Αιολίας, πώς η ετυμολογία της λέξης ζεϊμπέκικο είναι από το Ζευς και Μπέικος (στα Φρυγικά, ψωμί), ότι στην κλασσική εποχή οι Έλληνες το είχαν μεταφράσει αρτοζήν ότι οι ρίζες του πρέπει να αναζητηθούν στα βυζαντινά τροπάρια, που φαίνεται ότι δεν διέφεραν παρά πολύ απ τα λαϊκά τραγούδια της εποχής άλλοι, τέλος είπαν, με περιφρόνηση, πώς είναι Τούρκικα.

Απ’ όλες αυτές τις θεωρίες, η λιγότερο βάσιμη είναι, ίσως, η τελευταία, παραδόξως όμως όχι και τόσο αβάσιμη. Είναι αβάσιμη, επειδή, όπως είναι γνωστό, οι Τούρκοι δεν είχαν κανενός είδους κουλτούρα όταν έφτασαν στη μέση Ανατολή. Τη δανείστηκαν απ’ τούς Πέρσες, τους ʼραβες, και τους Βυζαντινούς. Και, φυσικά, και τη μουσική τους. Πρέπει όμως να λάβουμε υπ όψει μας δυο πράγματα: Πρώτον ότι, σ’ αντίθεση με την κλασσική ελληνική κουλτούρα, που φιλοδόξησαν ν’ αναστήσουν οι νεοέλληνες μετά την Επανάσταση στην κυρίως Ελλάδα, ο Βυζαντινός κόσμος ήταν σαφώς «ανατολίτικος». ότι, δεύτερον, αυτόν τον «ανατολίτικο» πολιτισμό δανείστηκαν και μιμήθηκαν οι Τούρκοι, του έδωσαν, με την πάροδο του χρόνου, έναν πιο βαρύ, τούρκικο χαρακτήρα, κι ότι αυτό ακριβώς το δευτερογενές προϊόν γνώρισαν οι γενιές των Ελλήνων της σκλαβιάς, κι έφεραν μαζί τους όταν ήρθαν, πρόσφυγες στην παλιά Ελλάδα. Οι ρίζες του ζεϊμπέκικου, κι η εξέλιξη του δια μέσου των αιώνων, αν είναι πράγματι τόσον αρχαία η καταγωγή του, αποτελούν ενδιαφέρον ιστορικό ή μουσικολογικό θέμα, αλλά δεν με αφορά αυτή τη στιγμή, ούτε μπορεί να με αφορά. Δεν είμαι ιστορικός της τέχνης, ούτε μουσικολόγος.

Αυτό που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ιστορία του απ’ τη στιγμή που μεταφυτεύτηκε στην Ελλάδα, κι η έκτοτε εξέλιξη του. Δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος. Αν έχω κάποια αρμοδιότητα, είναι στο γενικότερο πεδίο της αισθητικής. Oι γνώσεις μου πάνω στο θέμα βασίζονται σε προσωπικές εμπειρίες, όχι στη μελέτη εγχειριδίων, που, άλλωστε δεν υπάρχουν. Έχοντας παραστεί μάρτυς αυτής της εξέλιξης, έχω μια προσωπική, υποκειμενική έστω, αντίληψη του πράγματος, κι αυτήν έχω, νομίζω, το δικαίωμα να εκφράσω, βγάζοντας στο τέλος συμπεράσματα, προσωπικά πάντοτε, αλλά χρήσιμα ίσως για μια γενικότερη έρευνα και αξιοθέτηση του θέματος που μας απασχολεί. Φαίνεται, ότι το φυτώριο στο οποίο πρωτοκαλλιεργήθηκε και φούντωσε το ζεϊμπέκικο, ήταν ο υπόκοσμος των μεγάλων αστικών κέντρων της Ελλάδας, και κυρίως του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, όχι απλώς η εργατική τάξη, αλλ’ ο υπόκοσμος. Οι μόνες εξηγήσεις του φαινομένου που μπορώ να βρω είναι ότι τα στοιχεία του υπόκοσμου ανακάλυψαν εκλεκτικές συγγένειες με τους πρόσφυγες, ή τουλάχιστον μέρους αυτών.

Η χασισοποτεία λ.χ. ήταν πολύ ευρύτερα διαδεδομένη στη Μικρά Ασία, απ’ ότι ήταν στα στενά όρια της παλιάς Ελλάδας, που μόλις τότε είχε αρχίσει, και αυτή πολύ δειλά, να ξεπερνάει το βουνό και τη στάνη, δηλαδή τη «φυσική» ζωή της υπαίθρου. Ή ότι ο υπόκοσμος, δηλαδή τα πιο ανήσυχα στοιχεία της εργατικής και μέρους της μικρό-αστικής τάξης (που μόλις τότε είχε αρχίσει να συγκροτείται), με την μεγαλύτερη δεκτικότητα του, τ’ αγκάλιασε πιο εύκολα. ‘Η ότι έψαχνε από καιρό να βρει έναν τρόπο να εκφραστεί, διαφορετικά απ’ τα δημοτικά τραγούδια των χωρικών και τις καντάδες των λίγων ψευτο-αστών, κι οι πρόσφυγες του τον πρόσφεραν έτοιμο. 'Η, τέλος, ότι την εποχή εκείνη, και για καμπόσο καιρό αργότερα, οι μικρό-αστοί κι οι λίγοι αστοί, εύκολα συνέχεαν ή ταύτιζαν τον υπόκοσμο με την εργατιά. Γεγονός είναι ότι σαν τραγούδια του υπόκοσμου τα γνώρισαν οι Έλληνες μικρό-αστοί (που είχαν περισσότερες ευκαιρίες επαφής με τον υπόκοσμο), και σαν τέτοια τα καταδίκασε το “επίσημο” κράτος της 4ης Αυγούστου.

Ίσως η κατάσταση αυτή να συνεχιζόταν επί μακρό χρονικό διάστημα, αρκετό για ν’ ανασταλεί η πρόοδος τους, μέχρι ίσως και την τέλεια παρακμή κι εξαφάνιση τους, ο πόλεμος που μεσολάβησε, με το χάος που δημιούργησε, επενέργησε και σ’ αυτό, όπως και σε τόσα άλλα πεδία, σαν καταλυτικό στοιχείο, έδωσε, μ’ άλλα λόγια, μια γρήγορη έκβαση στην υπόθεση του ζεϊμπέκικου, και μάλιστα σ’ όφελος του. Όλοι οι Έλληνες ξαφνικά, είτε πορτοφολάδες ήταν, είτε μικρό-αστοί, είτε αστοί, βρέθηκαν σε μια κατάσταση που τους εξίσωνε, τους ταύτιζε σχεδόν, με τον προπολεμικό υπόκοσμο. Δεν υπήρχαν πια νηστικοί και χορτάτοι, δεν υπήρχαν κύριοι και δούλοι, όλοι ήταν δούλοι, όλοι ήταν νηστικοί, όλοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να κλάψουν τη μοίρα τους, κάτι που, έτσι κι αλλιώς, έρχεται μάλλον φυσικά στον Έλληνα απ’ την εποχή ακόμα της κυριαρχίας των Ρωμαίων. Όλα τα σπίτια έγιναν ξαφνικά «τεκέδες», όχι κατά γράμμα βέβαια, αλλά στην ουσία. Παντού επεκράτησε η ίδια ατμόσφαιρα παρανομίας, συνεχούς φόβου, μιζέριας, και Θανάτου. Δεν υπήρχε πια ελληνική αστυνομία για να κάνει αυτόματα ταξικές διαφοροποιήσεις. Μόνον ξενική κατοχή, μπροστά στην οποία όλοι οι Έλληνες, εγκληματίες κι αθώοι, πλούσιοι και φτωχοί, ήταν ίσοι, για τον απλούστατο λόγο ότι όλοι τους ξαφνικά έγιναν φτωχοί, όλοι τους υπεκειντο σε μεταχείριση που επιφυλάσσεται σ’ εποχή ειρήνης μόνον σ’ εγκληματίες, όλοι τους ζούσαν απ’ τη μια μέρα στην άλλη, όλοι τους φοβόντουσαν, όλοι τους πέθαιναν, ή σχεδόν όλοι.
Το ζεϊμπέκικο βρήκε έδαφος ν’ αναπτυχθεί, κι αναπτύχθηκε

αλματωδώς. Ξαφνικά, δεν ήταν πια ο χορός του υπόκοσμου, αλλ’ ενός μεγάλου αριθμού Ελλήνων, κυρίως στ’ αστικά κέντρα. Πολλά απ’ τα τραγούδια που πρωτακουσαμε αμέσως μετά τον πόλεμο, είχαν γραφτεί στην κατοχή, και διέφεραν καταφανώς απ τα προπολεμικά, πια βαρειά, «χασικλίδικα» ρεμπέτικα. Φυσικά, σ’ όλο τα διάστημα της κατοχής, τα ταγκό, τα βαλσάκια εζιτασιόν και τα σλόου εξακολούθησαν όχι μόνο να τραγουδιόνται, αλλά και να συνθέτονται τακτικότατα! Οι μορφές τέχνης, ή «τέχνης», δεν πεθαίνουν ποτέ απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Παρουσιάζεται ξαφνικά - αν και βεβαίως όχι και τόσον ξαφνικά - μια νέα μορφή, που αμιλλάται με την παλιά, σιγά-σιγά την επισκιάζει, ώσπου την σβήνει εντελώς, αφού πολλές φορές επηρεασθεί, λίγο ή πολύ, απ’ αυτήν. Και φυσικά μένουν πάντα μερικά κατάλοιπα που εξακολουθούν να καλλιεργούν οι φτηνοί νοσταλγοί, οι αναίσθητοι, κι οι απληροφόρητοι.

Τα ταγκό, τα βαλσάκια κλπ., ήταν, επί πλέον, ένα είδος μουσικής που, επειδή ήταν πιο κοντά τους, επειδή εκαλλιεργειτο απ τα λιγότερο ταραχοποιό, δηλαδή απ’ τα κομφορμιστικά, στοιχεία του πληθυσμού, επειδή ήταν όλο μέλι και γάλα, επειδή εν ολίγοις ήταν ψεύτικα, όχι μόνον επέτρεπαν, αλλά σχεδόν επέβαλλαν οι κατακτητές στους σκλάβους. Έπρεπε με κάθε τρόπο να δοθεί η ψευδαίσθηση πώς όλα ήταν μια χαρά. Δεν ήταν σπάνιο το θέαμα γερμανικών αυτοκίνητων με μεγάφωνα, που γύριζαν σε κεντρικές και λαϊκές συνοικίες, και ξυπνούσαν τον κοσμάκη με το αμίμητο εκείνο «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά…», που στην πραγματικότητα ήταν ένα ξύπνημα με φιλιά Θανάτου, ένας θόρυβος που είχε σκοπό να σκεπάσει τους κρότους των οπλοπολυβόλων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, και τις οιμωγές του Έλληνα που πέθαινε απ’ την πείνα, ή που ματοκυλιόταν. Για πρώτη φορά λοιπόν, τα τραγούδια αυτά κέρδισαν εντελώς τον τίτλο του ελαφρού. Δεν ήταν πια ελαφρά μόνον σα συνθέσεις, αλλά ελαφρά στο βαθμό που δεν είχαν πια την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα, αν είχαν ποτέ, στο βαθμό που μυκτήριζαν και συνειδητά πλαστογραφούσαν την πραγματικότητα. Κανένα κατοχικό ταγκό δεν τραγούδησε τους όμηρους, την πείνα, την κατοχή. Όλα εξακολούθησαν να μιλάνε γι’ αγάπες και λουλούδια και φεγγάρια - μόνον μια εξαίρεση θυμάμαι: «Βρες αν μπορείς, τι σου έφερα απόψε!.. », κι αντί για μπιζού, της είχε φέρει…καφέ!

Τα τραγούδια αυτά ήταν τραγούδια τρελών, και, ως γνωστόν, ένας πρόχειρος ορισμός της τρέλας είναι η τέλεια αποξένωση απ’ την πραγματικότητα. (Βεβαίως, πολλά, παρουσιάζονται σαν πραγματικότητα, κι έτσι συμβαίνει συχνά να παρουσιάζεται η ίδια η αποξένωση σαν κάτι το πραγματικό. Εδώ, φυσικά, μιλάμε για μια σωστή αποκρυπτογράφηση του τι αληθινά είναι και γίνεται). Τα ζεϊμπέκικα, τα ρεμπέτικα εν γενεί, ήταν τα μόνα τραγούδια που μιλούσαν για την πραγματικότητα, την οποία ήταν κομμένα και ραμμένα να εκφράσουν - όχι ανοιχτά, αλλά με τον γνωστό συμβολικό τρόπο. Ταυτίστηκαν λοιπόν, λίγο-πολύ, με το πνεύμα της Αντίστασης. Λέω πνεύμα, κι όχι Αντίσταση, πρώτον επειδή υπήρχαν πολλές Αντιστάσεις, κάθε μια με διαφορετική πολιτικοκοινωνική χροιά, δεύτερον, επειδή τα ρεμπέτικα δεν έγιναν, δε μπορούσαν να γίνουν, επίσημα τραγούδια καμίας απ αυτές τις Αντιστάσεις. Oι αντάρτες του ΕΛΑΣ λ.χ., μαζί με μερικά, αναλόγως και της περιοχής, δημοτικά τραγούδια, τραγουδούσαν ελληνόφωνες βέρσιον ρώσικων, κι ακόμα - τι κωμικό-τραγικό- και…γερμανικών τραγουδιών και Θουρίων. Μα στην υπόγεια ταβέρνα των πόλεων, όπου δεν είχαν, κι ούτε μπορούσαν έχουν, θέση τα πατριωτικά εμβατήρια, όταν μεθούσε ο Έλληνας- (και το κρασί ήταν το μόνο ίσως αγαθό που εξακολούθησε να υπάρχει σε σχετική αφθονία, παράλληλα με το χασίς, του οποίου η εμπορία ήταν σχεδόν ελεύθερη) - εκτός απ τα ταγκό και τα βαλσάκια, λέω, στα οποία πλήρωνε, εκ καρδίας ή εκ χειλέων μόνο, φόρο τιμής, τραγουδούσε κυρίως τα ρεμπέτικα, κι απ’ αυτά, περισσότερο τα ζεϊμπέκικα.

Τα ζεϊμπέκικα, όπως είπα, δεν ήταν τραγούδια της Αντίστασης. Δε μιλούσαν για τα φαρμάκια της κατοχής. μιλούσαν για κάτι πιο μόνιμο: Για τα φαρμάκια της ζωής - και καθένας έδινε την ερμηνεία που ήθελε. Ανήκοντας στην τάξη των τρελών ανθρώπων που, εν μέση, κατοχή, τραγουδούσαν ακόμα τα ταγκό, δεν έχω παρά μόνον επιδερμική, εκ των υστερών τρόπον τινά, γνώση αυτών των ζεϊμπέκικων. Για πρώτη φορά απόχτησα συνείδηση της ύπαρξης τους αμέσως μετά την κατοχή, και διότι άρχισαν ν’ ακούγονται πιο συχνά, και διότι, λόγω ηλικίας, ήμουνα πια σε θέση να πάω στις διάφορες ταβέρνες όπου τα έπαιζαν. Πάντως, όταν πήγα στη γνωστή διάλεξη του Μάνου Χατζηδάκη, στο τότε Θέατρο Τέχνης του Κουν, στην οποία χρησιμοποίησε επικουρικά και ορχήστρα μπουζουκιών, μου ήταν και γνωστά, και συμπαθή.

Για καμπόσων καιρό ταυτίστηκα μαζί τους, όχι μόνο τα τραγουδούσα, μα πολλές φορές σκεπτόμουνα μ’ αυτά, τ’ αγάπησα, όχι απλώς σαν Έλληνας, μα σαν άτομο. Την εποχή εκείνη είχα αρχίσει να επαναστατώ εναντίον όλων των ψεμάτων που μου 'χαν πει απ την κούνια μου, και τα τραγούδια αυτά ήταν επαναστατικά, με την καλή έννοια της λέξης, διεμαρτύροντο, πότε έμμεσα, πότε άμεσα, κατά της -αδικίας, εναντίον της ίδιας της ζωής, εντελώς ασύνειδα, Θρηνούσαν ίσως την αποτυχία του Κινήματος, αν ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν θα μάθουμε πια ποτέ. Κι ήταν ακόμα τότε, αν όχι παράνομα, και ρητά απαγορευμένα απ την αστυνομία (αν και μερικά ήταν και απαγορευμένα), Πάντως αντικείμενο εχθρότητας εκ μέρους των αδιόρθωτων, διπλοκουμπωμένων αστών, που δεν έχασαν καιρό, ακόμα και συνεχιζόμενου του ανταρτοπόλεμου, ή ίσως εξ αίτιας αυτού, να προβάλλουν και πάλιν εαυτούς σαν νόμιμους κριτές της συμπεριφοράς του συνόλου. Μα επειδή ακόμα και αυτοί, ντρεπόντουσαν λιγάκι στο μεταξύ για τα ανόσια, μετά την εμπειρία της κατοχής, ταγκό, για κάμποσο διάστημα έγιναν της μόδας, ή τουλάχιστον επιδιώχθηκε να γίνουν της μόδας, τα δημοτικά τραγούδια κι οι δημοτικοί χοροί, πρώτον επειδή οι Έλληνες είχαν ξαφνικά την ανάγκη να διακηρύξουν την «ελληνικότητα» τους, και, δεύτερον, σαν απάντηση στα απειλούντα το status quo ζεϊμπέκικα.

Μα η προσπάθεια αυτή έγινε σε περιορισμένους, κοσμικούς, κύκλους. Τα ζεϊμπέκικα εξακολούθησαν να τραγουδιόνται, και μάλιστα όλο και περισσότερο: Απ’ τον υπόκοσμο - πάντα - από εργάτες και μικρό-αστούς, από επαναστατημένους διανοούμενους - όχι ακαδημαϊκούς ή εφημεριδοφιλόλογους - από εκκεντρικούς ξένους, κυρίως ʼγγλους, κι από μερικούς βλαστούς «καλών οικογενειών με κακή φήμη», που τα τραγουδούσαν ή από ανάποδο σνομπισμό, ή από διανοητικό μαζοχισμό, ή ακόμα κι από γνήσια καλλιτεχνικό ή επαναστατικό πνεύμα. Δεν ξέρω πως και ποτέ ακριβώς έγινε το μεγάλο πήδημα, ποιοι παράγοντες συνετέλεσαν, και ποιος απ’ αυτούς περισσότερο απ τους άλλους. Μα ξέρω πώς μια εποχή, το να τραγουδάς ζεϊμπέκικα, έκανε πολλά φρύδια να ορθώνονται, σου δημιουργούσε αισθήματα φόβου ή ενοχής, και ξαφνικά, αλλά πόσο ξαφνικά είναι δύσκολο να πει κανείς, όχι μόνον έγιναν εντελώς νόμιμα, όχι μόνον άρχισαν να παίζονται στο ραδιόφωνο, μα ήταν σα να μην υπήρξαν ποτέ κανενός αλλού είδους ελληνικά ή ξένα τραγούδια, ώσπου φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση να καταλαμβάνουν τα τρία-τέταρτα των ραδιοφωνικών προγραμμάτων.

Την αρχή την έκανε, φυσικά, ο κατά τ’ άλλα καλοπροαίρετος σύνθετης κ. Χατζιδάκις, ο οποίος, άλλωστε, δεν χρησιμοποίησε μοτίβα μόνον απ’ τα ζεϊμπέκικα, αλλά απ όλους τους ελληνικούς χορούς. Πάντως, εκείνος τα πρόβαλε πρώτος στο πλατύτερο ελληνικό, κι αργότερα και διεθνές, κοινό. Ακολούθησαν μερικοί ελαφροί σύνθετες, που έγραψαν ένα νόθο, τραγελαφικό συνοθύλευμα ζεϊμπέκικου και ταγκό ή βαλς («αρχοντορεμπέτικα»). Από κεί και πέρα, το πράμα πήρε φόρα, και δε συμμαζεύεται. Οι αστοί αντιστάθηκαν. Μα γρήγορα κατάλαβαν το μάταιο της προσπάθειας. Με τη γνωστή, λοιπόν, μέθοδο της εκλογικεύσεως, ή την επίσης γνωστή τακτική της εξουδετέρωσης δια της περιέξεως, τ’ αγκάλιασαν, τα ‘καναν δικά τους. Είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος ευνουχισμού μιας «επανάστασης» - φτηνός, ασφαλής, κι αναίμακτος. ʼρχισαν να κάνουν νυχτερινές οδοιπορίες προς τις διάφορες ταβέρνες με ορχήστρες από μπουζούκια, οι τιμές στα μενού ανέβηκαν, οι μπουζουκτσήδες το πήραν απάνω τους, κολακεύτηκαν, είδαν πώς είχαν ανακαλύψει ένα χρυσωρυχείο, κουμπώθηκαν, φόρεσαν ακόμα και σμόκιν, άρχισαν να ποικίλλουν το πρόγραμμα όλο και περισσότερο με τ’ ανωδυνώτερα, άδεια από οποιοδήποτε μήνυμα ή σκέψη, αλλά γαργαλιστικότερα, τσιφτετέλια, οι τιμές ξανανέβηκαν, ο αληθινός λαός τρόμαξε, αποσύρθηκε σ’ άγνωστες ταβέρνες, μ’ άγνωστες ακόμα ορχήστρες, οι εκκεντρικοί κι οι αστοί τις ανακάλυψαν, έπιασαν τα τραπέζια κι εκεί, ώσπου ο λαός, μη βρίσκοντας πια θέση να καθίσει, αναγκάστηκε να μαζεύεται απ’ έξω, και να χαζεύει τις ορχήστρες, τους αμερικανούς και τους αστούς, για ν’ ακούει τα τραγούδια που βγήκαν, μεσ’ απ’ αυτόν, μα ήταν πια πολύ ακριβά για την τσέπη του.

Επικράτησε λοιπόν η παρανοϊκή κατάσταση του τουρίστα και του αστού που πήγαιναν να δουν το λαό, και του λαού που πήγαινε να δει τον τουρίστα. Ο τουρίστας, θαυμάζοντας τα προϊόντα μιας οικονομικής αθλιότητας που δε δεχόταν να συμμερισθεί παρά μόνον αισθητικά κι από μακριά, κολάκευε το λαό, για τον οποίο γινόταν συγχρόνως αντικείμενο θαυμασμού και χαζέματος.

Λοιπόν: με τη συνεργεία μερικών καλοπροαίρετων, και πολλών ασυνείδητων ή ανόητων ανθρώπων, έλαβε χώραν μπροστά στα μάτια μας, μια καταπληκτική ληστεία: του δικαιώματος του λαού να κλαίει, τουλάχιστον, τη μοίρα του. Τα ζεϊμπέκικα έγιναν καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, καθιερώθηκαν, έχασαν την αιχμή τους, το νόημα τους, έγιναν, με τη σειρά τους, τα κατοχικά ταγκό της εποχής μας. Ελληνικότερα βέβαια αυτά απ’ τα ταγκό, αλλά τι τα θέλετε, δε μιλάνε πια για κοινωνικές αδικίες, ούτε για τα φαρμάκια της ζωής, δε διαμαρτύρονται, καταφάσκουν. Μιλάνε για μικροαστικές ψευτο-ηδονές και ψευτοστενοχώριες, κι εστιν ότε για τα φαρμάκια της ξενιτιάς, πράγμα με βαθιά σημασία, αφού η μετανάστευση δεν είναι αντιμετώπιση της πραγματικότητας, αλλά φυγή απ’ αυτήν -το μόνο είδος φυγής που επιτρέπεται πια, όταν δεν επιβάλλεται.

Για να τελειώνω: Τα τραγούδια εκείνα, που κατάφεραν για λίγο να γίνουν τα μέσα έκφρασης μιας διαμαρτυρίας του λαού εναντίον των πάσης φύσεως εκμεταλλευτών του, συνθέτονται τώρα, σύμφωνα με «πλουτοκρατικές» μεθόδους μαζικής παραγωγής απ’ τους ίδιους τους εκμεταλλευτές ή απλώς χρηματοδοτούνται απ’ αυτούς, προς κατανάλωση απ’ το λαό, κι ο λαός, που δεν καταλαβαίνει, ή που κάνει πώς δεν καταλαβαίνει, που χόρτασε κάπως μετά τον πόλεμο, κι επειδή χόρτασε λιγάκι, φαντάστηκε πώς πλούτισε - τα τραγουδάει!

Μ’ ενδιαφέρει βέβαια το πράγμα και από κοινωνικοπολιτική, και από πλατύτερη ανθρωπιστική άποψη. Αλλ ούτε πολιτικός είμαι, ούτε μεταρρυθμιστής, ούτ’ επαγγελματίας επαναστάτης, και τίποτα προς αυτές τις κατευθύνσεις δεν ειμ’ ικανός ή αρμόδιος να κάνω, εκτός από μερικές διαπιστώσεις. Αλλ είμαι λίγο αρμόδιος να κρίνω το αισθητικό αποτέλεσμα όλης αυτής της ανήκουστης φάρσας. Κι είναι αξιοθρήνητο.”

https://www.rebetiko.gr/arthra.php?article=289

2 «Μου αρέσει»

Είχαν, όταν ήρθαν απ’ τα Αλταϊκά όρη, αλλά ξεχάστηκαν.