Η λύρα της Κύπρου;

I see he even starts his music as bagpipers usually do, when they have completely blown their bag and it starts sounding but they haven’t yet placed their fingers on the chanter. For a directly blown pipe there’s no functional reason to do the same, but he still does it : probably (I assume) because he follows the aesthetic standards set by bagpipes.

1 «Μου αρέσει»

Εμένα μου κάνει εντύπωση που κρατάει ρυθμό με το ψιλό ΜΙ, όπως οι Καλύμνιοι.

Σχετικά με την αρχική συζήτηση για τη λύρα στην Κύπρο, βρήκα τυχαία, σε μια συζητηση που δεν τη θυμόμουν από τον καιρό που έγινε και την ανακάλυψα τώρα, ένα σχόλιο που ταιριάζει να το μεταφέρω κι εδώ:

(Το παράθεμα μες στο παράθεμα, δηλαδή η φράση για το βιολί και τη λύρα, προέρχεται από μια πτυχιακή που συζητιόταν στο αρχικό νήμα.)

Κυπριακή λύρα από όσα γνωρίζουμε δεν υπήρχε

Το βάζω εδώ γιατί σε 2-3 χρόνια αυτή η κοπελιά, η Χριστίνα Πολυκάρπου που σπούδασε με το Ρος Ντέιλυ και την Κέλυ Θωμά θα θεωρείται απόδειξη ότι υπήρχε κυπριακή λύρα. Και αντιστοίχως η Βερόνικα Αλωνεύτου που έμαθε σαντούρι επειδή της άρεσε ο ήχος της Αρετής Κετιμέ στην τηλεόραση. Προφανώς ζούμε σε μια εποχή που κάποιος μπορεί να πάει να σπουδάσει το οποιοδήποτε όργανο στην Άρτα κλπ με τον ίδιο τρόπο που οι παλιότερες γενιές Κυπρίων έρχονταν στα ελληνικά πανεπιστήμια για να σπουδάσουν ελληνική φιλολογία.

1 «Μου αρέσει»

Κάποτε επισκέφτηκα την Κύπρο και έμεινα εκεί γύρω στις πέντε μέρες. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών μπορούσα να λέω στον καθένα «είμαι στην Κύπρο, βρίσκομαι στην Κύπρο, μένω [στο τάδε μέρος που είναι] στην Κύπρο».

Δε θα το γενικεύσουμε όμως, και να λέμε ότι γενικά είμαι/μένω στην Κύπρο!

Α, επίσης τις ίδιες πέντε μέρες βρισκόταν στην Κύπρο και το λαούτο μου. Που είναι κρητικό (τα ντόπια λαούτα της Κύπρου είναι «νησιώτικα»). Άρα στην Κύπρο υπάρχει, ή έστω υπήρχε στο παρελθόν (για πέντε μέρες), και κρητικό λαούτο… :upside_down_face:

1 «Μου αρέσει»

το “νησιώτικο” λαούτο φαίνεται να έχει εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο των μουσικών, έχω ακούσει από διάφορους ότι το λαούτο μου είναι στεριανό. Προφανώς το δίπολο “στεριανό-κρητικό” είναι πιο απλό σαν ερμηνευτικό σχήμα, αλλά με αυτή τη λογική στη Σίφνο, Κύθνο κλπ παίζουν στεριανό. :upside_down_face:

Τι να κάνουμε, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να πεις «όχι κρητικό»…

Είχα ακούσει ότι στεριανό και νησιώτικο έχουν το ίδιο κούρδισμα αλλά ελαφρώς διαφορετικό μέγεθος, ισχύει; Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το μικρότερο, και αν αφορούσε κλίμακα ή σκάφος ή και τα δυο. Νομίζω όμως πως ξέρω που πρέπει να ρωτήσω.

Εντάξει, μπορεί οι νησιώτες γενικά να προτιμούν λίγο μικρότερα (ή μεγαλύτερα, δεν ξέρω) από τους στεριανούς, αλλά πάντα στο πλαίσιο του όχι τυποποιημένου μεγέθους.

Έτσι κι αλλιώς οι παλιοί μαστόροι δεν ήταν στα νησιά. Ποιος θα έστηνε εργαστήριο λαούτων στη Νάξο ή στην Κάλυμνο, για πόσους πελάτες, όταν γενιές ολόκληρες μουσικών έπαιζαν με το ίδιο λαούτο (ή με το ίδιο βιολί) από πατέρα σε γιο και σε εγγονό; Αν εξαιρέσουμε την Κρήτη, στις στεριανές πόλεις ήταν τα εργαστήρια. Οι Κασοκαρπάθιοι κι οι Τσιριγώτες έπαιρναν από την Κρήτη λόγω εγγύτητος, κι όλοι οι άλλοι από τις στεριανές πόλεις.

__________________________

Edit: Κι οι Κύπριοι δεν ξέρω, ίσως από την Κύπρο(?).

1 «Μου αρέσει»

Καλησπέρα, ίδιο όργανο είναι. Από κατασκευαστή σε κατασκευαστή υπάρχουν μικροδιαφορές αλλά όχι ριζικές. Και το «κρητικό» λαούτο παλαιότερα ήταν το νησιώτικο-στεριανό. Αργότερα έγιναν οι μετατροπές και πλέον η διαφορετική κατασκευή του (μπουκωμένα λαούτα για ηχεία). Ένα ήταν το λαούτο στον χώρο του Αιγαίου έως τη Κύπρο. Στη Ρόδο το λέμε νησιώτικο και φαίνεται να υπήρχε από αρκετά παλιά ενώ στα γύρω νησιά οι μαρτυρίες λένε ότι δεν υπήρχε. Βέβαια να λάβουμε υπόψη ότι οι μαρτυρίες αφορούν ανθρώπους που γνωρίζουν όσα είδαν τη περίοδο που έζησαν άρα πριν από αυτούς υπήρχαν άλλα δεδομένα που ίσως έχουν χαθεί. Κάπως έτσι μια συζήτηση για το «τι υπήρχε» κάπου καταντάει μάταιη. Υπήρχε λύρα στη Κύπρο; Ναι, κάποια στιγμή από τον 9ο αιώνα ως τον 20ο θα έκανε το πέρασμα της. Υπήρχε λύρα στη Κύπρο από το 50’ και μετά; Οχι.

Πολλές φορές ταυτίζουμε περιοχές με μουσικά όργανα, πχ ένα μικρό Κυκλαδονήσι θα σκεφτούμε τσαμπούνα τουμπακι, βιολί λαούτο ίσως κανένα παλιό λυράκι ή και πιο σπάνια μια φλογέρα , μέχρι να βρεθεί σε ένα πατάρι ένας ζουρνάς, ένα κλαρίνο, ένα ντέφι, ένα οποιοδήποτε «αναπάντεχο» εύρημα το οποίο θα μας υπενθυμίσει ότι εκείνες τις εποχές , σε εκείνα τα μέρη, διασκέδαζαν με ότι μπορούσαν να βρουν. Η Ρόδος του 19-20ου αιώνα με το βιολί σαντούρι λύρα λαούτο και σπάνια τσαμπούνα, στο παρελθόν της από το 14-16ο αιώνα μπορεί να χόρευαν γαλλικές και εγγλέζικες χορογραφίες στο παλάτι της παλιάς πόλης υπό τους ήχους δυτικών μουσικών της εποχής. Το ίδιο και η Κύπρος πριν την Ρόδο αφού και εκείνη στου Ιωαννιτες Ιππότες ανηκε.

1 «Μου αρέσει»

Ναι, στα Χανιά, απ’ όπου και πρωτομπήκε γενικά στο νησί το όργανο. Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, όταν άρχισε να εξαπλώνεται σ’ όλη την Κρήτη είχε ήδη διαμορφωθεί σε κρητικό. Αλλά τον καιρό που στα Χανιά έπαιζαν ακόμα νησιώτικο, για συνοδεία του βιολιού, είχαν και στο βιολί άλλο κούρδισμα, χαμηλότερο, νομίζω (ίσως κάπως σαν βιόλας, στο περίπου βέβαια, χωρίς διαπασών).

Γενικά η σαφής διάκριση κρητικού - μη κρητικού λαούτου στηρίζεται στον απόλυτο τόνο, ο οποίος είναι πολύ πρόσφατη υπόθεση. Στο νησιώτικο το Λα, δηλαδή η δεύτερη χορδή του βιολιού ή η πρώτη της λύρας, είναι η πρώτη χορδή, στο κρητικό είναι η δεύτερη. Ναι, αλλά αν χωρίς διαπασών οι λυράρηδες κουρδίζουν την πρώτη χορδή από Λα μέχρι και πάνω Ρε, ενώ οι βιολιτζήδες αντιστρόφως κουρδίζουν τη δεύτερη από Λα (ή λίγο πιο πάνω) μέχρι και έναν-ενάμιση τόνο χαμηλότερα, τοπικά ίσως και ολόκληρη 4η χαμηλότερα, ποιο Λα και ποιο Ρε συζητάμε; Οι πολύ πιο πρόσφατες γενιές είναι που πρώτα ονόμασαν τις χορδές με νότες, Μι, Λα, Ρε κατά το πρότυπο των διδασκόμενων οργάνων, και στη συνέχεια τις προσάρμοσαν και στ’ αλήθεια στο ονομαστικό τους ύψος.

Έχουμε δει παλιότερα στο φόρουμ καρδιτσιώτικη κομπανία με κλαρίνο Σιb ή Λα, δε θυμάμαι, που παίζει δηλαδή ή έναν ή ενάμιση τόνο κάτω από το ονομαστικό ύψος της κάθε νότας, και το βιολί και το λαούτο να είναι κουρδισμένα αναλόγως ώστε να παίζουν ανοιχτά. Δηλαδή η χορδή που ονομάζουμε Λα, η πρώτη, ήταν κατεβασμένη στο Σολ ή στο Φα#. Αλλά όταν ο Καρπάθιος -παλιότερα κι ο Κρητικός- κουρδίζει τη λύρα στο Σι, τον ακολουθεί και το λαούτο, που εδώ είναι κρητικό: όλες οι χορδές ανεβαίνουν έναν τόνο, οπότε η δεύτερη (ονομαστικά Λα) πάει στο Σι, και η πρώτη (ονομαστικά Μι) πάει στο Φα#.

Οπότε στη μία περίπτωση το λαούτο κουρδίζει Φα#-Σι-Μι-Λα, και το λέμε στεριανό, και στην άλλη… ακριβώς το ίδιο, και το λέμε κρητικό!!

Επίσης: οι τσαμπούνες, που το υποτιθέμενο Λα το έχουν συνήθως γύρω στο Σι, σε δύο νησιά παίζουν με λαούτο: στην Κάρπαθο, με κρητικό, και στην Κύθνο με νησιώτικο. Αλλά οι μεν Καρπάθιοι ανεβάζουν το λαούτο μέχρι η χορδή «Λα» (δεύτερη) να βρει την τσαμπούνα, οι δε Θερμιώτες (=από την Κύθνο) το κατεβάζουν μέχρι να τη βρει η χορδή «Ρε», που σ’ αυτούς είναι και πάλι η δεύτερη! Οπότε και πάλι τα δύο λαούτα κουρδίζουν στα ίδια αντικειμενικά ύψη.

Όλα αυτά όμως δε διατηρούνται σήμερα παρά μόνο ως σποραδικά κατάλοιπα. Κατά βάση όλοι οι μουσικοί κουρδίζουν στο διαπασών, και για κάθε έγχορδο προβλέπεται συγκεκριμένο κούρδισμα. Όλα τα κρητικά λαούτα κουρδίζουν Μι-Λα-Ρε-Σολ, κι όλα τα υπόλοιπα Λα-Ρε-Σολ-Ντο. Επομένως, φτιάχνονται έτσι ώστε να υποστηρίζουν το καθένα το κούρδισμά του.

1 «Μου αρέσει»

Ο Αβέρωφ λέει το ίδιο για την Κύπρο, ότι τα τραγούδια παραείναι ψηλά στην τονικότητα που βολεύει τα όργανα αν κουρδίσεις στο 440, επειδή παλιά οι χορδές ήταν εντέρινες και κούρδιζαν πιο χαμηλά κλπ.

Υπήρχαν κατασκευαστές σίγουρα, που τους συζητήσαμε και στο φόρουμ, δεν είναι όργανο που το φτιάχνεις μόνος σου κόβοντας ένα καλάμι από τον ποταμό.

Αν πάμε πολύ παλιά ίσως και από Μικρασία. Ο Σταθόπουλος στη Σμύρνη σίγουρα θα κάλυπτε και τα νησιά του Αγαίου.

είχαν παρουσία στην Κύπρο όπως και οι Ναΐτες πριν τη διάλυση τους, αλλά δεν τους ανήκε όπως η Ρόδος. Υπάρχει και μουσική από εκείνη την περίοδο αλλά θα ξεφύγουμε εντελώς.

1 «Μου αρέσει»