Rembetiko: Τέτος Δημητριάδης - Basil Fomeen

Μόνος δημιουργός αναφέρεται ο συνθέτης Basil Fomeen πάντως. Η καρτέλα δεν κάνει λόγο για στιχουργό.

Ναι, δικό μου λάθος: στη ρουμπρίκα “Προσωπικό” γράφει Tetos Demetriades (Τέτος Δημητριάδης) (Vocalist: tenor vocal), ενώ στο “Authors and composers” δεν σημειώνεται ποιος έγραψε τους στίχους.

Όπως ειπώθηκε παραπάνω, το τραγούδι δεν έχει βρεθεί. Δεν υπάρχει, ακόμα τουλάχιστον. Ούτε η ετικέτα του έχει βρεθεί.

Ο Μανιάτης τα μπερδεύει και χρεώνει το τραγούδι στον Ορφέα Καραβία με ορχήστρα, χωρίς να αναφέρει καθόλου τον Τέτο Δημητριάδη. Αντίθετα, στο «Αχ μωρό» έχει τους συντελεστές του «Ρεμπέτικου» ¨Γαλάζιες νύχτες¨. Οπότε το «Ρεμπέτικο» ¨Γαλάζιες νύχτες¨ είναι σύμπραξη Fomeen-Δημητριάδη (Νώντα Σγουρού) και το «Αχ μωρό» είναι με την ορχήστρα Καραβία. Ο Fomeen πρέπει να έγραψε την μουσική και στα δύο τραγούδια.

Εδώ στην καρτέλα του Fomeen, στην ίδια ιστοσελίδα, το κομμάτι αναφέρεται ως «Blue nights».

Κατά πάσα πιθανότητα το τραγούδι πρέπει να λέγεται «Γαλάζιες Νύχτες» και η Victor αντί να το περάσει έτσι στην ετικέτα, έγραψε σαν τίτλο «Ρεμπέτικο» και μέσα σε παρένθεση έβαλε το «Γαλάζιες Νύχτες».

Το τραγούδι διαφημίστηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μέσω της εφημερίδας «Ατλαντίς» στις 20 Σεπτεμβρίου 1930. Στην διαφήμιση ο τίτλος είναι «Ρεμπέτικο». Το τραγούδι, σύμφωνα με την διαφήμιση, το τραγουδάει ο Τέτος Δημητριάδης. Χωρίς το ψευδώνυμο Νώντας Σγουρός, που πέρασε στους δίσκους.

Να πούμε ότι το τραγούδι ηχογραφήθηκε στις 4/3/1930 και ένα μήνα μετά ο Τέτος Δημητριάδης βρέθηκε στην Αθήνα, για να οργανώσει και να ηχογραφήσει τα πρώτα 6 από τα 12 τραγούδια με κιθάρες, με τον Κώστα Μπέζο.

Μάλιστα από την ιστοσελίδα που ανέβασε η Ελένη, προκύπτει ότι στα τραγούδια με τον Μπέζο, πρώτα ηχογραφήθηκε ο «Γιάννης Χασικλής» και μετά το «Ήσουνα ξυπόλητη». Ακολουθούν δύο (2) μήτρες που δεν ξέρουμε ποια τραγούδια ηχογραφήθηκαν και συνεχίζεται με τα τραγούδια, «Στην υπόγα», «Ντερτηλίδικος χορός», η «Τρούμπα» και τέλος το «Κάηκε ένα σχολειό». Όλα ηχογραφούνται στις 20/5/1930.

Ο «Γιάννης Χασικλής», ηχογραφήθηκε μετά τον Κωστή Μπέζο και με τον Γιώργο Καμβύση για λογαριασμό της Parlophone. Στην ετικέτα δεν αναφέρεται ο συνθέτης παρά μόνο ο τραγουδιστής.

Στον «Ντερτηλίδικο χορό», η ιστοσελίδα της Ελένης, γράφει για άντρα τραγουδιστή . Όπως γνωρίζουμε, ο «Ντερτηλίδικος χορός» είναι οργανικό και πέρα από ένα-δυο «ωχχχ» που ακούγονται, δεν υπάρχει αντρική φωνή να τραγουδάει. Το ίδιο ισχύει και για την «Τρούμπα».

Το «Αχ μωρό» υπάρχει και στο sealabs σαν «Oh, baby». Δυστυχώς δεν έχει βρεθεί η ετικέτα από την πρώτη κυκλοφορία, ούτε από την επανέκδοση του τραγουδιού, για λογαριασμό της Orthophonic.

Αναμένουμε ήχο και εικόνα.

1 «Μου αρέσει»

by Edmund Michael Innes

Edmund Michael Innes - Repo... by on Scribd

Light songs of the low class people, introduced in 1923
by the refugees from Asia Minor. There are old ones of unknown
composers and new ones, the best of which are written by Toundas,
Vaindirlis, Dragatsis. Our Dalgas also is writing Rebetika, but without any great success up to now.
Last hits: ‘Maritsa I Smyrnia’ (Semsis) - ‘Mangas’ (Baindirlis) - ‘Omologies’ (Toundas) - ‘Kouklaki mou’ (Toundas) - ‘Pangratiotissa’ (Toundas) ‘Passalimaniotissa’ (Toundas) - ‘Maritsa Kouklitsa’ (Toundas).

The Greek record must be loud. Greek people must have the impression when buying a record that they get something worth the money they give. They do not care about the wear. The record must be loud, full of brilliancy and noise, and not a dead thing. They also want to hear the words.

The lowest class of the population - 60%, are interested in all Greek records, but popular titles, traditional or otherwise, are in greatest favour. Rebetika appeal to everybody; Kleftika, folk songs, and folk dances, mostly to country people; Manedes to north eastern people, to the refugees and generally to those who used to live in Turkish territory. They like also Cantades and Greek Operettas and musical comedies, especially with comic duets, and generally any comic monologue or dialogue ending with a chorus or a refrain. Tango, not as a dance, but as a song, also appeals to most people and generally any song with sentiment and passion. It cannot be said that they have one special author in great favour, although Hadjiapostolou is likely to become a great favourite.

The middle class - 30% - have an extensive knowledge of music, but are not difficult to satisfy. They prefer European music, but when they belong to the country, they always take a great pleasure in Kleftika, folk songs, folk dances, and they like Rebetika and comic songs, not for the song itself, but as a sort of light and comic entertainment. The light sort of European music is the most preferred:

  • Italian Opera: Rigoletto ranks first, Barbiere, Trovatore, Lucia, Tosca, Aida, Traviata, Ernani, Pagliacci, Cavalleria. (Most people call that classical music!)
  • Viennese Operetta: Kalmán, Lehár and Strauss: Czardasfürstin, Eva, Walzertraum, etc.
  • Greek Operettas and Musical Comedies of Sakellaridis, Hadjiapostolou, Constandinidis, Martino, Vitali (who has been our Maestro for the last two sessions), Comninos.
  • Cantades, Serenades, Italian and modern Greek songs, Mandolinades.
  • Western dance music: Tango is in exceedingly great favour as dance and still more as song. Foxtrot is still in favour but not with the same vogue as before. For dance and theme songs of films, there is a demand preceding the actual performance in Greece from people who heard of the hits from Paris, London or Berlin.
  • Records of Hawaiian guitars are extremely popular. The artistes most in favour among this class of population, are: Caruso, Titta Ruffo, Chaliapin, Fleta, Schipa, Stracciari, Galli-Curci, Dal Monte. Gigli and Martinelli enjoy less favour by comparison. Heifetz, Kreisler, Thibaud, Paderewski, Lewitski, Philadelphia Symphony Orchestra are other artistes of ours in favour
    in Greece. For Greek artistes: Lappas (Columbia) ranks before our Angelopoulos mostly by the means of an intense advertising; then come Angelopoulos, Xirellis, Epitropakis and Madame Epitropakis.

The high class - 10% - is very little educated musically, is very snobbish and follows the dictations of the fashion. They despise whatever is Greek although in their hearts they remain faithful to the Greek popular music which they do not buy for fear of opinion. They buy all kinds of Western music above mentioned, a little of the classical repertoire: Grieg, Brahms, Liszt, and a good many Tangos and Foxtrots.

3 «Μου αρέσει»

Πράγματι, αυτή είναι η σωστή χρονολογία, με δεδομένο ότι στην Αμερική προηγείται ο μήνας και ακολουθεί η ημέρα - αντίθετα από ό,τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο.

Έτσι, το 3/4/1930 της καρτέλας σημαίνει ότι η ηχογράφηση έγινε τον 3ο μήνα, το Μάρτη δηλαδή.
Επομένως, 4/3/1930 έγινε η ηχογράφηση.

by Edmund Michael Innes, για όποιον ενδιαφέρεται, εδώ:

Η αναζήτηση για το ηχογράφημα συνεχίζεται…

3 «Μου αρέσει»

(το έχουμε ξαναπεί πριν πολλά χρόνια, αλλά…)

Γάτα ο Ιnnes! Μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες, έπιασε την ελληνική αγορά δίσκων σχεδόν χωρίς το παραμικρό λάθος. Κάτι που ο Κισσόπουλος (ο εν Ελλάδι αντιπρόσωπος), χρόνια στο κουρμπέτι, δεν κατάφερε να ανακαλύψει ποτέ του.

1 «Μου αρέσει»

Πολύ εντυπωσιακό! Βέβαια δεν είμαι σε θέση να κρίνω πόσο εύστοχο είναι, αλλά δείχνει ρεαλιστικό.

Μόνο εκεί που λέει για τα χαβανέζικα εκπλήσσομαι. Αφού υπήρχε τουλάχιστον ένα ελληνικό συγκρότημα με χαβάγιες (τα Άσπρα Πουλιά του Μπέζου), είναι εύλογο ότι το είδος θα είχε επιτυχία, αλλά παραμένει γεγονός που αγνοούσα, όπως επίσης αγνοούσα και όλα τα αναφερόμενα συγκροτήματα (ενώ για όλα τα άλλα είδη ξέρω τους περισσότερους εκπροσώπους ή έργα που αναφέρονται, και όχι τόσο από προσωπικό ψάξιμο όσα γιατί είναι γενικότερα γνωστοί).

Οξύτατη σα βιτριόλι η τελευταία παράγραφος, για το ανώτατο 10% της κοινωνίας!

Ανεβάζω για τους πολυπληθείς φίλους της σελίδας μας, δύο (2) ετικέτες δίσκων με τραγούδια που συζητήθηκαν στην αρχή του παρόντος νήματος.

Ο πρώτος δίσκος, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα αποτελέσματα, όπου στην ετικέτα του αναγράφεται ο όρος “ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ”. Ηχογραφήθηκε ή το 1912 ή το 1913 για την εταιρεία “ORFEON” με έδρα την Κωνσταντινούπολη. ΑΠΟΝΙΑ

Το “Τίκι τίκι τακ” είναι της ίδιας περιόδου, πάνω κάτω, με την “ΑΠΟΝΙΑ”. Θεωρείται η δεύτερη ετικέτα με τον όρο “ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ”. ΤΙΚΙ ΤΙΚΙ ΤΑΚ

2 «Μου αρέσει»

Πλάκα έχει η παραποίηση ονόματος του Γιαγκούλη Ψαμαθιαλή σε Γιάνκος Ψαματιαήλ!

1 «Μου αρέσει»

“Μόνο εκεί που λέει για τα χαβανέζικα εκπλήσσομαι. Αφού υπήρχε τουλάχιστον ένα ελληνικό συγκρότημα με χαβάγιες (τα Άσπρα Πουλιά του Μπέζου), είναι εύλογο ότι το είδος θα είχε επιτυχία, αλλά παραμένει γεγονός που αγνοούσα”

Κι όμως Περικλή, θα σου πω ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80 υπήρχε στην περιοχή των συνόρων της Ηλιούπολης με το Μπραχάμι σχεδόν πάνω στην Βουλιαγμένης, ταβερνάκι που είχε δίδυμο με χαβάγιες. Το θυμάμαι γιατί πηγαίναμε αρκετά συχνά όσο ήμουν μικρός. Το είδος αυτό βέβαια γενικά είχε χαθεί από την μουσική σκηνή. Απλά το αναφέρω γιατί όσο και να προσπαθώ δεν μπορώ να θυμηθώ τα ονόματα, ούτε της ταβέρνας ούτε μουσικών. Ίσως κάποιος άλλος που ήξερε την περιοχή να θυμάται κάτι περισσότερο. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι ήταν κοντά στα “Μπακαλιαράκια” μια πιο γνωστή ταβέρνα της περιοχής.

Η πρώτη ετικέτα, σύμφωνα με το sealabs, στην οποία αναγράφεται ο όρος “Αρχοντορεμπέτικο”.

Μιλάμε για το τραγούδι του Αντώνη Διαμαντίδη (Νταλγκάς) “ΚΑΣΤΑΝΗ” από την Γαλλική εταιρεία δίσκων PATHE.

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1929. ΚΑΣΤΑΝΗ

Το τραγούδι, όπως το παραπάνω ηχογραφήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1929. ΜΑΓΚΑΣ

Τέλος στο νήμα Το Αρχοντορεμπέτικο σημειώνεται από τον χρήστη frank ότι ο όρος “Αρχοντορεμπέτικο” είναι πιο παλιός και συγκεκριμένα του 1925 στην ετικέτα του τραγουδιού “Η Ξελογιάστρα” με τον Τέτο Δημητριάδη για λογαριασμό της Αμερικάνικης Columbia.

Στην συγκεκριμένη ετικέτα δεν υπάρχει ο όρος “Αρχοντορεμπέτικο”.

1 «Μου αρέσει»

Για του λόγου το αληθές.

1 «Μου αρέσει»

Μου κάνει εντύπωση να τον χαρακτηρίζει τενόρο. Βαρύτονο θα τον έλεγα.

Παρεμπιπτόντως, πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες φωνές της εποχής. Τον ανακαλύπτω τώρα, κι έχω πάθει πλάκα! Ήξερα αρκετά τραγούδια του, αλλά χωρίς να έχω πολυπαρατηρήσει ποιος τραγουδάει. Τώρα, με αφορμή τη μεγαλειώδη εκτέλεση του Τζιβαέρι-Μανέ που βρήκα τις προάλλες, είπα να τον ψάξω λίγο παραπάνω.

Ανήκει στη χορεία των μεσοπολεμικών τραγουδιστών - πολυεργαλείων (ελαφρά, επιθεωρησιακά, ρεμπέτικα, δημοτικά, σμυρναίικα…), μαζί με Παπαγκίκα, Νταλγκά, Κατσαρό κ.ά. Μεγάλη ερμηνευτική ευελιξία: μπορεί να μην τα λέει όλα «αυθεντικά», αλλά σίγουρα τα λέει όλα καλά και σίγουρα όχι όλα με τον ίδιο ισοπεδωτικό τρόπο. Απίστευτος μάστορας, σ’ ό,τι κι αν πει βγάζει μια ζεστή, πλούσια φωνή που γεμίζει τον χώρο χωρίς να διακρίνεται καμία ιδιαίτερη προσπάθεια γι’ αυτό, και χωρίς επίδειξη. Επιπλέον, φαίνεται πως είχε την τάση να συνεργάζεται με εξαιρετικές ορχήστρες. Πρωτοπορία στο έθνικ - φιούζιον που συνέβαινε τότε στην Αμερική, με μερικές εντυπωσιακές επανεκτελέσεις-διασκευές όπως λ.χ. της Μαρίκας της Δασκάλας.

Όποιος δεν τον ξέρει, προτείνεται ενθέρμως. Όποιος πάλι τον ξέρει καλά, ας προτείνει μερικά. Υπάρχει άραγε δίσκος που να συγκεντρώνει αντιπροσωπευτικές ηχογραφήσεις του;

Εγώ, μάλλον για τενόρο τον κατατάσσω αλλά, δεν θα σκάσουμε… Ακούγοντας κι εγώ με προσοχή το Τζιβαέρι του συμφωνώ, καλλιεργημένη φωνή και πολύ προσεκτική ερμηνεία. Διαφαίνεται σαφέστατα όμως η μεγαλοαστική «προϋπηρεσία» και, κυρίως, ε, Νταλγκάς δεν είναι, ό,τι και να κάνουμε. Συμφωνώ όμως και στο ότι ό,τι και να του δώσεις, θα το διεκπεραιώσει άψογα, κάτι που δεν το είχαν όλοι οι τότε εμπλακέντες στη δισκογραφία. Δίσκος / άλμπουμ με τίτλο «Οι μεγαλύτερες επιτυχίες του Τ. Δ.» ή παρεμφερή όχι, δεν υπήρξε.

Κι όμως, Νίκο, να σου πω ότι εμένα τείνει να μ’ αρέσει περισσότερο από τον Νταλγκά;

Σίγουρα το τι αρέσει στον καθένα δεν είναι και το πιο γόνιμο θέμα συζήτησης - περί ορέξεως κολοκυθόπιττα. Βρίσκω όμως ότι ο Νταλγκάς, που έχει πολύ πιο ενιαίο ύφος ερμηνείας σε όλα τα είδη που έχει τραγουδήσει, κάνει πολλή «φασαρία». Σ’ εκείνον, παρά τις απίστευτες φωνητικές ικανότητες, η ένταση της προσπάθειας είναι μονίμως φανερή, ενώ ετούτος (ο Δημητριάδης) τραγουδάει πιο αβίαστα.

Πέραν αυτού κάτι ακόμα -που δεν είναι αξιολογικό αλλά απλή διαπίστωση- είναι ότι ο Δημητριάδης, ενώ μπορεί το τραγούδι του και η γνώση του να μην έχουν το βάθος κάποιων Σμυρνιών και Κ’πολιτών, είχε μεγαλύτρη ετοιμότητα ν’ αφομοιώνει καινούργια πράγματα, απ’ αυτά που κυκλοφορούσαν γύρω του στην Αμερική. Ενώ άλλοι μάς συνδέουν καλύτερα με το παρελθόν, ο Δημητριάδης ήταν πιο κοντά στο εντελώς καινούργιο παρόν και το (τότε) μέλλον.

Δεν ξέρω ποιοι άλλοι Ελληνοαμερικάνοι το είχαν αυτό. Η Παπαγκίκα όχι, ο Κατσαρός ίσως κατά κάποιο τρόπο αλλά ήταν τελείως σούι γκένερις, ο Πιπεράκης δε θα 'λεγα, οι καθαυτού παραδοσιακοί τραγουδιστές της Αμερικής σίγουρα όχι. Λίγο μεταγενέστερα ίσως ο Γκαντίνης, αλλά μου φαίνεται ότι στα δικά του τα χρόνια κάτι τέτοιο ήταν πιο εύκολο.

Καταλαβαίνω απόλυτα αυτό που λες, Περικλή, κι ας προτιμώ την τέχνη (και τη φασαρία, πακέτο πάνε…) του Νταλγκά. Ο Δ. έμαθε από μικρός, στην κοινωνία όπου μεγάλωσε, ότι «οι καθωσπρέπει άνθρωποι δεν κάνουν φασαρία!». Όσο για την ικανότητα προσαρμογής στο καινούργιο, εκεί βεβαίως είναι, κυριολεκτικά, άπιαστος. Δεν συγκρίνεται ούτε με τους «Αμερικάνους» αλλά ούτε και με τους «Αθηναίους» σύγχρονούς του, που πράγματι ο καθένας τους είχε ένα προσωπικό στιλ, που περιόριζε και το ρεπερτόριο και τις δυνατότητες υπέρβασης των μέχρι τότε γνωστών και αποδεκτών ορίων. Και σε όλα τούτα, βεβαίως, προσετίθετο και η άλλη του διάσταση, που ίσως περισσότερο χρόνο αφιέρωνε σ’ αυτήν παρά στο τραγούδι: το μάνατζμεντ της ελληνόφωνης αγοράς μιάς εταιρίας – μεγαθηρίου, ένας συνδυασμός που κανείς άλλος ποτέ δεν τόλμησε να δοκιμάσει.

Έτυχε να βρω εδώ:

ότι ο Τέτος Δημητριάδης έπαιξε στην “Γροθιά του Σακάτη” του 1930 την πρώτη ταινία “ομιλούσα ελληνικά”. Εκτός από τον ρόλο του Γιώργου (του ανέμελου αδερφού), που παίζει τραγουδά και δυο τραγούδια. Το “¨Έλα να νιώσεις”:

και το “Ζωή τρελλή.” :

Το ενδιαφέρον για μένα είναι ότι ο Δημητριάδης παρουσιάζει το τραγούδι πριν το πει στο δίσκο.
Επίσης αυτοχαρακτηρίζεται τενόρος.

2 «Μου αρέσει»

Ο σπάνιος αυτός δίσκος, ανήκει στο μέλος της σελίδας μας @tasosaigaleo


2 «Μου αρέσει»

Να διορθώσω τον εαυτό μου λέγοντας ότι το τραγούδι “Καστανή” είναι του Μενέλαου Μιχαηλίδη και όχι του Νταλγκά.

Περνάω στη δεύτερη προπολεμική ετικέτα που κυκλοφόρησε στην Ελληνική αγορά, στην οποία βλέπουμε τον όρο “Αρχοντορεμπέτικο”.

Αναφέρομαι στο τραγούδι “Αρχόντισσα” του Ιάκωβου Μοντανάρη, με τον Κώστα Ρούκουνα στα φωνητικά. Ηχογραφήθηκε το 1931 για την Columbia. ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ

WG-153 DG-113

Το 1951, ο Γιώργος Μητσάκης έγραψε τραγούδι με τον τίτλο “Αρχοντορεμπέτισσα”, με την Ρένα Ντάλια, τον Γιάννη Τατασόπουλο και τον ίδιο τον συνθέτη στα φωνητικά. ΑΡΧΟΝΤΟΡΕΜΠΕΤΙΣΣΑ

3 «Μου αρέσει»

Είναι αξιοπρόσεκτο πως ο Τέτος Δημητριάδης (1) μαζί με το Basil Fomeen πρωταγωνίστησαν στη δεύτερη φωνητική και ταυτόχρονα πρώτη μουσική ταινία που προβλήθηκε στις ΗΠΑ, στις 13/4/1930 και στη συνέχεια στην Ελλάδα, στις 12/5/1930, στο «Αττικόν», στην Αθήνα.
Πρόκειται για την ταινία «Μια πρόβα στα γρήγορα», σε παραγωγή της Orthophonic Picture Corporation
Διαβάζουμε: "Μια πρόβα στα γρήγορα»
Η δεύτερη φωνητική ταινία, που και στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα προβλήθηκε μαζί με τη «Γροθιά του σακάτη», ήταν το «Μια πρόβα στα γρήγορα», κόπια της οποίας φέρεται να σώζεται στο αρχείο του Ja¬cob’s Pillow Dance Festival. Σύμφωνα με τον κατάλογο του Jacob’s Pillow, στην εισαγωγική καρτέλα αναγράφεται στα ελληνικά: «Η Orthophonic Picture Corporation της Νέας Υόρκης παρουσιάζει τον Τέτο Δημητριάδη στο πρώτο ελληνικό φωνο-κινηματογραφικό κωμικό σκετς, Μια Πρόβα Στα Γρήγορα».

Σε γενικές γραμμές, η στοιχειώδης ιστορία της ταινίας είχε ως εξής:
Δύο πρόσωπα εμφανίζονται: ο ακορντεονίστας Βασίλης Φομέν και ο Τέτος Δημητριάδης. Στην αρχή, ο Τέτος εξασκεί τη φωνή του προβάροντας Ριγκολέτο.(δηλαδή έκανε απλά «Α… α… α…»). Έρχεται όμως ο Βασίλης και του λέει «Πάμε! Πάμε!». «Γιατί και πού να πάμε;» «Ξέχασες ότι έχουμε πρόβα σήμερα;».
Σε κάποια στιγμή ο Τέτος ανησυχεί: «Πειράζει που τα ελληνικά μου δεν είναι πολύ καλά;», για να του απαντήσει ο Βασίλης, «Μην ανησυχείς… κανείς ηθοποιός στο Ελληνικό Θέατρο δεν ξέρει τα ελληνικά του». Αργότερα φέρονται να γκρεμίζουν τον «τοίχο» της οθόνης:
Βασίλης: «Πού είναι το κοινό;»
Τέτος: «Δεν το βλέπεις; Να το κοινό»
Βασίλης: «Πού… τρελάθηκες;»
Στη σύντομη διάρκεια της ταινίας ακούγεται ένα φοξ τροτ (2) ως μουσικό χαλί κατά παραγγελία, ενώ ο Τέτος Δημητριάδης ερμηνεύει δύο τραγουδάκια και… η ταινία κλείνει με την ατάκα του Τέτου: «Ωραία! Ωραία! Έφτιαξες μια μεγάλη επιτυχία. Πάμε».
Τη μουσική συνέθεσαν ο Ι. Σκίζας και ο Βασίλης Φομέν, ενώ τους στίχους έγραψαν από κοινού ο Όκαρ (εννοείται προφανώς ο Ορφέας Καραβίας) και ο Δημητριάδης. Το φιλμάκι αυτό θα προβαλλόταν αρκετές φορές σε κινηματογράφους της Αλεξάνδρειας συνοδεύοντας διάφορες ελληνικές ταινίες τα επόμενα χρόνια (π.χ. την ηχητική έκδοση του «Έρως και κύματα» το Νοέμβριο του 1936).

  1. Ο Τέτος Δημητριάδης είχε πρωταγωνιστήσει, στις ίδιες ακριβώς ημερομηνίες, και στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα – όχι αυτή τη φορά με συμμετοχή του Fomeen - στην πρώτη ομιλούσα ταινία που είχε τίτλο «Η γροθιά του Σακάτη».
  2. Φοξ τροτ είναι και αυτό που αναζητούμε σ’ αυτήν εδώ την ανάρτηση, με τίτλο «Rembetiko".
    Ή συνέθεσαν οι δυο τους [Τ.Δ. και B. F.] δυο τραγούδια στον ίδιο ρυθμό ή πρόκειται για το ίδιο τραγούδι!
    Ούτως ή άλλως, με ένα χρόνο διαφορά παρουσιάστηκαν, αυτό της ταινίας το 1929 και το «Rembetiko” που αναζητούμε, το 1930.

[Οι πληροφορίες από εδώ:]

5 «Μου αρέσει»