Συμφωνώ με αυτό που λες σχετικά με τις εποχές, γι αυτό έφερα παράδειγμα τον Θέμη Ανδρεάδη με την λογική ότι και αρκετά χρόνια μετά ¨το καλοκαίρι τώρα¨ δεν ενοχλούσε.
Αισθάνομαι λίγο αμήχανος να θέτω τέτοια θέματα.
Προφανώς ο κόσμος δεν κρέμεται απο τα χείλη ενος 40ρη μουσάτου λευκού άντρα σαν και μένα για να μιλήσει για πολιτική ορθότητα και ισότητα.
Το κατανοώ οτι αυτά τα σχόλια , η ενδοοικογενειακή βία, ο ταμ-ταμ-ταμ κλπ αφορούν αισθητική άλλης εποχής. Το θέμα είναι αν θα πρέπει να τα συζηταμε και να το αναγνωρίζουμε.
Πιστεύω πως ναι…Κάθε τραγούδι είναι μια ιστορία.Εγώ προτιμώ να διαλέγω ποιες ιστορίες θα λέω.
Η μπορει να υπερβάλλω και θα πρέπει να συμφωνήσω πως …είναι για όποιον αρέσει…και το θέμα δεν χρειάζεται να συζητηθεί.
Για αυτό άλλωστε 50% των ενεργών χρηστών του φόρουμ είναι γυναίκες , σωστά;
Όχι. Το «σ’ όποιον αρέσει και δε χωρεί συζήτηση» αφορούσε το αισθητικό μέρος: αν στον έναν αρέσει η Βαρβάρα (μουσικά, αισθητικά) ή στον άλλον δεν αρέσουν οι Τρεις καβαλάρηδες, δεν υπάρχει τίποτε να ειπωθεί.
Για το άλλο σκέλος, πώς να το πούμε… «ιδεολογικό»; …όχι ακριβώς - τέλος πάντων, για το άλλο σκέλος φυσικά και χωράει συζήτηση.
Συμφωνώ και χαίρομαι που ανοίγει αυτή η κουβέντα. Θα παρατηρήσω μόνο πως, όπως φαίνεται από την συζήτηση εδώ αλλά και την ειδησεογραφία των τελευταίων μηνών, η εποχή δεν έχει αλλάξει και τόσο σε κάποια θέματα.
Κι εγώ συμφωνώ. Όταν ανοίγουμε το στόμα μας να τραγουδήσουμε, πρέπει να λέμε αλήθειες. Το αντίθετο μπορεί να είναι από ανεύθυνο έως επικίνδυνο. Γι’ αυτό άλλωστε και το τραγούδι έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσον προπαγάνδας (αλλά και …διαφήμισης!).
Όμως, ποια είναι η προσωπική αλήθεια του καθενός;
Σίγουρα δεν έχει σχέση με την άμεση κυριολεξία του κάθε τραγουδιού. Ο καθένας μπορεί να τραγουδήσει «χωρίσαμε ένα δειλινό» χωρίς να το ταυτίζει κατ’ ανάγκην με μια προσωπική του ιστορία, αλλά χωρίς ούτε και να αισθάνεται ψεύτης.
Απλοϊκό παράδειγμα βέβαια. Πάμε σ’ ένα πιο περίπλοκο:
Πολλοί (μεταξύ των οποίων κι ο υποφαινόμενος - δεν είμαι μεν επαγγελματίας μουσικός, αλλά νομίζω πως δεν έχει να κάνει) μπορεί να τραγουδάμε με ενθουσιασμό «Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες» ή «θα 'ρθω με το κουμπούρι μου και θα σε ξεφτιλίσω» ή «πέντε χρόνια δικασμένος» και πολλά παρόμοια, χωρίς να είμαστε φυλακόβιοι / νταήδες / πορτοφολάδες, ούτε φίλοι και υποστηρικτές του νταηλικιού, των πορτοφολάδων κλπ. Αλλά και συνάμα χωρίς να αισθανόμαστε ψεύτες!
Ε, κάπου μέσα σ’ όλα αυτά ο καθένας τραβάει και κάποιες κόκκινες γραμμές: «Αυτό δεν το λέω, γιατί τότε θα είμαι ψεύτης». Ή: «Αυτό δεν το λέω γιατί θα συμβάλω στην αποδοχή και τη διαιώνισή του ενώ το θεωρώ απαράδεκτο».
Οι ίδιοι, πιθανότατα, άνθρωποι που θεωρούν εξίσου απαράδεκτο να πας με το κουμπούρι σου και να τον ξεφτιλίσεις, ή έστω να αναφέρεις ένα τέτοιο ενδεχόμενο χωρίς να το καταδικάσεις, κι όμως δεν αισθάνονται ότι το τραγούδι έχει τέτοια παγίδα!
Δεν ξέρω πώς ερμηνεύεται αυτό το φαινόμενο.
Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να θυμηθώ τραγούδια που πέφτουν έξω από την προσωπική μου κόκκινη γραμμή. Υπάρχουν πάντως.
Θα συμφωνήσω με τον Περικλή για άλλη μια φορά. Επίσης θα ήθελα να προσθέσω την πτυχή του “ποιος τα λέει”.
Για παράδειγμα “το καλοκαίρι τώρα” στην έκδοση του 1975-6 το λέει ένας γνωστός σατιρικός καλλιτέχνης της εποχής. Οπότε δεν μπορώ να το πάρω σοβαρά και να μιλήσω για πρόβλημα ήθους ή πολιτικής ορθότητας. Αν και σήμερα το κάνει ένας σατιρικός καλλιτέχνης πάλι δεν θα δεχτώ ότι προσβάλλει.
Μεγάλο ποσοστό των ρεμπέτικων που μας αρέσουν μιλάει για πράξεις καταδικαστέες. Από την συμπεριφορά στις γυναίκες μέχρι το σακάκι που κλέβει ένας τύπος όχι για να φάει μια φρατζόλα ψωμί, αλλά για να μαστουριάσει. (Το λατρεύω το τραγούδι). Θα μου πεις περιγράφει μια πραγματικότητα όπως την βίωναν τότε και σε πολλές άλλες εποχές. Ε και? Αν είναι να τα πάρουμε όλα μετρητοίς και να τα ζυγίσουμε με τέτοια κριτήρια θα τους αδικήσουμε και αυτούς και το έργο τους.
Το ότι το αναγνωρίζουμε φίλε Αλέξανδρε για μένα είναι εκ των ουκ άνευ. Αν κάποιος σήμερα δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τέτοια θέματα, τότε η επιρροή του ρεμπέτικου και των τραγουδιών του πάνω του είναι το λιγότερο από τα προβλήματα που τον διαμόρφωσαν.
Εγώ πάλι το θέμα της επιρροής του ρεμπέτικου σε συμπεριφορές, το συναντάω πολύ συχνότερα σε περιπτώσεις χασισοποτείας, παρά σε θέματα αντιμετώπισης γυναικών ή βίας. Για παράδειγμα έχω ακούσει αρκετές φορές ότι με ένα “τσιγαράκι” αποδίδω καλύτερα τον Μάρκο, και ποτέ ότι “χτύπησα την πουτ@ν@ σήμερα, γιατί το βράδυ παίζω στο ρεμπετάδικο, και θα τα πω καλύτερα”.
Για την Βαρβάρα τώρα. Δεχόμαστε ότι είναι ένα σατιρικό τραγούδι. (Ελπίζω). Αν είναι σατιρικό τότε δεν δέχεται κριτική για τους στίχους. Ίσα ίσα που επιτρέπεται να χαμογελάσεις όταν τους ακούσεις. Όχι για την υποτιθέμενη Βαρβάρα, αλλά για το ταίριασμα και το λογοπαίγνιο με το ψάρεμα χρησιμοποιώντας όρους ψαράδικης αγοράς.
Για τους τρεις καμπαλέρους με τον Μάρκο, προσωπικά δεν μου αρέσει ούτε και ως σάτιρα. Το θεωρώ κακό τραγούδι τόσο απλά.
Συμπλήρωση: “Το καλοκαίρι τώρα” εγώ θα το έλεγα άνετα σε μια παρέα με την απόλυτη αυτογνωσία ότι αν και χωρίς μουστάκι ανήκω στους γέρους καραφλούς με τις κοιλιές, αυτοσαρκαζόμενος.
Α, να ένα! Όχι πως θα υπήρχε ποτέ πιθανότητα να το πω (δεν ξέρω ούτε λόγια ούτε μουσική, και γενικά δεν ακούω Ζαμπέτα), αλλά είναι ένα τραγούδι που ντρέπομαι και να το ακούσω ακόμα.
Ελληνικοί στίχοι του κωνσταντινουπολίτη Πωλ Μενεστρέλ , κατα κόσμον Γιάννη Χυδίρογλου, ο οποίος είχε μεταφράσει και τα μυθιστορήματα του Ιούλιου Βερν, έγραψε και τη βιογραφία του.