Τα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα

Τον Ιούνιο του 1946, ύστερα από πέντε (5) χρόνια σιγής, το εργοστάσιο της Κολούμπια στη Ριζούπολη υποδέχτηκε νέους και παλιούς καλλιτέχνες, οι οποίοι πήραν σειρά για να ηχογραφήσουν τα νέα τους τραγούδια.

Ανάμεσα τους ήταν και ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος είχε μαζί του δεκάδες τραγούδια που έγραψε στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής. Ήταν τα λεγόμενα «τραγούδια της Θεσσαλονικής», καθώς ο Τρικαλινός συνθέτης έζησε τα σκληρά χρόνια της κατοχής στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας.

Κάποιοι από τους παλιούς δεν τα κατάφεραν στην κατοχή και δεν ήταν στο «ραντεβού» με τους υπόλοιπους. Από την άλλη, νέα και φρέσκα πρόσωπα ηχογράφησαν για πρώτη φορά στα επιδιορθωμένα στούντιο της Κολούμπια.

Πριν ακόμα εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα, ο Τσιτσάνης ειδοποιήθηκε να κατέβει στην πρωτεύουσα για να γράψει τα πρώτα του μεταπολεμικά τραγούδια.

Έτσι, στις 15 Ιουνίου του 1946, ο Τσιτσάνης πέρασε για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο την πόρτα της Κολούμπια.

Ας διαβάσουμε τι αναφέρει για το άνοιγμα της Κολούμπια, σε συνομιλία του με τον Κώστα Χατζηδουλή στις 10 Αυγούστου του 1982:

Ρακοσυλέκτης (Χατζηδουλής) : Πρώτος γραμμοφώνησες Τσίλα;

Τσίλας (Τσιτσάνης) : Ναι, στα μέσα του ΄46. Μετά έγραφε, θυμάμαι, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης, ο Μανώλης, ο Μάρκος. Κοίταξε, είχα να μπω στο στούντιο σχεδόν πέντε χρόνια, από την παραμονή του πολέμου με το «Ότι κι αν πω». Στην αρχή ένοιωσα λίγο έτσι, φοβισμένος…

Ρακοσυλέκτης (Χατζηδουλής) : Γιατί Τσίλα;

Τσίλας (Τσιτσάνης) : Δεν ξέρω ακριβώς το γιατί. Ίσως από συγκίνηση, ίσως κάτι άλλο. Βλέπεις πρώτη φορά στο στούντιο ύστερα από τόσα χρόνια, πολέμους κατοχή. Κάτι ένοιωσα, δεν μπορώ να στο εξηγήσω τώρα…

Ρακοσυλέκτης (Χατζηδουλής) : Μάλλον αγωνία ήτανε…

Τσίλας (Τσιτσάνης) : Δεν αποκλείεται. Και μάλιστα θυμάμαι τον Αρεταίο, τον ηχολήπτη, που κάτι κατάλαβε διότι ήταν πανέξυπνος, να μου λέει, «Βασιλάκη, ηρέμησε, τώρα είναι πιο εύκολα από πριν τον πόλεμο». Με θαύμαζε ο Αρεταίος από τότε που ξεκίνησα…

Ο Τσιτσάνης δεν θυμόταν καλά. Οι πρώτοι που γραμμοφώνησαν, στις 12 Ιουνίου του 1946, ήταν οι Γιώργος Μητσάκης και Μανώλης Χιώτης.

Η συνέντευξη του Βασίλη Τσιτσάνη στον Κώστα Χατζηδουλή δημοσιεύθηκε το 2004 στο περιοδικό «Λαϊκό Τραγούδι», τεύχος 6.

Με έναν φόβο να τον κυριεύει, με αγωνία και συγκίνηση μπήκε στα στούντιο της Κολούμπια ο Τσιτσάνης για να ηχογραφήσει τις νέες του συνθέσεις.

Είχε μαζί του τέσσερα (4) τραγούδια, τα οποία ηχογράφησε για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα.

Αυτά ήταν τα:

Της Μαστούρας ο σκοπός

Δεν με στεφανώνεσαι

Το πρωί με τη δροσούλα

Χατζή Μπαξές

Τα περισσότερα από τα τραγούδια που είχε μαζί του, είχαν δοκιμαστεί στο «πάλκο» επί κατοχής. Ένα από αυτά ήταν και το «Χατζή Μπαξές», τραγούδι που έκανε «τσάρκα» σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με τη Ζωή Τσιτσάνη, τη γυναίκα του Τρικαλινού συνθέτη, το κομμάτι είχε τον αρχικό τίτλο «Τσάρκα στη Σαλονίκη». Αν και ο περισσότερος κόσμος το γνωρίζει ως «Μπαξέ Τσιφλίκι», στην ετικέτα του δίσκου των 78 στροφών πέρασε ως «Χατζή Μπαξές».

Στα φωνητικά ο συνθέτης με τον Στράτο Παγιουμτζή.

«Νονός» του τίτλου ήταν ο γνωστός Δημήτρης Σέμσης ή Σαλονικιός, το περιφημότερο βιολί της Ευρώπης, όπως σημείωνε η εφημερίδα «Ακρόπολις», στις 14/10/1933.

Την αποκάλυψη για τον τίτλο στην ετικέτα του δίσκου, την έκανε ο Βασίλης Τσιτσάνης στον Κώστα Χατζηδουλή.

Στην ίδια συνομιλία τους (10 Αυγούστου του 1982), ο συνθέτης του τραγουδιού αποκάλυψε ότι αυτός που έβαλε το «χεράκι» του για να τυπωθεί στον δίσκο το «Χατζή Μπαξές», ήταν ο σπουδαίος Έλληνας βιολιστής Δημήτρης Σέμσης.

Ακολουθεί η στοιχομυθία ανάμεσα στους Βασίλη και Ζωή Τσιτσάνη με τον Κώστα Χατζηδουλή.

Ρακοσυλλέκτης: Χρόνια θέλω να σε ρωτήσω για το «Μπαξέ τσιφλίκι» αλλά το ξεχνάω. Γιατί έβαλες τίτλο αυτό το «ΧΑΤΖΗ ΜΠΑΞΕΣ»; Πάλι καλά που δεν έβαλες «ΧΑΤΖΗ ΔΟΥΛΗΣ».

Τσίλας: (γελώντας) Ήσουν γεννημένος τότε, το ΄46, όταν έγινε η φωνοληψία;

Ρακοσυλλέκτης: Τριών μηνών μωρό ήμουνα…

Ζωή: Να σε παντρέψουμε, Κωστάκη, θα σου βρω εγώ μια καλή νύφη! Να πω κάτι; Ο τίτλος ήταν «Τσάρκα στην Σαλονίκη», έτσι το είχαμε σημειωμένο εκεί στο μπλοκ, στο σημειωματάριο.

Τσίλας: (απορημένος) Πως το θυμήθηκες; Μερικές φορές είναι άπιαστη, φοβερή! Όσο για το «Χατζή Μπαξέ», ο Σαλονικός το έβαλε μετά τη φωνοληψία. Το ΄46. Αυτός μου είπε, «Βασίλη, έτσι να το βάλουμε». Και εγώ δεν ήθελα να τον στενοχωρήσω αυτόν τον άνθρωπο, διότι τον σεβόμουνα. Δεν ήθελα να του χαλάσω το χατήρι…

Το «Χατζή Μπαξές», ήταν από τα πρώτα τραγούδια που έγραψε ο Β.Τσιτσάνης, σύμφωνα με τον ίδιο, μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς.

Σε αυτό, ο Τσιτσάνης «βολτάρει» σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης.

Πάμε τσάρκα πέρα στο Μπαξέ-Τσιφλίκι,

κούκλα µου γλυκιά απ’ τη Θεσσαλονίκη,

στου Νικάκη τη βαρκούλα, γλυκιά µου Μαριγούλα,

θα σου παίξω φίνο μπαγλαμά,

στου Νικάκη τη βαρκούλα, γλυκιά µου Μαριγούλα,

θα σου παίξω φίνο μπαγλαμά.

Πάμε τσάρκα πέρα στο Καραμπουρνάκι,

να τα πιούμε μια βραδιά στο Καλαμάκι,

κι από ’κει στο Μπεχτσινάρι, σε φίνο ακρογιάλι,

θα σου παίξω φίνο μπαγλαμά.

κι από ’κει στο Μπεχτσινάρι, σε φίνο ακρογιάλι,

θα σου παίξω φίνο μπαγλαμά.

Πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη στη Βάρνα,

κι από ’κει στα Κούτσουρα στου Δαλαμάγκα,

Μαριγώ θα σε τρελάνει ν’ ακούσεις τον Τσιτσάνη,

να σου παίξει φίνο μπαγλαμά,

Μαριγώ θα σε τρελάνει, ν’ ακούσεις τον Τσιτσάνη,

να σου παίξει φίνο μπαγλαμά.

Όπως βλέπουμε στην τελευταία στροφή, ο Τσιτσάνης κάνει αναφορά στα περίφημα «Κούτσουρα στου Δαλαμάγκα». Τα «Κούτσουρα» ήταν ένα από τα μαγαζιά που διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη ο Γιώργος Δαλαμάγκας.

Σε δημοσίευμα στις 18/02/1939, στην εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» της Θεσσαλονίκης, ο Γ.Δαλαμάγκας είχε στην κατοχή του τις ταβέρνες «Ξυράφι» στο Συντριβάνι, «Λαβύρινθος» στον Λευκό Πύργο, «Κληματαριά» επί της οδού 4ης Αυγούστου, «Αττική» στην πλατεία Βαρδαρίου και «Κούτσουρα» επί της οδού Νικηφόρου Φωκά.

Πέντε ταβέρνες, ανάμεσα τους και τα «Κούτσουρα», διαχειρίζονταν ταυτόχρονα ο Γιώργος Δαλαμάγκας.

Αυτή είναι η πρώτη αναφορά που βρήκαμε για τα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα.

Στις 21 Φεβρουαρίου 1939 βρήκαμε και άλλη αναφορά στην ταβέρνα τα «Κούτσουρα», αυτή τη φορά στην εφημερίδα «Μακεδονία».

Οι ταβέρνες του Δαλαμάγκα συμμετείχαν στον διαγωνισμό για τον καλύτερο αποκριάτικο διάκοσμο του 1939 στη Θεσσαλονίκη, και μάλιστα κέρδισαν τα τρία (3) από τα τέσσερα (4) βραβεία, όπως ενημέρωνε το κοινό της η εφημερίδα «Νέα Αλήθεια», στις 2 Μαρτίου 1939.

Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 6 Μαρτίου, πάλι στην εφημερίδα «Νέα Αλήθεια», βρήκαμε την παρακάτω φωτογραφία με ένα από τα μαγαζιά του Γιώργου Δαλαμάγκα.

Η συγκερκιμένη ταβέρνα του Γιώργου Δαλαμάγκα ήταν το «Ξυράφι», σύμφωνα με το δημοσίευμα στις 21 Φεβρουαρίου 1939.

Αναφορά στα «Κούτσουρα» βρήκαμε και το 1940.

Στις 24/11/1940, και ενώ μαίνονταν ο Ελληνικοϊταλικός πόλεμος, τα «Κούτσουρα» εμπνέουν τον θαμώνα της ταβέρνας με το όνομα Κυπραίος, ο οποίος με το μπουζούκι του και τα λαϊκά του τραγούδια ενθουσίαζε τους υπόλοιπους στο μαγαζί του Δαλαμάγκα, με το παρακάτω τετράστιχο:

Μουσσολίνι μη σε μέλλει!

Αν μας βύθισες την «Έλλη»

Έχουμε κι άλλο στόλο

Να σου κόψουμε τον κ…

Χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Γιώργος Δαλαμάγκας θυμόταν ότι τα «Κούτσουρα» τα άνοιξε το 1935 και τα κράτησε μέχρι το 1945.

Μία δεκαετία ζωής είχε η ξακουστή ταβέρνα, σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της.

5 «Μου αρέσει»

Στο βιβλίο του «Ο ξακουστός Τσιτσάνης», ο Σώτος Αλεξίου παρουσιάζει τρεις (3) διαφημιστικές καταχωρήσεις της ταβέρνας του Δαλαμάγκα με τον Τσιτσάνη.

Στην πρώτη, ο Σ.Αλεξίου αναφέρει την εφημερίδα της καταχώρησης που ήταν η «Νέα Ευρώπη», και σαν χρόνο δημοσίευσης, τον Μάιο του 1942. Παραλείπει δηλαδή την ημέρα δημοσίευσης.

Από τον τίτλο της διαφημιστικής καταχώρησης, πήρε ο Σώτος Αλεξίου τον τίτλο του βιβλίου του «Ο ξακουστός ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ».

Οι άλλες δύο διαφημιστές καταχωρήσεις (σελίδες 435 και 449 του βιβλίου) αφορούν πάλι το 1942, χωρίς να αναφέρονται οι εφημερίδες στις οποίες διαφημίστηκαν τα «Κούτσουρα», παρά μόνο το έτος 1942 στη μία, και 16-6-1942 στην άλλη:

Ο ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ
Η μοναδική ταβέρνα τα «Κούτσουρα», υπό την διεύθυνσιν του γνωστοτάτου εν τη πόλει μας κ.Γεωργίου Δαλαμάγκα, συμβληθείσα μετά του ξακουστού ΤΣΙΤΣΑΝΗ, κάμνει έναρξιν των εργασιών θερινής περιόδου εις την εξοχικήν της μάνδραν από σήμερον Κυριακή.

Ότι εκλεκτόν και ωραίον θα βρήτε στην μάνδρα μας. Περιποίησις, καθαριότης άκρα, κουζίνα πλουσία, οβελίσκοι, ορχήστρα ΤΣΙΤΣΑΝΗ.

Όλοι το ραντεβού σας από ΣΗΜΕΡΟΝ στα «Κούτσουρα». Γλέντι, απόλαυσις, αναψυχή.

Τηλέφωνον 66-86.

Αυτή είναι η δεύτερη καταχώρηση για την παρουσία του Τσιτσάνη στα «Κούτσουρα», το 1942. Ο μήνας και η ημέρα παραλείπονται από τον Σώτο Αλεξίου.

Ίσως να προηγείται της προηγούμενης, με τη φωτογραφία του Τσιτσάνη, στον χρόνο έκδοσης της εφημερίδας.

Περνάμε σε εκείνη στις 16/6/1942 όπου διαβάζουμε:

Από σήμερον στα «ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ» στη Μάνδρα του Δαλαμάγκα αρχίζουν τα νέα τραγούδια του ΤΣΙΤΣΑΝΗ.

Τα νέα τραγούδια του ΤΣΙΤΣΑΝΗ θα ήταν κάποιες από τις μετέπειτα επιτυχίες του που έφερε από τη Θεσσαλονίκη και ηχογράφησε μετά τον πόλεμο.

Με τις τρεις αυτές διαφημιστικές καταχωρήσεις μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Τσιτσάνης έπαιξε στα «Κούτσουρα» τον Μάϊο και Ιούνιο του 1942. Ίσως κα τους άλλους μήνες του καλοκαιριού. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ο Βασίλης Τσιτσάνης έγραψε το «Χατζή Μπαξές».

Η τελευταία αναφορά στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα μας έρχεται από το 1945.

Στις 12 Μαΐου του 1945, στην εφημερίδα «Μακεδονία», βρήκαμε την παρακάτω διαφήμιση για τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα».

Η έναρξη για την καλοκαιρινή σεζόν ήταν την Κυριακή 13 Μαΐου του 1945. Τα «Κούτσουρα» διέθεταν πλήρη ορχήστραν.

Από αυτή την διαφήμιση φαίνεται ο Γιώργος Δαλαμάγκας να ρίχνει «τίτλους τέλους» στο μαγαζί του, παραχωρώντας το στον νέο του ιδιοκτήτη με το όνομα Δημ.Κωνσταντινίδης.

Στις 20 Ιανουαρίου 1984 στη εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», σε αφιέρωμα για τον Τσιτσάνη λόγω του θανάτου του, βρήκαμε την παρακάτω προπολεμική φωτογραφία του Γιώργου Δαλαμάγκα.

Παίρνοντας «πάσα» από τα λόγια του Βασίλη Τσιτσάνη για τον Γιώργο Δαλαμάγκα, στη λεζάντα της εφημερίδας, ας δούμε τι αναφέρει ο Τρικαλινός συνθέτης σε άλλες του συνεντεύξεις για τον Θεσσαλονικό (με καταγωγή από τη Θράκη) μαγαζάτορα, που έμεινε στην ιστορία μέσα από τους στίχους του τραγουδιού «Χατζής Μπαξές».

Σε συνέντευξη του στο περιοδικό «Επίκαιρα» και στον Γιώργο Λιάνη, στις 8/9/1972, ο Τσιτσάνης αναφέρθηκε στον Δαλαμάγκα και στα «Κούτσουρα» του.

Διαβάστε παρακάτω την αναφορά του Τσιτσάνη στον πρωταγωνιστή του αφιερώματος μας.

Το 1976 σε συνέντευξη του στον Κώστα Χατζηδουλή, στις 13 Απριλίου στην εφημερίδα «Απογευματινή», ο Τσιτσάνης μίλησε για την παρουσία του στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα.

Η συνέντευξη του στην εφημερίδα «Απογευματινή» και στον Κώστα Χατζηδουλή, σε τέσσερις (4) συνέχειες, έγινε βιβλίο με τίτλο «ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ η ζωή μου, το έργο μου».

Σε αντίθεση με την μικρή αναφορά στα «Κούτσουρα» που δημοσιεύθηκε στην «Απογευματινή» το 1976, στο βιβλίο ο Κ.Χατζηδουλής δημοσιεύει περισσότερες κουβέντες του Βασίλη Τσιτσάνη για τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα».

Χατζηδουλής: Θέλω Βασίλη να μας πεις για το Δαλαμάγκα και τα θρυλικά «Κούτσουρα».

Τσιτσάνης: Άκουσε να δεις, ο Δαλαμάγκας ήταν φοβερός μαγαζάτορας, από τους λίγους καλούς επαγγελματίες. Ήξερε τη δουλειά του, όσο κανένας άλλος. Ήταν καλοφαγάς, ευχάριστος τύπος, με πολύ καλοσύνη και γλεντζές φοβερός. Ήταν φίλος του Κουμπάρου μου του Μουσχουντή, εκείνου του αξέχαστου υπέρμαχου του λαϊκού τραγουδιού. Εκεί στο μαγαζί του Δαλαμάγκα γνώρισα το Μουσχουντή, ο οποίος ήταν ξετρελαμένος μαζί μου και ερχόταν να μ΄ ακούει. Μα πιο πολύ ξετρελαμένος ήταν μαζί μου ο ίδιος ο Δαλαμάγκας. Στο μαγαζί, που βρισκόταν στην οδό Νικηφόρου Φωκά, κάναμε χρυσές δουλειές. Κάθε βράδυ ήταν γεμάτο από κόσμο, τον καλύτερο κόσμο της Σαλονίκης. Γνώρισε δόξες μεγάλες και ανεπανάληπτες ο Δαλαμάγκας και τα «Κούτσουρα». Όταν έγραψα το «Μπαξέ Τσιφλίκι» δούλευα στο μαγαζί του ακόμα, εκεί μέσα το συνέθεσα. Και δε λεγόταν η χαρά του Δαλαμάγκα όταν άκουσε το δίσκο, όπως μου΄ παν μετά την απελευθέρωση που το γραμμοφώνησα.

Ο Β.Τσιτσάνης αναφέρει ότι στα «Κούτσουρα» γνώρισε τον κουμπάρο του Νίκο Μουσχουντή. Η αλήθεια είναι τον Μουσχουντή ο Τσιτσάνης τον γνώριζε ήδη προπολεμικά.

Αναφορά στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα είχαμε πάλι από τον Τσιτσάνη το 1977 στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ».

Συγκεκριμένα στις 28/7/1977, πάλι στον Κώστα Χατζηδουλή, ο Τσιτσάνης θυμάται τα «Κούτσουρα» και τον Δαλαμάγκα.

Αυτές ήταν οι κουβέντες του Βασίλη Τσιτσάνη για τα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα.

Αλλά και η Ζωή Τσιτσάνη είχε δυο λόγια να πει για τον Γιώργο Δαλαμάγκα, σε συνέντευξη της το 1987 στον Κώστα Χατζηδουλή.

Στις 20 Ιανουαρίου 1987 στην Ελευθεροτυπία, σε αφιέρωμα για τον Β.Τσιτσάνη, η γυναίκα του Ζωή αναφέρει τα παρακάτω για τον Γ.Δαλαμάγκα:

Αργότερα πήγε, μαζί με τον αδερφό μου τον Ανδρέα, στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάνγκα, μια μπυραρία κοντά στο Λευκό Πύργο. Δεν θυμάμαι τι έγινε και πήγαν στον Δαλαμάνγκα. Και βέβαια τον γνώρισα τον Δαλαμάνγκα, ήταν ένα ένα ψηλός, παχύς, από κείνους τους απλούς, τους γραφικούς ανθρώπους. Τον έβλεπες έτσι με την ποδιά, όλο γέλιο και αθωώτητα. Ήταν πολύ χαρτοπαίκτης όμως, τέτοιος τζογαδόρος, όπως άκουγα. Αλλά το Βασίλη πως τον αγάπαγε, πω, πω, τον λάτρευε! «Βασίλη μου» και «Βασίλη μου».

Η σύζυγος του Τσιτσάνη ανέφερε στις κουβέντες της και τον αδερφό της Αντρέα Σαμαρά.

Ο Αντρέας Σαμαράς εκτελούσε χρέη «πάσο» στα μαγαζιά που δούλευε επί κατοχής ο Βασίλης Τσιτσάνης στη Θεσσαλονίκη.

Στο ίδιο αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας το 1987, ο Αντρέας Σαμαράς λέει για την παρουσία τους στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα:

Ύστερα από μία σεζόν που μείναμε στη «Φωλιά», πήγαμε στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα. Επίσης και εκείνο ήταν θερινό. Τη διαχείρηση πάλι και το ταμείο το είχα εγώ, διότι ο Βασίλης δούλευε με ποσοστά! Και το βράδυ κάναμε λογαριασμό με το Δαλαμάγκα, ο Βασίλης δεν ανακατευότανε καθόλου. Λέγαμε πόσα, τι εισπράξεις κάναμε απόψε, ας πούμε πενήντα εκατομμύρια, με είκοσι τοις εκατό, που έπαιρνε ο Βασίλης ποσοστά, δύο ή πέντε, δέκα…

Χρόνια αργότερα ο Αντρέας Σαμαράς μίλησε στον Σώτο Αλεξίου (σελίδες 116-117) για τις ανάγκες του βιβλίου του «Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ».

Διαβάστε παρακάτω τι αποκάλυψε ο κουνιάδος του Βασίλη Τσιτσάνη στον Σ.Αλεξίου, για τον Γιώργο Δαλαμάγκα:

Ιδιόρρυθμος τύπος, κλειστός, μοναχικός. Είχε ένα παιδί εκεί, ένα παλικάρι που ζούσαν μαζί, είχε όμως και τις εξωερωτικές του περιπέτειες και συχνά γινόμασταν μάρτυρες σε σκηνές ζηλοτυπίας. Η ανάγκη του για καινούριες περιπέτειες του δημιουργούσε μεγάλες φασαρίες. Ήταν το 1942 και θα ήταν καμιά βδομάδα που ήμασταν στο μαγαζί. Από το ταμείο που καθόμουνα έβλεπα προς την πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο του Δαλαμάγκα. Τον βλέπω να γλιστράει κρυφά με ένα καλογεράκι στο δωματιάκι του.

  • Τι κάνεις εκεί, του λέω
  • Σώπα, ρε χαμένε, με λέει. Τσιμουδιά σ΄ έσφαξα, είναι τρυφερούδι. Έχε το νου σου, Αντρέα, μη με πάρει χαμπάρι ο Αντώνης. Δώσε σήμα άμα έρθει.

Ας δούμε τώρα πως περιγράφει ο Σώτος Αλεξίου στο βιβλίο του, τα «Κούτσουρα» και τον Δαλαμάγκα (σελ.116-117).

«ΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ ΤΟΥ ΔΑΛΑΜΑΓΚΑ» όπως ονομάστηκε το μαγαζί ήταν στη Νικηφόρου Φωκά 10. Πιο κάτω ήταν το σπίτι του Σιδέρη….. Μπροστά από το σπίτι του Σιδέρη ήταν ένα μεγάλο παλιό σπίτι. Εκεί έμενε ο Δαλαμάγκας. Αριστερά ήταν ένας μεγάλος διάδρομος που οδηγούσε σε μια μεγάλη αυλή. Αυτό ήταν το καλοκαιρινό κέντρο του Δαλαμάγκα, γεμάτο τραπέζια κάτω από μεγάλα σκιερά δέντρα. Με τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές το κέντρο έκλεινε. Η περιοχή ήταν γεμάτη από κούτσουρα, που τα φέρνανε ξυλέμποροι από τα γύρω βουνά. Έτσι η περιοχή ήταν γνωστή με το όνομα «Τα κούτσουρα». Ο Δαλαμάγκας, μετρίου αναστήματος, φορώντας μια ρεπούμπλικα μόνιμα στο κεφάλι, δεν φόρεσε ποτέ γραβάτα και ήταν περήφανος γι΄ αυτό. Καλοντυμένος, χωρίς να είναι αυτό που λέμε «κομψός».

Το χειμώνα μετέφερε το μαγαζί στην οδό Παύλου μελά και Γρηγόρη Παλαμά, λίγο πιο πάνω από το «Ουζερί Τσιτσάνης».

Μετά την κατοχή το μαγαζί άρχισε σιγά σιγά να χάνει τη λάμψη του. Η περιοχή άρχισε να αναπτύσσεται οι πολυκατοικίες χτίζονταν η μία μετά την άλλη, ο Τσιτσάνης δεν ήταν εκεί να στηρίξει το μαγαζί με του τραγούδια του, η μαγεία χάθηκε, ο εραστής Αντώνης τον εγκατέλειψε και αυτός και ο Δαλαμάγκας έμεινε απομεινάρι μιας θρυλικής εποχής. Γερασμένος και με τις σεξουαλικές του ιδιαιτερότητες, ψωνιζότανε επί πληρωμή με αγοράκια, αλλάζοντας το ρόλο σε παθητικό «συνεργάτη». Δεν άντεξε το διασυρμό, έδωσε τα «Κούτσουρα», κατέβηκε στην Αθήνα και βρήκε αποκούμπι στη θρησκεία. Δυστυχώς η Αθήνα δεν στάθηκε καλή μαζί του. Τα σχέδια του για ένα μαγαζί δεν πραγματοποιήθηκαν. Κάθε μέρα όλο και περισσότερο βυθίζεται στην κατάθλιψη, τα περιττά κιλά που πήρε και το κακό ντύσιμο δείχνουν άνθρωπο που έχει παρατήσει τη ζωή. Αδιαφορεί πλέον για την εντύπωση που δίνει, τον παίρνει ο ύπνος στις καρέκλες των καφενείων και γίνεται στόχος κακόγουστων αστείων. Μη έχοντας άλλη επιλογή, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη.

Το 1954 ο Τάκης Μπίνης παίρνει το μαγαζί απέναντι από το Σιδέρη, τα «Πράσινα άλογα» και το ονομάζει «Φαντασία». Εκεί ο Μουσχουντής του έφερε μια μέρα το Δαλαμάγκα.

«… με παρακάλεσε, Σώτο, να τον πάρω στη δουλειά για να βγάλει το χειμώνα. Άσ΄ τα… ήταν χάλια, ρεζίλης».

5 «Μου αρέσει»

Πριν ολοκληρώσουμε το αφιέρωμα μας στα «Κούτσουρα», το λόγο έχει ο ίδιος ο Γιώργος Δαλαμάγκας.

Ήταν 12 Αυγούστου του 1972 όταν στα «ΝΕΑ» δημοσιεύθηκε συνέντευξη του 67χρονου τότε Γιώργου Δαλαμάγκα.

Ο γνωστός στιχουργός και δημοσιογράφος Λευτέρης Παπαδόπουλος συνάντησε στη Θεσσαλονίκη τον Δαλαμάγκα, τον οποίο βρήκε σε γηροκομείο, και η συνομιλία τους μεταφέρθηκε στις σελίδες της εφημερίδας.

Σταχυολογούμε γρήγορα μερικές από τις κουβέντες του.

  • Γεννήθηκε το 1905
  • Είχε καταγωγή από τη Θράκη και έφτασε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 5 ετών
  • Το 1932 έκανε το πρώτο του μαγαζί με την επωνυμία «Συντριβάνι»
  • Το 1935 άνοιξε τα «Κούτσουρα» τα οποία διατήρησε μέχρι το 1945
  • Αν και πέρασαν πολλά χρήματα από τα χέρια του, τα έφαγε στο μπαρμπούτι και στις γυναίκες.
  • Ο Μουσχουντής του μίλησε για τον Τσιτσάνη
  • Ο ίδιος δεν ήθελε μπουζούκια στο μαγαζί του γιατί δεν είχαν καλό όνομα
  • Στον Τσιτσάνη έδινε το 10% επί των ακαθάριστων εσόδων
  • Ο Τσιτσάνης τον έκανε πρωταγωνιστή και στο τραγούδι του Παναγιώτη Τούντα «Στου Λινάρδου την ταβέρνα» παραφράζοντας του στίχους
  • Όταν έκλεινε το μαγαζί πήγαινε με τον Τσιτσάνη στα λεγόμενα «σκυλάδικα». Λέγονταν έτσι γιατί εκεί πήγαιναν οι «σκύλοι», όσοι δηλαδή χορεύανε μόνο Ζεϊμπέκικο.
  • Έκανε φυλακή 17 φορές και για να παίζει μπαρμπούτι έκανε ζάρια από σαπούνι
  • Από το 1952 μέχρι το 1957 διατηρούσε το εστιατόριο «Μεντιτερρανέ»
  • Την περίοδο 1950-1952 είχε μαγαζί μέσα στην Έκθεση
  • Είχε περισσότερα από 100 άτομα προσωπικό στα μαγαζιά του
  • Στην κατοχή λειτουργούσε σαν μαυραγορίτης και ήταν ο μόνος που πούλαγε μπύρα, μετά από συμφωνία με έναν Γερμανό αξιωματικό
  • Το 1957 τα έχασε όλα και έγινε γκαρσόνι

Ακολουθεί η συνέντευξη του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Διαβάστε την στο παρακάτω PDF.

ΤΑ ΝΕΑ 12-8-1972.pdf (560,3 KB)

Για επίλογο βάζουμε «Τα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα» μέσα από πίνακα του Σώτου Αλεξίου, η οποία περιέχεται στο βιβλίο του «Ο Ξακουστός Τσιτσάνης», στη σελίδα 116.

Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», στις 8 Οκτωβρίου του 2000, πριν ακόμη εκδοθεί το βιβλίο.

Κλείνουμε το αφιέρωμα για τα «Κούτσουρα» του Γιώργου Δαλαμάγκα με τα λόγια του Βασίλη Τσιτσάνη προς τον Φρέντυ Γερμανό, στο περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», στις 20/2/1970.

Χαίρομαι που έγραψα τα τραγούδια μου τον καιρό που τα έγραψα… Χαίρομαι γιατί δεν γράφτηκαν σήμερα η «Συννεφιασμένη Κυριακή» και το «Μπαξέ Τσιφλίκι». Αν τα έδινα τώρα θα πήγαιναν χαμένα. Θα τα ρουφούσε το χάος».

6 «Μου αρέσει»

Γεια σου ρε Φώτη! Ευχαριστούμε και μπράβο.