Τον Ιούνιο του 1946, ύστερα από πέντε (5) χρόνια σιγής, το εργοστάσιο της Κολούμπια στη Ριζούπολη υποδέχτηκε νέους και παλιούς καλλιτέχνες, οι οποίοι πήραν σειρά για να ηχογραφήσουν τα νέα τους τραγούδια.
Ανάμεσα τους ήταν και ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος είχε μαζί του δεκάδες τραγούδια που έγραψε στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής. Ήταν τα λεγόμενα «τραγούδια της Θεσσαλονικής», καθώς ο Τρικαλινός συνθέτης έζησε τα σκληρά χρόνια της κατοχής στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας.
Κάποιοι από τους παλιούς δεν τα κατάφεραν στην κατοχή και δεν ήταν στο «ραντεβού» με τους υπόλοιπους. Από την άλλη, νέα και φρέσκα πρόσωπα ηχογράφησαν για πρώτη φορά στα επιδιορθωμένα στούντιο της Κολούμπια.
Πριν ακόμα εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα, ο Τσιτσάνης ειδοποιήθηκε να κατέβει στην πρωτεύουσα για να γράψει τα πρώτα του μεταπολεμικά τραγούδια.
Έτσι, στις 15 Ιουνίου του 1946, ο Τσιτσάνης πέρασε για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο την πόρτα της Κολούμπια.
Ας διαβάσουμε τι αναφέρει για το άνοιγμα της Κολούμπια, σε συνομιλία του με τον Κώστα Χατζηδουλή στις 10 Αυγούστου του 1982:
Ρακοσυλέκτης (Χατζηδουλής) : Πρώτος γραμμοφώνησες Τσίλα;
Τσίλας (Τσιτσάνης) : Ναι, στα μέσα του ΄46. Μετά έγραφε, θυμάμαι, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης, ο Μανώλης, ο Μάρκος. Κοίταξε, είχα να μπω στο στούντιο σχεδόν πέντε χρόνια, από την παραμονή του πολέμου με το «Ότι κι αν πω». Στην αρχή ένοιωσα λίγο έτσι, φοβισμένος…
Ρακοσυλέκτης (Χατζηδουλής) : Γιατί Τσίλα;
Τσίλας (Τσιτσάνης) : Δεν ξέρω ακριβώς το γιατί. Ίσως από συγκίνηση, ίσως κάτι άλλο. Βλέπεις πρώτη φορά στο στούντιο ύστερα από τόσα χρόνια, πολέμους κατοχή. Κάτι ένοιωσα, δεν μπορώ να στο εξηγήσω τώρα…
Ρακοσυλέκτης (Χατζηδουλής) : Μάλλον αγωνία ήτανε…
Τσίλας (Τσιτσάνης) : Δεν αποκλείεται. Και μάλιστα θυμάμαι τον Αρεταίο, τον ηχολήπτη, που κάτι κατάλαβε διότι ήταν πανέξυπνος, να μου λέει, «Βασιλάκη, ηρέμησε, τώρα είναι πιο εύκολα από πριν τον πόλεμο». Με θαύμαζε ο Αρεταίος από τότε που ξεκίνησα…
Ο Τσιτσάνης δεν θυμόταν καλά. Οι πρώτοι που γραμμοφώνησαν, στις 12 Ιουνίου του 1946, ήταν οι Γιώργος Μητσάκης και Μανώλης Χιώτης.
Η συνέντευξη του Βασίλη Τσιτσάνη στον Κώστα Χατζηδουλή δημοσιεύθηκε το 2004 στο περιοδικό «Λαϊκό Τραγούδι», τεύχος 6.
Με έναν φόβο να τον κυριεύει, με αγωνία και συγκίνηση μπήκε στα στούντιο της Κολούμπια ο Τσιτσάνης για να ηχογραφήσει τις νέες του συνθέσεις.
Είχε μαζί του τέσσερα (4) τραγούδια, τα οποία ηχογράφησε για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα.
Αυτά ήταν τα:
Της Μαστούρας ο σκοπός
Δεν με στεφανώνεσαι
Το πρωί με τη δροσούλα
Χατζή Μπαξές
Τα περισσότερα από τα τραγούδια που είχε μαζί του, είχαν δοκιμαστεί στο «πάλκο» επί κατοχής. Ένα από αυτά ήταν και το «Χατζή Μπαξές», τραγούδι που έκανε «τσάρκα» σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με τη Ζωή Τσιτσάνη, τη γυναίκα του Τρικαλινού συνθέτη, το κομμάτι είχε τον αρχικό τίτλο «Τσάρκα στη Σαλονίκη». Αν και ο περισσότερος κόσμος το γνωρίζει ως «Μπαξέ Τσιφλίκι», στην ετικέτα του δίσκου των 78 στροφών πέρασε ως «Χατζή Μπαξές».
Στα φωνητικά ο συνθέτης με τον Στράτο Παγιουμτζή.
«Νονός» του τίτλου ήταν ο γνωστός Δημήτρης Σέμσης ή Σαλονικιός, το περιφημότερο βιολί της Ευρώπης, όπως σημείωνε η εφημερίδα «Ακρόπολις», στις 14/10/1933.
Την αποκάλυψη για τον τίτλο στην ετικέτα του δίσκου, την έκανε ο Βασίλης Τσιτσάνης στον Κώστα Χατζηδουλή.
Στην ίδια συνομιλία τους (10 Αυγούστου του 1982), ο συνθέτης του τραγουδιού αποκάλυψε ότι αυτός που έβαλε το «χεράκι» του για να τυπωθεί στον δίσκο το «Χατζή Μπαξές», ήταν ο σπουδαίος Έλληνας βιολιστής Δημήτρης Σέμσης.
Ακολουθεί η στοιχομυθία ανάμεσα στους Βασίλη και Ζωή Τσιτσάνη με τον Κώστα Χατζηδουλή.
Ρακοσυλλέκτης: Χρόνια θέλω να σε ρωτήσω για το «Μπαξέ τσιφλίκι» αλλά το ξεχνάω. Γιατί έβαλες τίτλο αυτό το «ΧΑΤΖΗ ΜΠΑΞΕΣ»; Πάλι καλά που δεν έβαλες «ΧΑΤΖΗ ΔΟΥΛΗΣ».
Τσίλας: (γελώντας) Ήσουν γεννημένος τότε, το ΄46, όταν έγινε η φωνοληψία;
Ρακοσυλλέκτης: Τριών μηνών μωρό ήμουνα…
Ζωή: Να σε παντρέψουμε, Κωστάκη, θα σου βρω εγώ μια καλή νύφη! Να πω κάτι; Ο τίτλος ήταν «Τσάρκα στην Σαλονίκη», έτσι το είχαμε σημειωμένο εκεί στο μπλοκ, στο σημειωματάριο.
Τσίλας: (απορημένος) Πως το θυμήθηκες; Μερικές φορές είναι άπιαστη, φοβερή! Όσο για το «Χατζή Μπαξέ», ο Σαλονικός το έβαλε μετά τη φωνοληψία. Το ΄46. Αυτός μου είπε, «Βασίλη, έτσι να το βάλουμε». Και εγώ δεν ήθελα να τον στενοχωρήσω αυτόν τον άνθρωπο, διότι τον σεβόμουνα. Δεν ήθελα να του χαλάσω το χατήρι…
Το «Χατζή Μπαξές», ήταν από τα πρώτα τραγούδια που έγραψε ο Β.Τσιτσάνης, σύμφωνα με τον ίδιο, μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς.
Σε αυτό, ο Τσιτσάνης «βολτάρει» σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης.
Πάμε τσάρκα πέρα στο Μπαξέ-Τσιφλίκι,
κούκλα µου γλυκιά απ’ τη Θεσσαλονίκη,
στου Νικάκη τη βαρκούλα, γλυκιά µου Μαριγούλα,
θα σου παίξω φίνο μπαγλαμά,
στου Νικάκη τη βαρκούλα, γλυκιά µου Μαριγούλα,
θα σου παίξω φίνο μπαγλαμά.
Πάμε τσάρκα πέρα στο Καραμπουρνάκι,
να τα πιούμε μια βραδιά στο Καλαμάκι,
κι από ’κει στο Μπεχτσινάρι, σε φίνο ακρογιάλι,
θα σου παίξω φίνο μπαγλαμά.
κι από ’κει στο Μπεχτσινάρι, σε φίνο ακρογιάλι,
θα σου παίξω φίνο μπαγλαμά.
Πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη στη Βάρνα,
κι από ’κει στα Κούτσουρα στου Δαλαμάγκα,
Μαριγώ θα σε τρελάνει ν’ ακούσεις τον Τσιτσάνη,
να σου παίξει φίνο μπαγλαμά,
Μαριγώ θα σε τρελάνει, ν’ ακούσεις τον Τσιτσάνη,
να σου παίξει φίνο μπαγλαμά.
Όπως βλέπουμε στην τελευταία στροφή, ο Τσιτσάνης κάνει αναφορά στα περίφημα «Κούτσουρα στου Δαλαμάγκα». Τα «Κούτσουρα» ήταν ένα από τα μαγαζιά που διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη ο Γιώργος Δαλαμάγκας.
Σε δημοσίευμα στις 18/02/1939, στην εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» της Θεσσαλονίκης, ο Γ.Δαλαμάγκας είχε στην κατοχή του τις ταβέρνες «Ξυράφι» στο Συντριβάνι, «Λαβύρινθος» στον Λευκό Πύργο, «Κληματαριά» επί της οδού 4ης Αυγούστου, «Αττική» στην πλατεία Βαρδαρίου και «Κούτσουρα» επί της οδού Νικηφόρου Φωκά.
Πέντε ταβέρνες, ανάμεσα τους και τα «Κούτσουρα», διαχειρίζονταν ταυτόχρονα ο Γιώργος Δαλαμάγκας.
Αυτή είναι η πρώτη αναφορά που βρήκαμε για τα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα.
Στις 21 Φεβρουαρίου 1939 βρήκαμε και άλλη αναφορά στην ταβέρνα τα «Κούτσουρα», αυτή τη φορά στην εφημερίδα «Μακεδονία».
Οι ταβέρνες του Δαλαμάγκα συμμετείχαν στον διαγωνισμό για τον καλύτερο αποκριάτικο διάκοσμο του 1939 στη Θεσσαλονίκη, και μάλιστα κέρδισαν τα τρία (3) από τα τέσσερα (4) βραβεία, όπως ενημέρωνε το κοινό της η εφημερίδα «Νέα Αλήθεια», στις 2 Μαρτίου 1939.
Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 6 Μαρτίου, πάλι στην εφημερίδα «Νέα Αλήθεια», βρήκαμε την παρακάτω φωτογραφία με ένα από τα μαγαζιά του Γιώργου Δαλαμάγκα.
Η συγκερκιμένη ταβέρνα του Γιώργου Δαλαμάγκα ήταν το «Ξυράφι», σύμφωνα με το δημοσίευμα στις 21 Φεβρουαρίου 1939.
Αναφορά στα «Κούτσουρα» βρήκαμε και το 1940.
Στις 24/11/1940, και ενώ μαίνονταν ο Ελληνικοϊταλικός πόλεμος, τα «Κούτσουρα» εμπνέουν τον θαμώνα της ταβέρνας με το όνομα Κυπραίος, ο οποίος με το μπουζούκι του και τα λαϊκά του τραγούδια ενθουσίαζε τους υπόλοιπους στο μαγαζί του Δαλαμάγκα, με το παρακάτω τετράστιχο:
Μουσσολίνι μη σε μέλλει!
Αν μας βύθισες την «Έλλη»
Έχουμε κι άλλο στόλο
Να σου κόψουμε τον κ…
Χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Γιώργος Δαλαμάγκας θυμόταν ότι τα «Κούτσουρα» τα άνοιξε το 1935 και τα κράτησε μέχρι το 1945.
Μία δεκαετία ζωής είχε η ξακουστή ταβέρνα, σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της.















