Σαν πεθάνω τι θα πούνε (Ελληνική Απόλαυσις)

ππέφτω για να σκοτωθώ, υποθέτω;

;Σαν αποθάνω θάφτε με κάτω από την ταβέρνα,
να με πατεί η ταβερναριά κι η κόρη που μ’ εκέρνα.

Σαν αποθάνω το πρωί, ποτέ να μη βραδιάσει
σαν κλείσω εγώ τα μάτια μου, ο κόσμος ας χαλάσει.

Δε συνδέονται με τα προηγούμενα, γιατί είναι σε άλλο μέτρο και άρα λέγονται σε άλλους σκοπούς. Οπότε επιβεβαιώνεται η υπόθεση του Νίκου: τέτοια δίστιχα βγαίναν ακόμη και ανεξάρτητα από άλλα ομοειδή. (Εγώ τα έχω ακούσει στον σκοπό της Αντριάνας.)

Επίσης:

(Όπου εδώ έχουμε το ίδιο μέτρο με το Σαν πεθάνω στο καράβι και με τα κυπραίικα, άρα δυνητικά συνδέονται.)

(Ανέβασα το βιντεάκι έτσι.)

Αλλά και σε κανονικό δημοτικό τραγούδι (πολύστιχο): Ο ναύτης μας αρρώστησε στου καραβιού την πλώρη, και αφού τον έβαλαν για τελευταία φορά να διαβάσει τους καιρούς που μόνο αυτός ήξερε τόσο καλά, αφήνει τελευταία παραγγελιά:

Θωρείτε κείνο το βουνό το πιο ψηλό ‘πού τ’ άλλα,
που ‘χει ανταρίτσα στην κορφή και καταχνιά στη μέση;
Εκεί να πά’ ν’ αράξουμε, που 'ναι καλός λιμιώνας,
να βγουν οι ναύτες για νερό κι ο μάγειρας για ξύλα
και τα μικρά ναυτόπουλα να σκάψουν έναν λάκκο.
Να μην τον σκάψουσι βαθιά, κάτου στο περιγιάλι,
να μου χτυπάει η θάλασσα απάνω στο κεφάλι

Και σε άλλα. Δε θυμάμαι ποιος ήρωας αφήνει παρόμοια παραγγελιά, και ζητάει το μνήμα του φαρδύ πλατύ για το σπαθί, μακρύ για το κοντάρι.

Αλλά και σε ρεμπέτικα βέβαια: σε μια γωνιά μονάχο, με το μπουζούκι του, με τον ναργιλέ του, με μια καναβουριά, και διάφορες άλλες παραλλαγές. Στη δε «Αληθινή Αγάπη», δυο στεφάνια πικροδάφνη μες στο μνήμα μου να βρω.

Στην Κάρπαθο, τον αείμνηστο Ηλία Μηνατσή, έναν σημαντικό τσαμπουνιέρη της Ολύμπου, τον είχα ακούσει αυτοπροσώπως να τραγουδεί «Θ’ αφήσω μια παραγγελιά να μην τη λησμονάτε: θέλω με λυροτσάμπουνα στον τάφο να με πάτε» (δεν ξέρω αν πραγματοποιήθηκε), ενώ βιβλιογραφικώς ξέρω και μια παρόμοια κάποιου λυριστή, «Στον τάφο το λυράκι μου κι η κόρδα ταιριασμένη, μη θέλουν να γλεντήσουσι και οι αποθαμένοι».

Μάλλον δεν έχει τελειωμό η θεματική.

1 «Μου αρέσει»